ΚΥΜΑΤΟΦΙΛΙΑ

Ήμουν ένας σαστισμένος γλάρος και τίποτε άλλο. Οδηγήθηκα στο κρατητήριο των αισθήσεων. Το κύμα που ερωτεύτηκα μου κούφαινε τ’ αυτιά. Έχει μια πρωτόγονη εφηβική ματαιοδοξία. Με γέμιζε θάλασσα κι αισθήσεις. Είναι τόσο όμορφος όταν θυμώνει. Οι αφροί πεταρίζουν στα βλέφαρα. Καίγονται τα μάτια μου από τυφλό, αγνό, πελαγίσιο έρωτα. Και τι δε θα’ δινα ν’ ανεμοδέρνομαι στα υγρά του δάχτυλα. Να τον βλέπω να ξεβράζει το λυγμό πάνω στο στήθος μου. Να σέρνεται με δυο πόδια μαραμένα πάνω στα βότσαλα. Κι αυτές οι αγράμματες, στρογγυλές μάζες να τον κοιτάζουν με τα βαθουλωτά τους μάτια, να κρέμονται απ’ τα σκασμένα χείλη, αχόρταγα να τους ποτίσει λίγη γνώση από αφρό κι αλάτι. Να τον ακούω να τους ψιθυρίζει μελωδικά τις σκέψεις του, να μουσκεύει την αδράνεια. Τα πιο έξυπνα να τα τραβάει στη δίνη του. Τα πιο κουτά να χάνονται μες στην ατέλεια της στεριάς. Να μου γράφει ποίηση με ομοιοκαταληξία. Να κράζουν οι ψαλιδοχέρηδες γλάροι από ζήλεια. Να χορεύω κι ο ρυθμός του να πάλλεται. Να ξεχνάω το γένος μου. Να ζω για τη στεριά που θα τον φέρει στα πόδια μου.

Με χτύπησαν πολύ στο κρατητήριο. H κυματοφιλία τιμωρείται στις μέρες μας. Όπως και η ιδεοφυγή. Σκούπισα το ματωμένο μου ράμφος. Ετοιμαζόμουν για την οριστική, ανεξάντλητη πτώση. Όταν σμίγει το νερό με το ύψος. Το ποινικό μου μητρώο είναι από καθαρό γυαλόχαρτο.

Κρεμάστηκε η νιότη μου απ’ το ταβάνι του κελιού.
Ήταν τόσο ανώφελος ο έρωτας μ’ ένα κύμα.


[Από την ποιητική συλλογή Οι κερασιές το χειμώνα είναι μια κόκκινη επανάσταση (Εκδ. Γαβριηλίδης, 2012).]