Εκείνη έφυγε ξαφνικά από το Ερεχθείο, νύχτα.
Εγκατέλειψε τις άλλες Καρυάτιδες και βάλθηκε να περπατάει στους δρόμους της πρωτεύουσας, μοιράζοντας κύτταρα ομορφιάς στους περαστικούς.

Απλά τραγουδούσαν, λευτερωμένοι από σκουριές παρόντος και μέλλοντος.
Όμορφη έως γυμνή, με διάφανο χιτώνα, δεν είπε λέξη στις άλλες Καρυάτιδες για τη μεγάλη φυγή.
Όχι κακόβουλα, αλλά πού να καταλάβουν και γιατί, αυτό που δεν σχεδίαζε χρόνια, αλλά αποφασίστηκε σε έξαρση στιγμής.
Κι αναιρέθηκαν καθήκοντα αιώνων, έγινε η στασιμότητα κίνηση, η υποχρέωση παρελθόν και ξαφνικά γύρισε την πλάτη στις εξαρτήσεις.

Η μεταμόρφωση δεν ήταν σε κτίρια ή τοπία.
Αλλά στα μάτια της, που είδαν αλλιώς, αυτό που στάσιμα κοίταζαν χρόνια.

Φυγή έγινε ξαφνική, νύχτα, χωρίς λέξη, με κύτταρα ομορφιάς κι αίσθηση άφατης ελευθερίας…