ΤΟ ΚΟΛΑΤΣΙΟ / LA MERIENDA

Μετάφραση: Ούρσουλα Φωσκόλου

Θυμήσου ακόμη, Μαρία,
στις τέσσερις το απόγευμα
το απανθρακωμένο μας λιμάνι.
Το λιμάνι μας
που μάλλον έμοιαζε με ξεβρασμένη φωτιά
ή χέρσα γη
ή αστραπή.
Θυμήσου το φλεγόμενο έδαφος,
εμάς να γδέρνουμε τη ράχη της γης
τάχα μου για να ξεθάψουμε το πράσινο λιβάδι.
Την αλάνα όπου μας μοίραζαν το κολατσιό,
το πιάτο μας ξέχειλο απ’ τα κρεμμύδια
που για μας αλάτιζε η μάνα μου,
που για μας ψάρευε ο πατέρας μου.
Όμως παρόλ’ αυτά,
εσύ το ξέρεις,
θα θέλαμε να έχουμε καλέσει τον Θεό
να καθήσει στην κορυφή του τραπεζιού μας,
τον Θεό χωρίς τον Λόγο
χωρίς θαύματα
μόνο και μόνο για να μάθεις,
Μαρία,
ότι ο Θεός είναι παντού
ακόμα και στο πιάτο με τα κρεμμύδια σου
ακόμα κι αν αυτό σου φέρνει δάκρυα.
Όμως πάνω απ’ όλα
θυμήσου εμένα και την πληγή,
τον καιρό πριν βοσκήσουν απ’ τα χέρια μου
στον σιταγρό των κρεμμυδιών
για να κάνουν από το ψωμί μας
την πείνα των ημερών μας όλων
κι εκτός των άλλων, τώρα,
που εσύ πια δε θυμάσαι
και που ο σπόρος ο κακός θρέφει τον αγρό των εξαφανισμένων
για να σε κάνω να δεις, Μαρία
ότι δεν έφταιξες εσύ
ούτε η μνήμη σου,
γιατί αυτός είναι ο καιρός
κι αυτά είναι τα ήθη του.

[Αντρέα Κότε (Μπαρρανκαμπερμέχα, Κολομβία, 1981). Η ανθολογία Ποίηση ενάντια στην αβεβαιότητα, απ’ την οποία προέρχεται το ποίημα, κυκλοφορεί προσεχώς από τις εκδόσεις μας.]