Ολυμπία Καράγιωργα
Στο φως το χρυσαφί
Ποίηση 1960-2010
Εκδ. Σοκόλη, 2010

Η Ολυμπία Καράγιωργα με τον ποιητικό της τόμο Στο φως το χρυσαφί έγραψε τον δικό της χρυσό αιώνα. Πιο καλά θα ήταν να πει κανείς ότι έγραψε το μυθιστορηματικό, συναισθηματικό, βαθιά νοσταλγικό εργοβιογραφικό της. Ο κύκλος βεβαίως δεν έκλεισε, τα πολλά έχουν πάρει τη θέση τους, ελπίζουμε όμως πως έπονται και άλλα που η ωραία στιγμή σε μια κάθετη εφόρμησή της θα συναντήσει την συμπυκνωμένη εμπειρία για να ξανά- ανά- καταγραφεί. Η παρούσα έκδοση, ωστόσο, είναι γεγονός και έχει έντονο το στίγμα της συναισθηματικής φόρτισης ήτοι «το φως το χρυσαφί» της πληρότητας και, γιατί όχι, ας διαπράξουμε την ύβρη, της θεότητας.

Από τον τρόπο που η ίδια ενημερώνει στη μέσα σελίδα της, πώς και ποιοι συνέβαλαν στο στήσιμο του βιβλίου, αλλά και από το οπισθόφυλλο, όπου μας παραθέτει το ποιητικό βιογραφικό, όλα χορεύουν ποιητικά. Ο πατέρας, η μητέρα, οι σπουδές, τα βραβεία, οι έπαινοι, οι βραβεύσεις (με κορυφαία εκείνην της Ακαδημίας το 2010), οι ευχαριστίες, οι επιστολές, οι κριτικές, όλα δίνονται ποιητικά. Το βιβλίο αυτό είναι, εν ολίγοις, ένας πανδέκτης πέρα από συγκεντρωτική ποιητική συγκομιδή. Πρέπει να προσθέσουμε ότι οι βραβεύσεις της, καθώς και οι έπαινοι των επιφανών επιβεβαιώνουν την ρήση του Οδυσσέα Ελύτη ότι στο μάκρος εικοσιπέντε αιώνων δεν υπήρξε ούτε ένας που να μην γράφτηκε ποίηση. Η Ολυμπία, που αξιώθηκε να έχει στο θησαυροφυλάκιό της και τον έπαινο του μεγάλου μας ποιητή, κρατάει γερά την αλυσίδα. Όλη η ζωή, στις καλύτερες και δημιουργικότερες ώρες της, είναι συμπυκνωμένη σ’ αυτό το βιβλίο.

Η Καράγιωργα δεν είναι μόνο ποιήτρια. Είναι και μεταφράστρια αρχαίας τραγωδίας και ξένης λογοτεχνίας. Συγγραφέας προσωπογραφιών (Βιρτζίνια Γουλφ, Νιζίνσκι, Σαραντάρης), και ταξιδιωτικών βιβλίων (Αίγυπτος…, Λέρος, Αίγυπτος – Μονσούρα…), ακόμα έχει γράψει ποιήματα και για παιδιά. Επόμενο είναι η πολυδιάστατη αλλά και παρεμφερής αυτή δραστηριότητα να την έχει μπολιάσει με ποικίλες ευαισθησίες, οι οποίες αποταμιεύονται στην ποίησή της.

Τα πρώτα ποιήματα παίζουν μέσα στον ασαφή χώρο και χρόνο, παίζουν μέσα σε μια απροσδιόριστη μελαγχολία που φέρνουν ποικίλα και διαφορετικής διάθεσης αισθήματα, όπως η αναπτερωτική ομορφιά της μουσικής, «οι νότες υψώνουν το κορμί», το κάλλος ενός αγοριού: «Αγόρι που περνάς/ Ωραίο σαν πρώτο μυστικό αγάπης», το πάθος ενός χορευτή «Ψηλός / περήφανος· /και χόρευε και ζούσε / κι’ αγαπούσε τον Έρωτα χορεύοντας» ή «τα στιλπνά μαύρα μαλλιά» του Γιόσουα με την κιθάρα. Αλλά και ο χωρισμός, «Έλα αγκάλιασέ με τώρα που κολυμπώ γυμνή μες στην αλήθεια μου», η συνειδητοποίηση του φευγαλέου, «Τα πουλιά περνούν και δε στέκονται», η ανεξίτηλη ανάμνηση «Κάπου, / Βαθειά στο πρώτο μας καλοκαίρι, / Αχνοσαλεύει ένα λειβάδι / Και μ’ αγκαλιά γεμάτη φως και περιστέρια».

Τα ποιήματα δεν έχουν ενιαία μορφή, αφήνονται στις ιδιοτροπίες της εκάστοτε έμπνευσης, έτσι άλλοτε η ιδέα προεκτείνεται σε στίχους κυματιστούς σαν να διεκδικούν το χώρο τον ατέρμονα, ποτάμι που κυλάει ήρεμα, χρόνος που έχει το σύμπαν δικό του για να απλωθεί, και άλλοτε σε σύντομους, λιτούς, κοφτούς και επιγραμματικούς δρόμους, σαν ανταύγειες στη σκοτεινιά του κόσμου ή της ψυχής. Και στη μία και στην άλλη περίπτωση η Καράγιωργα καταθέτει αίσθημα. Κι ενώ η ποίησή της μοιάζει και είναι κατά βάση ερωτική, σε μια μικρή στροφή, σε μια κώχη, στρέφει το πρόσωπο στον προβολέα και ρίχνει φως στην άλλη πλευρά, την ανθρώπινη και ελεητική για κάθε ταλαιπωρημένο πλάσμα στη γη: «Στη γωνία Ακαδημίας κι’ Ιπποκράτους / Μαζεύτηκαν τα όνειρα/ Και ζητιανεύουν».

Όμως είναι ευγνώμων και δεν παραβλέπει την ομορφιά της φύσης που δεν γνωρίζει από κοινωνικές αδικίες και άλλα των ανθρώπων κατασκευάσματα και παρέχει απλόχερα την ομορφιά της σε όποιον έχει τη διάθεση να παρηγορηθεί κοντά της: «Μια τέτοια μέρα,/ Που ο ήλιος στα φύλλα και στα μάτια του μ’ αγιάζει,/ Θα σκύψω να φιλήσω το νερό/ Κείνης της λίμνης/ Που γύρω τους μαζεύονται οι κουρασμένοι να τα πουν». Απομονώνοντας στίχους – ψηφίδες από το τεράστιο ψηφιδωτό, μπορούμε να δούμε: το απρόσμενο: «Έσκαψα στα κρυφά και μπήκα από τις ρίζες». Τον επικίνδυνο υπαινιγμό: «Η σκιά μου όλο μακραίνει/ Η σκιά μου όλο και μου μοιάζει». Τη μεταμορφωτική δύναμη της ποίησης που εγγίζει τη μεταφυσική, ως αλληγορία της προσωπικής της μεταμόρφωσης: «Στην αρχή ήμουνα θάλασσα./ Ύστερα έγινα βράχια και πουλιά/ Τώρα η θάλασσα πνίγηκε / Και τα πουλιά σκόρπισαν/ Δε μένει παρά μια στενή λωρίδα άμμου/ Με κάτι παράξενα φυτά, κάτι παράξενα λουλούδια».

Οι περιγραφές της γίνονται ποιητικές εικόνες, πίνακες μου μιλάνε με στίχους : «τα δάχτυλα του φεγγαριού / μαγεύουν τα κοιμισμένα έπιπλα» σαν τα ομιχλώδη τοπία του ρομαντισμού, «Οι μυστικές επιθυμίες … σα φίδια και σαν αετοί», φέρνουν στον νου τον Λαοκόοντα. «Το πρόσωπό σου στενόμακρο φεγγάρι» (θυμίζει Μοντιλιάνι), «Λαιμός του απελπισμένου κύκνου» (σαν τον μαγεμένο κύκνο στη Λίμνη του). Στην εύλογη απορία: «Μα ειν’ άδειο. Γιατί δεν το πετάς;», η αποστομωτική απάντηση: «Δε βλέπεις; Γράφει πάνω: Γιώργος-Ολυμπία». Η ικετευτική υπαινικτική προτροπή κι ερώτηση πλεγμένη σταυρωτά με την αποκαρδιωτική αδιαφορία: «Πιες./ Δε διψώ./ Κι’ εγώ; Τι θα το κάνω το ποτάμι;». Η αμετανόητη λαχτάρα και η αχόρταγη επιθυμία, «Μπορώ να σε ζήσω/ λαίμαργα τώρα».

Στην προσωπική μυθολογία της Καράγιωργα μεγάλη θέση έχει η οικογένεια. Ο πατέρας, η μητέρα, σχεδόν αγιοποιημένοι, και το παιδί, που όσο μεγαλώνει τόσο συντάσσεται με τον κόσμο των γονιών του:
«Μητέρα. / Μη φοβηθείς να μ’ ανταμώσεις αυτό το καλοκαίρι./ Εφέτος δε θα σβύσω τις ρυτίδες πούρθαν στα χέρια / και στο πρόσωπο/ … Για να μπορείς να μ’ ανταμώσεις / Για να μπορώ να σ’ ανταμώσω/ Αυτό το καλοκαίρι».

Από άποψη τεχνικής, η Καράγιωργα δεν φαίνεται να νοιάζεται. Δεν την απασχολεί η προώθηση της τεχνικής, η τυφλή υπακοή στα μέτρα και τους κανόνες παραδοσιακούς ή μοντέρνους. Η Καράγιωργα δεν δεσμεύεται από τον τύπο, την απασχολεί η ουσία και αυτής τη μορφή επιμελείται με πρώτον τη τάξει κινούν, το αίσθημα.
Αυτό είναι που πρέπει να διοχετευτεί, να γλιστρήσει στον αναγνώστη, να τον κάνει δει εκείνο που η ίδια βλέπει και αισθάνεται. Έτσι, από την παρατήρηση στο κοχλάζον, ηφαιστειώδες αίσθημα και από αυτό στην καταγραφή του, ο στίχος έρχεται αυθόρμητα και αετοφόρος προσγειώνεται στο χαρτί για να καταδηλώσει με τα μαύρα ίχνη του τα ρίγη της ψυχής, της ανθρωπιάς, του ελπιδοφόρου ή απέλπιδος έρωτα. Η Καράγιωργα ζει με τις αναμνήσεις μιας νιότης γεμάτης από αισθήσεις και εμπειρίες, απώλειες και πληρώσεις. Ζει και αισθάνεται τον κόσμο και, επειδή είναι παιδί, σχεδόν, της ερήμου, έχει ψυχικές αντοχές και ταλέντο που μπορεί να κάνει την έρημο της ζωής μας να βλαστήσει, κι αν όχι μπορεί τουλάχιστον να της στάξει σταγόνες ποιητικής δροσιάς.

– Όχι, αυτό το καλοκαίρι δεν θα ανταμώσεις τη Μητέρα, Ολυμπία. Και αυτό το καλοκαίρι, Χαίρε και γράφε.

Ολυμπία, Χαίρε.