frear

Μαρίας Κουλούρη “Μουσείο άδειο” – του Λευτέρη Γιαννακουδάκη

Η αμφισημία του ψυχισμού

1558461_10203838616304374_8858475858419037863_nΞεκινώ με μία προσωπική εκτίμηση: τρία είναι τα βασικά χαρακτηριστικά που προσθέτουν στη σύγχρονη ποίηση, χαρακτηριστικά που όπως θα δούμε συναντάμε και στο έργο της Μαρίας Κουλούρη: αμφισημία, αφαίρεση και (επιτρέψτε μου το λογοτεχνικό σχήμα) υποδόρια ευστοχία.

1ον: αμφισημία, πολυσημία. «Με τον όρο «αμφισημία» (ή «αμφιλογία») χαρακτηρίζουμε το γλωσσικό φαινόμενο κατά το οποίο μια λέξη ή και μια ολόκληρη φράση χρησιμοποιείται με τέτοιο τρόπο, ώστε να αποκτά μια διφορούμενη σημασία, και τελικά, να γίνεται κατανοητή με δύο διαφορετικούς τρόπους. Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της αμφισημίας είναι ότι και οι δύο τρόποι ανάγνωσης και κατανόησης θεωρούνται νοηματικά έγκυροι και αποδεκτοί.» Το κείμενο – ποίημα τίθεται ως ερώτημα με διττές ή ενίοτε πολλαπλές απαντήσεις, ερώτημα που εμπεριέχει ψήγματα από τη φαντασίωση της ιδανικής απόκρισης του ποιητή, αφήνοντας τον αναγνώστη να διακρίνει ή απλά να νομίζει ότι διακρίνει τα σημεία ορισμού της ποιητικής πραγματικότητας. Αμφισημία που όμως δεν πηγάζει από την αδυναμία του ποιητή να συνθέσει ή να παρουσιάσει το νόημα, αλλά από την ανάγκη του να προκαλέσει – να ερεθίσει το αισθητηριακό του αναγνώστη, προσεγγίζοντας τα θέματα του από διάφορες οπτικές γωνίες. Μια αμφισημία που οφείλει να πατάει στέρεα στα πόδια των διαφορετικών ερμηνειών και να μην αποτελεί απλά επίδειξη τεχνικής. Η αμφισημία στο έργο της Κουλούρη είναι ορατή ακόμα από τον εξώφυλλο του βιβλίου: Μουσείο Άδειο, μια φράση – τίτλος που σπάει τη σύμβαση της σύνταξης και στέκει μετέωρη καλώντας μας σ’ ένα παιχνίδι αναζήτησης, δισυπόστατη εξ’ ορισμού φράση, καθώς τι μπορεί να υπάρχει μέσα σ’ ένα Μουσείο Άδειο, εκτός από φαντάσματα και μνήμες; Ποιον θα ενδιάφερε μία περιήγηση σε κενούς από εκθέματα τοίχους εκτός από το μύστη της ανάμνησης, τον κυνηγό του παρελθόντος που αναγεννάται μέσα από το ασχημάτιστο παρόν; Φαντάσματα και αναμνήσεις θα μπορούσε να είναι ο τίτλος της συλλογής ίσως και κάθε ποιητικής συλλογής, θεωρώντας ότι αποτελούν υλικά απαραίτητα για την καταβύθιση, χωρίς μπουκάλες ή αναπνευστήρα στον κόσμο της ποίησης, καθώς όπως αναφέρει ο Γιώργος Σαραντάρης «Η ποίηση είναι εκείνος ο εαυτός μας που δεν κοιμάται ποτέ.»

Η αφιέρωση του βιβλίου επίσης προκαλεί εντύπωση κι εμπεριέχει μεγάλο ποσοστό αμφισημίας: «Στους ποιητές» – Μ’ ετούτη την αφιέρωση – αφορισμό η Μαρία Κουλούρη θέτει τον εαυτό της δίπλα και αντιμέτωπη με τους ποιητές και με την ποίηση. Αφιερώνει στους ομότεχνους, αλλά και στον εαυτό της διατηρώντας όμως μία απόσταση, κλείνει το μάτι και σχολιάζει υπόκωφα ένα ερωτηματικό «είμαι;» ή ένα τριτοπρόσωπο «είναι;» εννοώντας η γράφουσα Μαρία Κουλούρη, αναζητώντας την απάντηση από τον αναγνώστη – εαυτό της, αλλά κι από τους υπόλοιπους αναγνώστες. Θα μπορούσε εδώ κάποιος να θέσει το χιλιοειπωμένο ερώτημα, τι είναι ποιητής και τι είναι ποίηση – νιώθω ότι είναι ανούσιο να αναλωθούμε σ’ αυτό και δεν θα το δοκιμάσω καν, ορισμοί υπάρχουν πάμπολλοι, φιλολογικοί, ορθολογιστικοί, λαϊκότροποι ή αυτοαναφορικοί κι ο καθένας ας επιλέξει αυτόν που τον ικανοποιεί. Η απάντηση στο ερώτημα της Μαρίας είναι για μένα σαφής και καταφατική – είσαι (είμαι), άρα καλά κάνεις και βαυκαλίζεσαι αφιερώνοντας σ’ ένα σύνολο που σε εμπεριέχει, δηλαδή στις μνήμες και τον εαυτό σου. Η ίδια φροντίζει να το αποδείξει στο πρώτο ποίημα της συλλογής με τον τίτλο «κτερίσματα». Στο ποίημα αυτό, το πολύτιμο υλικό – κτέρισμα δεν είναι άλλο παρά ο φακός, το εργαλείο που σημαδεύει και ανακρίνει την ποιήτρια, η εσωτερική ανάγκη, αλλά και εξωτερική σύμβαση που την υποχρεώνει να μιλήσει, τοποθετώντας την όπως η ίδια αναφέρει στην θέση της χώρας, όπου αντιγράφω: «Κάτοικοι/ Τους κίονες κρατούνε/ Δεν έχει εδώ άλλη ταυτότητα/ Ερείπια και ίαμβοι/ Αυτά/ Ταιριάζουν στο κορμί μου.»

rothko01

2ον: αφαίρεση. Θα δανειστώ εδώ μια φράση του Χάρη Βλαβιανού: «Αυτό που ο ποιητής ποθεί περισσότερο απ’ όλα είναι να μεταδίδει τις σκέψεις του δίχως λόγια.» έτσι, ο ποιητής αφαιρεί από το εν δυνάμει κείμενο, από την φαντασιακή σκηνή και κατάσταση, σχεδόν όλη τη δράση, τους διαλόγους και τις εικόνες, εστιάζοντας στις σκιές, στις σιωπές και την ακινησία, με στόχο να εξωθήσει τον αναγνώστη στη συμπλήρωση του πάζλ και την ανασύνθεση της εικόνας. Αν το μυθιστόρημα είναι η τέχνη της σύνθεσης, η ποίηση είναι η τέχνη της αφαίρεσης. Για να παραφράσω τα λόγια του Αντρέι Ταρκόφσκι: όπως ο γλύπτης από ένα κομμάτι μάρμαρο, πρέπει να φτιάξει μία μορφή τέλεια στις λεπτομέρειες τις, έτσι κι ο ποιητής, από ένα συμπαγές κομμάτι χρόνου, πρέπει να αφαιρέσει όλα τα περιττά για να βρει την απειροελάχιστη στιγμή, πρέπει να σμιλεύσει με επιμονή και υπομονή το χρόνο για να απομονώσει το θαύμα. Στην ποίηση δεν περισσεύει, όχι μόνο λέξη, αλλά ούτε γράμμα, ούτε τελεία ή θαυμαστικό. Η Μαρία γνωρίζει την τεχνική της αφαίρεσης και τη χειρίζεται με μαεστρία, ίσως γι’ αυτό να απουσιάζουν πλήρως από τα ποιήματα της τελείες, θαυμαστικά, παύλες ή παρενθέσεις. Μόνο το κόμμα εμφανίζεται κι αυτό με φειδώ, ειδικά σε κάποιες προσφωνήσεις, όπως όταν π.χ. ανοίγεις ένα γράμμα: «αγαπητή Μαρία,» Εστιάζει με τη μικροσκοπική της κάμερα, στις σύντομες φράσεις και τις καθαρές, προσεκτικά, διαλεγμένες, αλλά σε καμία περίπτωση επιτηδευμένες λέξεις, σε σημεία κλειδιά των φαντασιώσεων της. Θραύσματα σωμάτων, μετέωρες φράσεις, σιωπές. Χαρακτηριστικό παράδειγμα το ποίημα «Νυχτερινό», στο οποίο εμπεριέχεται και ο αγαπημένος μου στίχος: «Τα χρόνια περνούνε/Στα δάχτυλα των γέρων», αλλά και τα ποιήματα «Οικία», και Πανσέληνη αναδοχή».

3ο: η υποδόρια ευστοχία, την οποία επιτρέψτε μου να την αναφέρω και με το νεολογισμό «Λανθάνον ή Ψευδής Μιθριδατισμός» – όπως ο Μιθριδάτης λάμβανε σε τακτά χρονικά διαστήματα μικρές ποσότητες δηλητηρίου για να συνηθίσει ο οργανισμός του και να αποκτήσει ανοσία, με αντίστοιχο τρόπο γίνεται και στην ποίηση, αλλά με εντελώς αντίθετο στόχο. Εδώ δηλαδή ο εμποτισμός με δηλητήριο γίνεται τόσο αργά και ύπουλα που ο αναγνώστης νομίζει ότι αναγνωρίζει τον προφανή κίνδυνο, αλλά στο τέλος η δραστική ουσία – το έκδοχο – είναι άλλο και προκαλεί ακαριαίο θάνατο. Σαν ένα στιλέτο που βυθίζεται αργά και προσεχτικά κάτω από το δέρμα, υποδόρια, διαχωρίζοντας τους ιστούς, χωρίς να προκαλεί καταστροφή, μόνο και μόνο για να περιστραφεί στο εσωτερικό των οργάνων, ξαφνιάζοντας με την απρόσκοπτη δύναμή του καίριου χτυπήματος. Η ποίηση έρχεται να σε ζαλίσει μαυλιστικά, σχεδόν σε αποκοιμίζει για να σε συνταράξει οριστικά στο φινάλε, εκεί που λες, ξέρω που το πάει ο ποιητής έρχεται ο αιφνιδιασμός. Αναφέρω ενδεικτικά το φινάλε στο ποίημα «Το Χρυσόμαλλο Δέρας», στο ποίημα «Σπίτια» και στην «Προσευχή».

Όμως η ποίηση δεν είναι τέχνη, αν είναι απλή παράθεση εικόνων, θραυσμάτων και σκέψεων· απαιτεί πάνω απ’ όλα τη σύνθεση του ρυθμού, τους ήχους, τις αλλαγές στο τέμπο και τις παύσεις, για να συντελεστεί το αισθητηριακό ερέθισμα Ο ρυθμός της ποίησης της Μαρίας είναι ιδιαίτερα προσεγμένος, άλλοτε κοφτός – σχεδόν δωρικός, άλλοτε ηθελημένα παραπέμπει στον πεζό λόγο, σύγχρονος ρυθμός, χωρίς φιοριτούρες, χωρίς λογοτεχνικούς ακροβατισμούς και λέξεις που τοποθετούνται για να αποδείξουν την καλλιέργεια του γράφοντος. Η Μαρία ανήκει στην γενιά εκείνη – κι ευτυχώς υπάρχουν αρκετοί, ενδεικτικά αναφέρω την Ευτυχία Παναγιώτου, τον Θωμά Τσαλαπάτη, το Σπύρο Τσοτάκο – που ξεφεύγοντας από τον νεοσυντηρητισμό της γενιάς του ‘80 και την ελιτίστικη – σε κάποιες περιπτώσεις έως στριφνή – απομόνωση της γενιάς του ’90, επιτυγχάνουν με απλά, αλλά όχι ευτελή, υλικά να εισχωρήσουν σε σημεία δυσπρόσιτα του ανθρώπινου ψυχισμού και από καθημερινές αλλά όχι τετριμμένες ή ευπώλητες καταστάσεις να εξάγουν το βαθύτερο, και συχνά σκοτεινότερο, εσώτερο είναι τους. Ας μην ξεχνάμε εδώ ότι η Μαρία ως Λογοθεραπεύτρια και Σύμβουλος Ψυχικής Υγείας γνωρίζει από το βάθος της ανθρώπινης ψυχής. Στη θεματολογία της Μαρίας εντοπίζονται μοτίβα, θέματα που επανέρχονται: η Θρησκεία – όχι ως μεταφυσική αγωνία της ποιήτριας, αλλά ως φαντασματική (με την έννοια του φαντάσματος και όχι της φαντασίωσης) αναφορά, στα ποιήματα «Λατρευτικόν», «Το Χρυσόμαλλο Δέρας» και «Αντί Αναστάσεως», τα αρχαία αντικείμενα και τα αγάλματα σε ρόλο μνήμης με τα οποία συνδιαλέγεται κι από τα θραύσματα των οποίων αναζητά την ανασύνθεση του παρελθόντος, στα ποιήματα «Κτερίσματα» και «Επί την Καρδίαν», η παρουσία του πατέρα και το ερώτημα της θέσης του άντρα ως σύμβολο, στα «Απόπειρα πρώτη» και «Όνομα του Πατρός», μοτίβα που μπλέκονται με εικόνες της καθημερινής ζωής, στιγμιότυπα της εποχής της κρίσης, ένα εισιτήριο που απουσιάζει, μια σακούλα με ψώνια ή μια βαλίτσα που κρέμεται μάταια όσο και ατέρμονα σε μία αναμονή που περισσότερο μοιάζει με απονενοημένο διάβημα. Οι ψυχαναλυτικές αναφορές και επιρροές είναι κάτι παραπάνω από προφανείς, οι εικόνες της παιδικής ηλικίας, ο πατέρας, εραστής – βιαστής, η έννοια του φύλλου, μοτίβα που όμως δεν εισέρχονται εκβιαστικά στα ποιήματα, αλλά ξεπηδούν μέσα από τα επεισόδια και τις εικόνες τους.

RothkoMural4

Μέσα όμως από τα θέματα που την απασχολούν, η Κουλούρη βρίσκει και την ευκαιρία να συνομιλήσει, άλλοτε άμεσα κι άλλοτε έμμεσα, με τους συγγραφείς και ποιητές που φαίνεται να την έχουν επηρεάσει ή σημαδέψει: Σύλβια Πλαθ, Σάμιουελ Μπέκετ, Αλμπέρ Καμύ, Φραντς Κάφκα και Κωνσταντίνος Καβάφης για να αναφέρω τους πιο προφανείς. Φανερά συγγενής με τον υπαρξιακό ανθρωπισμό του Καμύ και τον υπαρξιακό υπερρεαλισμό του Μπέκετ – αναστοχαστές και οι δύο του παράλογου της ύπαρξης, τους συναντάει τον πρώτο στο «Σισύφειος Λήθη» διαμέσου της παράλογης υποχρέωσης στη συνέχιση της ζωής από τις γυναίκες – μητέρες, και τον δεύτερο κατά την αναμονή της αμαξοστοιχίας με το όνομα Γκοντό στο «Πίνακας Καθυστερήσεων». Μαγεύεται από την εσωτερική λυρικότητα και τραγικότητα της ζωής της Πλαθ και του Καβάφη, συνθέτοντας ένα γράμμα στον πατέρα (κατά τα ψευδή γράμματα της Πλαθ, αλλά και κατά το ομώνυμο του Κάφκα) στο «Απόπειρα Πρώτη», και ζητώντας μία νέα λύση, νέους βαρβάρους στο «Τα κεριά του», καταφεύγοντας τελικά για να αναμετρηθεί με τις μορφές τα σχήματα και τις μεταμορφώσεις και στήνοντας τον τελευταίο της αφορισμό («όλοι θα υποκύψουμε») «Στου Κάφκα», στο ομότιτλο ποίημα. Τελικά όμως, αυτό που απασχολεί την Κουλούρη δεν είναι ο διάλογος με τα ιερά τέρατα, ούτε η ψυχαναλυτική προσέγγιση, είναι τα προαιώνια ζητήματα της ποίησης και της φιλοσοφίας από τα οποία κανείς δεν μπορεί να ξεφύγει: ο έρωτας, ο θάνατος, το α-νόητο της ύπαρξης, η μοναξιά της ψυχής, η αναμέτρησή με τον εσώτερο θεό και τις ερινύες της, αναμέτρηση χαμένη από χέρι που οδηγεί στο ψύχος της παραδοχής και στον τίτλο του τελευταίου ποιήματος της συλλογής: «ηττηθήκαμε όπως πάντα». Κι αυτό, γιατί δεν μπορεί να ξεφύγει – ούτε και επιθυμεί – από αυτό που συγκλονιστικά περιγράφει η Κατερίνα Γώγου: «Ένας ποιητής που γράφει είναι πολύ πολύ μικρό παιδί, έχει πυρετό τη νύχτα. Δρα και ζει αυτόματα, έχει άγνοια της λογικής του κινδύνου. Θεωρεί τον εαυτό του πολεμιστή κατήγορο της πανταχού διαπραττωμένης αδικίας. Γι αυτό κρυώνει.»


[Ο Λευτέρης Γιαννακουδάκης είναι συγγραφέας και δάσκαλος δημιουργικής γραφής. Το τελευταίο του βιβλίο με τίτλο Τα Φαντάσματα του Δεκέμβρη, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο. Ιστοσελίδα:www.laculturela.gr, Ζωγραφική: Mark Rothko.]

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly