Μετάφραση: Ούρσουλα Φωσκόλου

[…] Το συναίσθημα δεν μπορεί να είναι της μόδας. Το συναίσθημα είναι παγκόσμιο και διαχρονικό. Και η ποίηση οφείλει να το προκαλεί. Μπροστά σε τέτοια αβεβαιότητα, προς έκπληξή μας, μεγάλη μερίδα νέων ισπανόφωνων ποιητών, έχουν υιοθετήσει μια τάση τόσο πειραματική όσο και σκοτεινή. Όπως οι άνθρωποι που περιέβαλλαν τον Ορφέα για να τον ακούσουν να παίζει τη λύρα του και με αυτό τον τρόπο να ξεκουράζει την ψυχή του, αντιμετωπίζουν τις ερωτήσεις του καιρού μας προσπαθώντας να τις αγνοήσουν, παραδίνονται στην τέχνη για την τέχνη, απορρίπτοντας τις έγνοιες που αγγίζουν τους απλούς ανθρώπους, τις ψυχές που ψάχνουν απαντήσεις, που αναζητούν το θαύμα της επιβίωσης και που θέτουν στον εαυτό τους ερωτήσεις, που αισθάνονται την αβεβαιότητα στα χέρια και τις φιλοδοξίες τους. Τούτη η αντίδραση των καλλιτεχνών, των ποιητών ειδικότερα, δεν είναι καινούργια. Οι νέοι πάντοτε είχαν την τάση να πηγαίνουν κόντρα στους μεγαλύτερους με μια εφηβική λύσσα, ψάχνοντας να διαμορφώσουν την ταυτότητά τους. Στην σύγχρονη ποίηση, αυτός ο δρόμος συνεπάγεται την αντίθεση σε εκείνους που τόσο έχουν δουλέψει ώστε η ποίηση να γίνει κατανοητή, να εξανθρωπιστεί, να πλησιάσει τον απλό κόσμο. Αν στο δεύτερο μισό του 20ού αιώνα, οι καλύτεροι ποιητές της γλώσσας μας επανήλθαν στα εγκόσμια, η σύγχρονη ποίηση, αναζητώντας νέα μονοπάτια και μια καινούργια λογοτεχνική πραγματικότητα, έχει ανεβάσει τον εαυτό της σε βάθρο. Η συμπεριφορά αυτή, νομιμοποιήθηκε από ορισμένους ποιητές, των οποίων τα λογοτεχνικά σχέδια απέτυχαν παταγωδώς, ακριβώς επειδή ασπάστηκαν τον φτηνό μπαροκισμό και την ελαφρότητα της μόδας. Τώρα αναζητούν μια δεύτερη ευκαιρία εκθειάζοντας αυτό ακριβώς που τους οδήγησε στο αδιέξοδο των κενών λέξεων.
Θέλουμε να εκφράσουμε τη θλίψη μας μπροστά σε τούτη τη δυναμική που μας φαίνεται καταστροφική για την ποίηση, γιατί οδηγεί, με τρόπο αναπόφευκτο, στον απανθρωπισμό της. […]

Οι αποσπασματικές συνομιλίες, ο παραλογισμός ως δόγμα και η κατάχρηση τεχνασμάτων έχουν επιφέρει την καταστροφή της ποίησης σε διάφορα στάδια της ιστορίας της λογοτεχνίας. Έχουν προκαλέσει τέτοια ζημία, ώστε πλέον η ποίηση να θεωρείται δύσκολο είδος αναγνώσιμο μόνο από ποιητές, εφόσον φαίνεται να καταλαβαίνονται μονάχα μεταξύ τους, σαν τους κατοίκους μιας εξωτικής νήσου.

Απόδειξη τούτου είναι η κωματώδης κατάσταση στην οποία βρίσκεται το ποιητικό πανόραμα στο μεγαλύτερο μέρος των ευρωπαϊκών χωρών, μερικές από τις οποίες με λογοτεχνική παράδοση τόσο σπουδαία, όπως η Ιταλία ή η Γαλλία. Επίσης, φανερή είναι και η περιθωριοποίηση που υφίστανται τα ποιητικά βιβλία σε οποιονδήποτε χώρο, είτε πρόκειται για βιβλιοπωλείο, είτε για πολιτιστικό ένθετο, περιοδικό, βιβλιοθήκη… Οι αναγνώστες αρχίζουν να απομακρύνονται επικίνδυνα από την ποίηση, μεταξύ άλλων επειδή όταν ξεκινούσαν να αντιλαμβάνονται ότι επρόκειτο για ένα είδος προσιτό, που εξέπεμπε συναίσθημα, ορισμένοι ποιητές των νέων γενεών άρχισαν να σκορπίζουν το σκοτάδι και την αβεβαιότητα, για να μην αναφερθούμε και στην ποιητική της σιωπής.

Όταν ένα ποίημα δεν είναι κατανοητό, ο αναγνώστης τείνει να ρίχνει το φταίξιμο στον εαυτό του, ωθούμενος από την γενικευμένη ιδέα ότι ο ποιητής είναι ένα ον με μια ευαισθησία διαφορετική, ανώτερη. Μια ιδέα τόσο λανθασμένη όσο και συμφεροντολογική. Εάν ένα ποίημα δεν είναι κατανοητό, ο μοναδικός υπεύθυνος είναι εκείνος ο οποίος επιχείρησε να προκαλέσει την επικοινωνία. Είτε λοιπόν δεν κατέστη ικανός εξαιτίας των περιορισμών του, είτε δεν το κατάφερε γιατί δεν ήταν σκοπός του, γιατί αναζητούσε μονάχα τη λογιότητα και το τέχνασμα, γιατί έψαχνε κάτι αποδεκτό από το κοινό και τον Τύπο, κάτι που θα χαϊδέψει τα αυτιά των κριτικών, μεγάλο μέρος των οποίων έχει υποπέσει στο ίδιο λάθος. Εάν ένα ποίημα δεν είναι κατανοητό, γενικώς αυτό που συμβαίνει είναι ότι ο ποιητής δεν έκανε σωστά τη δουλειά του. Οι ποιητές είμαστε κανονικοί άνθρωποι, με τους ίδιους φόβους και τις ίδιες ανησυχίες με τους υπόλοιπους, ακόμα και αν προσπαθούμε να παρατηρούμε προσεκτικά αυτά που μας περιβάλλουν, αναζητώντας αυτό που κρύβεται πίσω από το φαίνεσθαι, ώστε στη συνέχεια να έρθουμε αντιμέτωποι με την πράξη αβεβαιότητας, δηλαδή τη γραφή ενός ποιήματος που θα μπορούσε να ρίξει λίγο φως στην πραγματικότητα.

Εξαιτίας αυτών, το σύνολο των συμβολικών στοιχείων και των τεχνασμάτων που απομακρύνουν την ποίηση από την έμφυτη επικοινωνιακή τάση της, δεν κάνουν άλλο από το να αποκρύπτουν μια έλλειψη παλμού ή αυθεντικών ιδεών. Οι καθαροί στίχοι δεν χρειάζονται μεταμφιέσεις ούτε προσποιητή πολυπλοκότητα, απλούστατα επαναπροσδιορίζουν τις ιδιαιτερότητες της πραγματικότητας, χωρίς ποτέ να εγκαταλείπουν το παρατηρητήριο των ονείρων. […]

(Το βιβλίο Ποίηση ενάντια στην αβεβαιότητα. Ανθολογία νέων ποιητών στα ισπανικά ετοιμάζεται και θα κυκλοφορήσει προσεχώς από τις εκδόσεις μας).

cabecera