Οι γονείς της, μετανάστες, τα πρώτα χρόνια μιλούσαν μεταξύ τους μόνον στη γλώσσα τους. Η ίδια με δυσκολία τα ’παιρνε τα γράμματα. Όταν πέρασε ο καιρός και έφτασε η εποχή να πάει σχολείο όλα άλλαξαν. Από Ανέλια την φώναζαν Άννα. Ονειρευόντουσαν να σπουδάσει.

Την είδηση για το ατύχημα στο εργοτάξιο, που δούλευε εργάτης ο πατέρας της, την έφερε στο σχολείο αυτοπροσώπως το αφεντικό του.

Απ’ όσα ανέφερε μπροστά στον διευθυντή, της εντυπώθηκαν οι λέξεις νεκρός και φρέαρ. Κατάλαβε, απ’ όσα άκουσε, πως ο πατέρας της ήταν ένας ήρωας που γλύτωσε από βέβαιο θάνατο τρεις συνανθρώπους του.

Τι είναι φρέαρ; ρώτησε ντροπιασμένη για την άγνοιά της, μόλις εκείνος τέλειωσε. Πήγαινε ακόμη στο δημοτικό.

Το φρέαρ είναι ένα μέρος απ’ όπου αναβλύζει νερό, της απάντησαν. Με αυτό ο τόπος θα καρπίσει. Θα γίνουμε πλούσιοι.

Για την ίδια φρέαρ ήταν απλώς το σκοτεινό πηγάδι που κατάπιε τον γονιό της. Όταν μεγάλωσε, σπούδασε. Έγινε μεταλλειολόγος…

Άλκηστη

[Με αφορμή τον διαγωνισμό μικροδιηγήματος, γνωστοί συγγραφείς μάς στέλνουν και δικά τους κείμενα ζητώντας να μείνουν εκτός συναγωνισμού, προκειμένου να μη στερήσουν τη βράβευση από νεότερους συναδέλφους τους. Τα διηγήματα αυτά δημοσιεύονται για την ώρα με ψευδώνυμο, τα ονόματα των συγγραφέων τους όμως θα αποκαλυφθούν μαζί με τα αποτελέσματα.]

[Φωτογραφία: Nuri Bilge Ceylan.]