Τήν ἑπόμενη φορά πού θά ’ρθω θά σοῦ φέρω καί τίς μπότες.
Ἔτσι μοῦ ’χε πεῖ.

Ὁ πατέρας δουλεύει στή Γερμανία. Σ’ ἕνα ἐργοστάσιο πού φτιάχνει ἁμάξια. Ἔχει κι ὁ πατέρας αὐτοκίνητο δικό του. Παλιά εἶχε ἕνα ἄσπρο. Τώρα ἔχει ἕνα κόκκινο ἀλλά θέλει νά τ’ ἀλλάξει τό χρῶμα, εἶπε. Ἐμένα μ’ ἀρέσει τό κόκκινο. Ὁ πατέρας ἔρχεται τά καλοκαίρια –πρίν τό πανηγύρι τῆς Παναγίας. Ἡ γιαγιά τή λέει Μεγαλόχαρη γιατί εἶναι μεγάλη ἡ χάρη της. Ὅλο γελάει ὁ πατέρας. Μετά ξαναφεύγει. Μοῦ φέρνει γερμανικά παιχνίδια καί γερμανικά ροῦχα. Κάνει πιό πολύ ἀπό δυό μέρες γιά νά ’ρθει. Μπαίνει καί σ’ ἕνα μεγάλο βαπόρι. Ἐγώ δέν ἔχω μπεῖ ποτέ σέ βαπόρι, ἔχω δεῖ ἀπό μακριά ἕνα στήν κατασκήνωση ἀλλά δέν ἦταν πολύ μεγάλο σάν τά ξένα. Ἡ μάνα μου πάει πρίν τή Λαμπρή καί τόν βρίσκει στή Γερμανία. Ἔχουν ἄλλο Πάσχα στή Φραγκφούρτη. Πάει μέ τ’ ἀεροπλάνο. Τρεῖς ὧρες μόνον καί σέ κερνᾶν καί κοκακόλες. Τηλεφωνεῖ ὅμως κάθε Κυριακή μεσημέρι πού δέν δουλεύει. Πρῶτα μιλάει μέ τούς μεγάλους. Ἐμένα μοῦ λέει πάντα νά ’μαι καλό παιδί, νά διαβάζω τά μαθήματά μου καί νά μή στεναχωρῶ τή μάνα μου καί τή βάβω. Τηλεφωνάει καί στίς γιορτές γιά τά χρόνια πολλά. Ἅμα μεγαλώσω θά πάω κι ἐγώ στή Γερμανία. Μέ ἀεροπλάνο. Φέτο, λέει, πώς θά γυρίσει νά μείνει μαζί μας. Θ’ ἀνοίξει δικό του καφενεῖο στήν πλατεία. Στήν οἰκοδομή τοῦ κυρίου Γιώργου ἀπό τήν Ἀθήνα. Ἐμένα δέν μέ φωνάζει μέ τ’ ὄνομά μου ὁ πατέρας. Μέ λέει Φργόιντ.

Αὐτό σημαίνει φίλος. Ξέρω κι ἄλλες γερμανικές λέξεις πού τίς γράφω, μήν τίς ξεχάσω, σ’ ἕνα γερμανικό τετράδιο πού μοῦ ’φερε πρόπερσι ἀπό τή Γερμανία μέ χοντρό ἐξώφυλλο. Δέν μ’ ἔχει βαρέσει ποτέ. Ὁ πατέρας ὅλο γελάει. Στό πανηγύρι κερνάει μπύρες καί χορεύει μέ τόν ἀδελφό του. Ὁ θεῖος ὁ Θανάσης δέν θέλει νά τόν λέω θεῖο γι’ αὐτό τόν φωνάζω Θάνο, ὅπως κι ὁ πατέρας. Οἱ ἄλλοι τόνε λένε Θανάση. Ὁ Θάνος ὅλο καπνίζει, βρίζει καί φτύνει. Οἱ ἄλλοι δέν τόν ἀγαπᾶνε. Ἔρχεται κι αὐτός μόνο στό πανηγύρι τῆς Παναγίας τῆς Μεγαλόχαρης καί μετά φεύγει μέ τόν πατέρα. Αὐτός πάει στήν Ἀθήνα. Σπουδάζει ἐκεῖ γεωπόνος. Ὁ Θάνος δέν μοῦ φέρνει ποτέ τίποτα ἀλλά ἐγώ τόν ἀγαπάω. Ἔχει μιά μεγάλη μηχανή καί μέ πηγαίνει βόλτες. Ἔχει καί μπότες Βέρμαχτ. Εἶναι μαῦρες καί μ’ ἀρέσουν πολύ. Ὁ Θάνος φοράει τό σαραντατέσσερα κι ἐγώ τό τριανταέξι γιατί εἶμαι μικρός ἀκόμη. Ὁ πατέρας εἶπε ὅτι τοῦ χρόνου θά μοῦ φέρει κι ἐμένα Βέρμαχτ. Γιά μηχανή εἶμαι μικρός ἀκόμη. Ὁ Θάνος πέρυσι τό καλοκαίρι μέ φώναζε Φασουλάκι. Ἀπό τό Φασούλας. Ἔριξα ξαφνικά πολύ μπόι, λέει. Ἐμένα δέ μ’ ἀρέσει τό μπάσκετ. Προτιμῶ τό ποδόσφαιρο. Εἶμαι σέντερ φόρ. Θά γίνω ποδοσφαιριστής ἅμα μεγαλώσω. Ἡ μάνα θέλει νά γίνω γιατρός κι ἡ βάβω λέει νά γίνω ὅ,τι θέλω, φτάνει νά ’μαι καλός ἄνθρωπος. Ἐμένα δέ μ’ ἀρέσει καθόλου νά γίνω γιατρός. Εἶμαι Ὀλυμπιακός ὅπως κι ὁ πατέρας. Φέτος θά πῶ καί τά τρία κάλαντα καί μέ τά λεφτά πού θά μαζέψω θά πάρω μία στολή τοῦ Θρύλου. Στή Γερμανία δέν ἔχουν τέτοιες στολές. Πέρσι τά λεφτά πού μάζεψα ἀπ’ τά κάλαντα τά ’χασα στόν κουλοχέρη τοῦ κυρίου Φώτη καί ἡ μάνα μου φώναζε πολύ. Στό καφενεῖο τοῦ πατέρα θά παίζω τζάμπα καί θά κερδίζω.

Μέ ξύπνησαν πρωί –δέν εἶχε ξημερώσει ἀκόμη– καί μέ πῆγαν στό σπίτι τῆς θειᾶς τῆς Βασίλως. Ἡ θειά ἡ Βασίλω εἶναι γυναίκα τοῦ θείου Ἀριστείδη πού ’ναι δάσκαλός μου. Ἡ μάνα μου δέν μοῦ μίλαγε κι ἔκλαιγε. Δέν μ’ ἀρέσει νά κλαίει ἡ μάνα μου. Γιατί κλαίει ἡ μάνα μου; Πῆρα τό ἐνδεικτικό μου μέ Α΄ καί πέρσι. Γιατί κλαίει ἡ μάνα μου;

Μ’ ἄφησε στήν ξαδέρφη μου καί οἱ μεγάλοι φύγαν. Νόμιζα ὅτι πήγαιναν γιά δουλειά. Μαζεύουν πορτοκάλια καί μῆλα καί γυρίζουν ὅταν ξανανυχτώνει. Τά πορτοκάλια εἶναι ξινά καί δέν μ’ ἀρέσουν ἀλλά ἡ μάνα μου λέει ὅτι πρέπει νά τά τρώω γιατί ἔχουν βιταμίνες σί κι εἶμαι ἀδύναμος ὀργανισμός. Ἔτσι λέει, ἀλλά στό τρέξιμο εἶμαι πρῶτος στό σχολεῖο. Πρῶτος εἶναι κι ὁ Κώστας ἀλλά αὐτός εἶναι ὀχτώ μῆνες μεγαλύτερός μου καί δέν μετράει. Φέτος δέν ἀρρώστησα καθόλου. Ἔχω κερδίσει καί χρόνο. Ἡ ξαδέρφη μου, ἡ Ἑλένη μας, πάει τρίτη γυμνασίου. Μυρίζει ξεστό ψωμί –ὄχι ζεσταμένο, φρέσκο. Εἶναι πιό ὡραία κι ἀπό τήν Μενεγάκη. Θά τήν παντρευόμουνα ἅμα θά μεγαλώσω. ἀλλά δέν κάνει ἐπειδή εἴμαστε ξαδέρφια. Αὐτή δέν λέει τά κάλαντα γιατί ἔχει μεγαλώσει.

–Ἐγώ δέν εἶμαι ψεύτρα. Θά σ’ τό πῶ. Ὁ πατέρας σου πέθανε. Ἐρχόταν γιά Χριστούγεννα καί τόν ἐσκότωσε μία νταλίκα στήν Ἰταλία. Σήμερα θά τόνε φέρουνε στό ταφεῖο. Δέν πρέπει νά κλαῖς. Ἐσύ εἶσαι τώρα ὁ ἄντρας τοῦ σπιτιοῦ σας. Εἶσαι μεγάλος τώρα πιά καί πρέπει νά ξέρεις. Δέν πρέπει νά κλαῖς.

Ἐγώ δέν ἔκλαιγα καθόλου. Ὁ Χούντ εἶχε πεθάνει πέρσι τόν Ἀπρίλιο, ἡμέρα Πέμπτη στίς δεκαέξι. Εἶναι τό μεγαλύτερο σκυλί πού ὑπάρχει στόν κόσμο. Τόν εἶχε φέρει μωρό, τοσοδούλι, ὁ πατέρας. Ἦταν Γερμανός –ράτσα μολοσσός– ἀλλά καταλάβαινε κι ἑλληνικά. Ἐγώ δέν ἔχω πάει ἀκόμη στή Γερμανία. Τά γερμανικά εἶναι πολύ δύσκολη γλώσσα, λέει ὁ πατέρας. Οὔτε ὁ Θάνος ξέρει νά μιλάει. Ἐγώ ξέρω λίγα. Τόν βρῆκα ψόφιο σάν γύρισα ἀπό τό σχολεῖο. Ἡ γιαγιά λέει πώς πῆγε στόν Παράδεισο γιατί ὁ Χούντ δέν εἶχε πειράξει κανέναν. Ὁ κτηνίατρος εἶπε ὅτι φούσκωσε κι ἔσκασε γιατί τοῦ ’χε γυρίσει τό στομαχάκι του ἀνάποδα καί ὅτι αὐτό εἶναι ἀρρώστια τῶν μεγάλων σκυλιῶν. Οἱ μεγάλοι τόν φοβόντουσαν τόν Χούντ ἐπειδής ἦταν πολύ μεγάλος ἀλλά αὐτός ἦταν καλός. Μόνο νά παίξει ἤθελε τό ζωντανό. Ὁ πατέρας λέει νά μοῦ φέρει ἄλλο ἀλλά ἐγώ δέν θέλω ἄλλο Χούντ. Ἐγώ δέν ἔκλαιγα καθόλου.
Ἄν θές μποροῦμε νά πᾶμε καί στήν κηδεία, ἀλλά ἀπό μακριά γιατί μοῦ εἶπαν νά σέ φυλάω.
Οἱ κηδεῖες γίνονται στόν Ἁι-Γιώργη, ἔξω ἀπό τό χωριό καί τά παιδιά δέν πηγαίνουν ἐκεῖ. Μόνο στόν Ἁι-Δημήτρη πᾶνε τά παιδιά. Ἡ βάβω λέει πώς τά παλιά τά χρόνια ἦταν ἕνας δράκος στό χωριό κι ἔτρωγε τούς χωριανούς. Ὁ Ἁι-Γιώργης ὅμως τόν ἐσκότωσε μέ τό σπαθί του κι ἀπό τότες τό θεριό δέν ἔχει φάει ἄνθρωπο. Ἐγώ δέν φοβοῦμαι νά πάω στόν Ἁι Γιώργη ἀλλά στό σχολεῖο τά μεγάλα παιδιά λένε πώς ὁ Τρελόγιαννος εἶχε περάσει μικρός ἀπ’ ἐκεῖ νύχτα κι ἄκουσε τή μάνα τοῦ δράκου, τή δρακόντισσα, πού ’κλαιγε γιά τό παιδί της στόν Ἅγιο καί τότες λωλάθηκε ἀπό τό κλάμα της. Ἐγώ ἔχω δεῖ κηδεῖες στήν τελεόραση ἀλλά ἦταν στήν ἐκκλησία καί στό κοιμητήριο τῆς Ἀθήνας. Τό Χούντ τόν ἐθάψαμε στοῦ Φωκᾶ τό χωράφι. Καμιά φορά πηγαίνω καί τοῦ μιλάω –ἀλλά στά κρυφά. Λέω καί τό Πάτερ ἡμῶν, μέσα μου ὅμως. Γιατί τά σκυλιά δέν τά θάβουν στό κοιμητήριο;

Στήν ἀνηφόρα στέκονταν ὀρθές οἱ γυναῖκες καί στό ἴσιωμα οἱ ἄντρες. Οἱ γυναῖκες φοροῦν μαῦρα ὅπως οἱ γριές. Οἱ ἄντρες εἶναι κανονικοί. Ἡ θειά ἡ Βασίλω βαστάει τή μάνα μου κι ἡ παπαδιά τή γιαγιά μου.

Ὅλοι κοιτᾶνε κατά τά ποτιστικά.

–Περιμένουν τ’ ἁμάξι μέ τόν πατέρα σου.

Πρῶτο ἦρθε τό φορτηγάκι τοῦ Κοσμᾶ μέ τά ψάρια. Ἀπ’ τά μεγάφωνα ἔπαιζε «θά σοῦ κάνω μακαρόνια μέ κιμά, γιά νά φᾶς, ἄν πεινᾶς» τοῦ Σάκη Ρουβᾶ.
Ὁ Κοσμᾶς ὅμως τό ’κλεισε, παρκάρισε, σταυροκοπήθηκε κι ἔκατσε ὀρθός μέ τούς ἄντρες. Τά ψάρια δέν μοῦ ἀρέσουν κι ἡ γιαγιά μου μοῦ τηγανίζει καί πατάτες γιά νά τά φάω. Μόνο τά καλαμάρια εἶναι ὡραῖα.
Μετά ἦρθε τό μαῦρο ἁμάξι. Οἱ γυναῖκες χύθηκαν πίσω του καί σκούξανε. Ὕστερα τά μεγάλα παιδιά πήρανε τήν κάσα στούς ὤμους τους.

–Μές στήν κάσα εἶν’ ὁ πατέρας σου.

Ἡ μάνα μου ἔκλαιγε πολύ τώρα καί δέν θέλω νά κλαίει. Ἔκλαιγε καί ἡ Ἑλένη μας καί μό ’σφιγγε τό χέρι. Ἐγώ δέν ἔκλαιγα καθόλου. Πόναγε ὅμως τό χεράκι μου.
Μάνα, μάνα μου μήν κλαῖς, σέ παρακαλῶ.02

Θά γίνω γιατρός. Μήν κλαῖς. Ὅλοι σταθῆκαν καί μέ κοίταζαν πού ζύγωνα κοντά.
–Μωρή ρουφιάνα, χαμένη πού σό ’φυγε τό παιδί. Γιά τό Θεό μαζεῦτε το ἀπ’ ἐδῶ.
Ὁ θεῖος Ἀριστείδης ὅμως, ὁ δάσκαλός μου, εἶπε ὅτι εἶμαι γιός τοῦ πατέρα μου κι ὅτι ἔχω δικαίωμα –ἔτσι εἶπε– νά παρακολουθήσω τήν κηδεία τοῦ πατέρα.
Μέ πῆρε ἀπ’ τό χέρι ἀλλά ἐγώ ἤθελα νά ’μαι μέ τή μάνα μου, ὄχι μέ τούς ἄντρες. Μές στήν ἐκκλησία πῆγα κι ἔκατσα σιμά της.

Τόν πατέρα τόν ἄφησαν μπρός στό ἱερό κι ἐμεῖς γύρα-γύρα. Ὁ Ἁι-Γιώργης δέν ἔχει πολλές ζωγραφιές ὅπως ὁ Ἁι-Δημήτρης. Κάνει κρύο. Εἶδα πό ’χουν ζωγραφισμένο τό φόνεμα τοῦ δράκου ἀπό τόν Ἅγιο, ἀλλά τή δράκαινα μήτε τήν εἶδα μήτε τήν ἄκουσα.

Θά ’ρχεται μόνον βράδυ. Ψές εἶχε ξαστεριά καί μπορεῖ νά χιονίσει σήμερα. Πέρσι τά Χριστούγεννα εἶχε χιονίσει καί μ’ ἄρεσε πολύ. Τότε ἦταν κι ὁ Χούντ καί τοῦ ἄρεσε κι αὐτουνοῦ τό χιόνι. Τά χεράκια μου εἴχανε παγώσει πολύ. Ἦρθε κι ὁ Θάνος μέ τίς Βέρμαχτ καί μοῦ ’ριχνε σφαλιάρες στό σβέρκο καί τσιμπιές στήν πλάτη. Ἤθελα νά γελάσω ἀλλά κρατιόμουνα. Στ’ ἀριστερό παπούτσι μου ἦταν ἕνα ζούδι ἄσκημο πολύ καί τό πάτησα καί τό ’λιωσα. Ὁ θεῖος Ἀριστείδης, ὁ δάσκαλός μου, μ’ ἀγριοκοίταξε, ἀλλά ὁ Θάνος μοῦ ’κλεισε τό μάτι. Θά ’ρθε μέ τή μηχανή καί θά μέ πάει βόλτα μετά. Τρέχει πάρα πολύ καί μ’ ἀρέσει. Τά μαλλιά του κολλᾶν στό πρόσωπό μου καί τά τρώω λίγο. Ὁ παππούλης ἔψελνε καί μετά μίλησε καί εἶπε πώς ὁ πατέρας εἶναι καλός ἄνθρωπος καί μετά μίλησε καί ὁ θεῖος ὁ Ἀριστείδης, ὁ δάσκαλός μου, καί εἶπε κι αὐτός ὅτι ὁ πατέρας εἶναι καλός ἄνθρωπος. Ξεσκέπασαν μετά τήν κάσα μέ τόν πατέρα καί πηγαίναμαν ἕνας-ἕνας νά τόν φιλήσουμε. Ἐγώ δέν ἔφτανα νά δῶ μέσα. Μέ σήκωσε ὁ θεῖος Ἀριστείδης καί φίλησα κι ἐγώ. Μύριζε ὡραῖα ἀλλά ὁ πατέρας δέν φαινόταν ἐπειδής ἡ κεφαλή του ἦταν διπλωμένη μέ γάζες. Μέ ξεπλάτισαν οἱ χεροῦκλες τοῦ θείου Ἀριστείδη. Στήν τηλεόραση οἱ πεθαμένοι δέν ἔχουν καθόλου γάζες. Τά μεγάλα παιδιά πῆραν πάλι στούς ὤμους τους τήν κάσα μέ τόν πατέρα καί πήγαμε στόν λάκκο πού σκάψανε δυό Ἀλβανοί. Ἀρχίνησαν πάλι τά κλάματα κι ἡ μάνα μου κούναγε πέρα δῶθε τήν κεφαλή της. Ἐγώ δέν ἔκλαιγα καθόλου.

Πρίν χώσουν τήν κάσα μέ τόν πατέρα στόν λάκκο, ὁ Θάνος τῆς ἔβαλε μέσα τσιγάρα καί ἡ γιαγιά λεφτά. Μετά ρίχνουν ὅλοι χῶμα στήν κάσα μέ τόν πατέρα. Ἔριξα κι ἐγώ μία χούφτα ἀλλά δέν πέτυχα κι ἔπεσε στά πόδια τοῦ παππούλη, ἀλλά δέν μέ εἶδε κανένας. Λέγαν καί τό «Χριστός Ἀνέστη» πού λέμε τό Πάσχα. Γιατί τό λένε ἀπό τώρα;

Οὔτε τά Χριστούγεννα δέν ἦρθαν ἀκόμη. Ἀφοῦ τό τραγουδᾶνε οἱ μεγάλοι, τό τραγουδάω κι ἐγώ. Ἡ μάνα μου ἔκλαιγε πολύ δυνατά τώρα. Ἐγώ δέν ἔκλαιγα καθόλου.
Ἔκλαιγε κι ὁ Θάνος τώρα. Ἅμα τελειώσει ἡ κηδεία θά τοῦ πῶ νά μοῦ φέρει αὐτός τίς Βέρμαχτ.


[Τό βιβλίο διηγημάτων τοῦ Θεόδωρου Ε. Παντούλα Εἶναι νά μή σοῦ χρωστάει ὁ Θεός κυκλοφορεῖ τίς ἑπόμενες μέρες ἀπό τίς ἐκδόσεις Ἄπειρος Χώρα. Ἡ πρώτη φωτογραφία εἶναι τοῦ Richard Kalvar, ἡ δεύτερη ἀπό τήν ταινία τοῦ Bela Tarr, Satantango.]