Η ΒΑΡΚΑ ΦΡ Α

Η ώρα ήταν 4.53 μ.μ. Ακριβώς όπως και χθες.
Μια διπλή στήλη φωτός αναδύθηκε από το φουρτουνιασμένο Τυρρηνικό πέλαγος και στάθηκε σε σχήμα παρένθεσης πάνω από το σκοτεινό πλεούμενο.
Φάνηκαν πρώτα δυο φιγούρες γερμένες η μια πλάι στην άλλη, και μετά ένα παιδί, που προσπαθούσε να ισορροπήσει πάνω σε κάτι κουλούρες σκοινί. Τέλος, ο ναύτης, όρθιος στην πλώρη. Αυτός, βρέθηκε για μια στιγμή όλος μέσα στο φως, κι έκανε μια απεγνωσμένη κίνηση να μαζέψει το σκισμένο πανί. Δεν πρόλαβε.
Η παρένθεση άρχισε ν’ ανοίγει. Γρήγορα πλαισίωσε ολόκληρη την βάρκα, που ήταν 107 χρόνων και είχε μια μπορντούρα βαθυκόκκινη στο πλευρό.
Η στήλη φωτός εξαερώθηκε και όλα έγιναν πάλι μαύρα.

Η βάρκα δεν θα κατάφερνε να γλιτώσει το ναυάγιο. Στην τραπεζαρία ερχόταν ο ήλιος και η θάλασσα γαλήνευε, αλλά μόνον 4.53 – 5.01 μ.μ., κάθε Αύγουστο. Ο πίνακας όμως, στη γωνία του, είχε πάντα άγρια μεσάνυχτα.

Πίπης Π. Παπάκης


[Με αφορμή τον διαγωνισμό μικροδιηγήματος, γνωστοί συγγραφείς μάς στέλνουν και δικά τους κείμενα ζητώντας να μείνουν εκτός συναγωνισμού, προκειμένου να μη στερήσουν τη βράβευση από νεότερους συναδέλφους τους. Τα διηγήματα αυτά δημοσιεύονται για την ώρα με ψευδώνυμο, τα ονόματα των συγγραφέων τους όμως θα αποκαλυφθούν μαζί με τα αποτελέσματα.]