Για τη ζωγραφική, τη γλυπτική, την αρχιτεκτονική, τη φωτογραφία, η δυσκολία είναι πρόδηλη. Πώς ερμηνεύεις την εικόνα με λέξεις; Μα για τη λογοτεχνία δείχνει να ’ναι πιο απλό, γιατί καλείσαι εντέλει να μιλήσεις με λέξεις για λέξεις, που μπορείς κιόλας να τις χρησιμοποιήσεις ατόφιες, μέσ’ από το κείμενο που γι’ αυτό μιλάς, για να δείξεις τι θες να πεις. Είν’ όμως έτσι; Ήδη, η απόσταση ανάμεσα στη λέξη και την εικόνα είναι τόση, που ο ερμηνευτής της εικόνας δεν μπορεί να ελπίζει ότι θα δείξει, αλλά μονάχα ότι θα νιώσει, κι έπειτα θα μιλήσει για ό,τι ένιωσε. Θα χρησιμοποιήσει αντιστοιχίες, αναφορές σ’ άλλα έργα, που κι αυτές θα παραμένουν ανερμήνευτες όσο τα ίδια τα έργα δεν είναι θεατά. Πάντα, μιλώντας για ένα έργο τέχνης, δέχεσαι την αφαίρεση που συνεπάγεται η μετάφραση σε μιαν ολωσδιόλου άλλη γλώσσα. Αλλά στη λογοτεχνία και στην κριτική της, η γλώσσα είν’ η ίδια. Κι εδώ, πιο πολύ ίσως απ’ οπουδήποτε αλλού, συμβαίνει ένα παράδοξο. Πως, επειδή ακριβώς η γλώσσα είναι η ίδια, η απόκλιση ανάμεσα στο βιβλίο, και στον κριτικό λόγο για το βιβλίο, είναι εντέλει τόση. Γιατί λείπει από δω το δεκανίκι της αφαίρεσης, τ’ άλλοθι της μεταφοράς απ’ τη γλώσσα των εικόνων στη γλώσσα των λέξεων. Και μένει το ερώτημα: πώς μπορείς να μιλήσεις για τη λογοτεχνία, αν δε μιλήσεις μέσ’ απ’ αυτήν; Γιατί τα πάντα, όταν μιλάς για τη λέξη, εξαρτώνται απ’ ό,τι λέξη θα χρησιμοποιήσεις για να μιλήσεις γι’ αυτήν. Έπιασα στα χέρια μου δυο βιβλία ταυτόχρονα. Το ’να, η Ελληνική λογοτεχνία του Στυλιανού Αλεξίου. Τ’ άλλο, ο Ντοστογιέφσκι του Κωστή Παπαγιώργη. Η ευρυμάθεια του Αλεξίου αναμφισβήτητη, το εγχείρημα μέγα. Μα, καθώς διάβαζα, κάτι μου ’λειπε. Διάβαζα για λογοτεχνία, μα μου ’λειπε η λογοτεχνία η ίδια. Όχι η καθαρότητα στο λόγο, όχι η γλωσσική ορθότητα, μα κείνη η παραξενιά, τ’ αναποδογύρισμα, η απροσδόκητη λέξη, το άλμα ανάμεσα σε δυο φαινομενικά ασύνδετες ιδέες, που ’ναι σαν γκρεμισμένο γεφύρι ανάμεσα σε δυο όχθες. Μέσα σε τόση λογοτεχνία, μου ’λειπε λιγάκι η λογοτεχνία η ίδια. Κι έπιασα τον Ντοστογιέφσκι του Παπαγιώργη – κι εδώ η αίσθηση ήταν αλλιώτικη πέρα για πέρα. Γιατί ένιωθα εδώ το συγγραφέα όχι να μιλά για τον Ντοστογιέφσκι, μα μέσ’ απ’ τον Ντοστογιέφσκι –εννοώ, μέσ’ από τη λογοτεχνία του Ρώσου, φτιάχνοντας προτάσεις κι ισορροπώντας ιδέες με τρόπο που ήταν λογοτεχνία ο ίδιος, ήταν βιωμένη ανάγνωση, εισπνευσμένη ανάγνωση, που μεταμόρφωνε τον Παπαγιώργη σε Ντοστογιέφσκι– και τον Ντοστογιέφσκι σε Παπαγιώργη! Το βιβλίο του Στυλιανού Αλεξίου, θαυμαστό σαν θησαυρός γνώσης, είν’ ένα βιβλίο για τη λογοτεχνία. Τ’ άλλο, ωστόσο, είναι λογοτεχνία μ’ αφορμή τη λογοτεχνία. Το πρώτο το διαβάζεις και μαθαίνεις. Το δεύτερο το διαβάζεις και το βιώνεις. Ακόμα κι αν έπειτα δε θα θυμάσαι τίποτε, μετά από χρόνια, θα ’χεις ακόμη την αίσθηση που σου άφησαν οι λέξεις.