Δέν εἶναι τ’ ἁλωνάκι ἐδῶ νά σοῦ μιλάει τό χῶμα•
εἶναι τό ἄγριο οὐρλιαχτό τῆς ἐθνικῆς λεωφόρου•
εἶναι οἱ νταλίκες πού σκορποῦν ἕναν κακόν ἀγέρα•
εἶναι τό κρύο κι ἡ βροχή στή ρημαγμένη στάση.

*

Λευκό κρινάκι ἄνθισε μές στή ρωγμή τοῦ τοίχου.
Μά πῶς νά βρῶ στήν ἄσφαλτο γαλάζια πεταλούδα;

*

Ψυχές πού λησμονήθηκαν στέκουν στήν ἀποβάθρα
(μοῦ κάνει νεῦμα μιά σκιά μήν πῶ τό μυστικό της).

*

Καημός, ὅπως τοῦ Ἀσπρόπυργου παροπλισμένο πλοῖο.

*

Τί συμφορά ὅταν γυρνᾶς καί λείπει ἡ πατρίδα.

[Ἀπό τή συλλογή Τί γίναν οἱ μαστόροι;,Γαβριηλίδης, Ἀθήνα 2014. Ἡ φωτογραφία εἶναι τοῦ Νίκου Οἰκονομόπουλου.]