Μια μέρα που έγινε νύχτα
Ένας δράκος.
Ένας κίτρινος δράκος.
Ένας λαστιχένιος κίτρινος δράκος.
Ένας λαστιχένιος κίτρινος δράκος που στέκεται στο κατώφλι ενός παλιού σπιτιού.
Ένας λαστιχένιος κίτρινος δράκος που στέκεται στο κατώφλι ενός παλιού σπιτιού και λέει ιστορίες.
Ένας λαστιχένιος κίτρινος δράκος που στέκεται στο κατώφλι ενός παλιού σπιτιού και λέει ιστορίες για δράκους.
Ένας λαστιχένιος κίτρινος δράκος που στέκεται στο κατώφλι ενός παλιού σπιτιού και λέει ιστορίες για δράκους που νιώθουν μόνοι.
Ένας λαστιχένιος κίτρινος δράκος που στέκεται στο κατώφλι ενός παλιού σπιτιού και λέει ιστορίες για δράκους που νιώθουν μόνοι…
… αλλά φοβούνται να το πουν.

Στο κατώφλι του παλιού σπιτιού έρχονται πολλοί δράκοι.
Στο κατώφλι του παλιού σπιτιού έρχονται πολλοί δράκοι που θέλουν ν’ ακούσουν ιστορίες.
Στο κατώφλι του παλιού σπιτιού έρχονται πολλοί δράκοι που θέλουν ν’ ακούσουν ιστορίες για τη μοναξιά.
Στο κατώφλι του παλιού σπιτιού έρχονται πολλοί δράκοι που θέλουν ν’ ακούσουν ιστορίες για τη μοναξιά, γιατί κι αυτοί νιώθουν μόνοι.

Κανένας δεν βλέπει τον διπλανό του.
Όλοι όμως βλέπουν τον λαστιχένιο κίτρινο δράκο.

Κάθε μέρα τους λέει μια ιστορία.
Κάθε μέρα τους λέει μια καινούρια ιστορία.
Κάθε μέρα τους λέει μια καινούρια ιστορία, πιο μαγική από την προηγούμενη.
Κάθε μέρα τους λέει μια καινούρια ιστορία, πιο μαγική από την προηγούμενη και με διαφορετικό χρώμα.

Ημέρα πρώτη: Μια φορά κι έναν καιρό…
Ημέρα δεύτερη: Κάποτε…
Ημέρα τρίτη: Τότε που τα παραμύθια ήταν αλήθεια…
Ημέρα τέταρτη: Ήταν και δεν ήταν…
Ημέρα πέμπτη: Στα παλιά τα χρόνια…
Ημέρα έκτη: Άρχισε το παραμύθι…
Ημέρα έβδομη: Να σου πω μια ιστορία…;

Κι όταν τελειώνουν οι μέρες, πάλι απ’ την αρχή.

Οι δράκοι ακούνε τις ιστορίες.
Οι δράκοι ακούνε τις ιστορίες με τα μάτια και τ’ αυτιά ορθάνοιχτα.
Οι δράκοι ακούνε τις ιστορίες με τα μάτια και τ’ αυτιά ορθάνοιχτα, παίρνουν μια βαθιά ανάσα και επιστρέφουν στα σπίτια τους.
Οι δράκοι ακούνε τις ιστορίες με τα μάτια και τ’ αυτιά ορθάνοιχτα, παίρνουν μια βαθιά ανάσα και επιστρέφουν στα σπίτια τους, που είναι σκοτεινά.

Φτάνουν, ανοίγουν την πόρτα.
Φτάνουν, ανοίγουν την πόρτα, μπαίνουν μέσα, κλείνουν τα παράθυρα και ξαπλώνουν στα κρεβάτια τους.
Φτάνουν, ανοίγουν την πόρτα, μπαίνουν μέσα, κλείνουν τα παράθυρα, ξαπλώνουν στα κρεβάτια τους και κλείνουν τα μάτια τους.
Φτάνουν, ανοίγουν την πόρτα, μπαίνουν μέσα, κλείνουν τα παράθυρα, ξαπλώνουν στα κρεβάτια τους, κλείνουν τα μάτια τους…
… και δεν βλέπουν το μικρό φως.

Ένα φως ανάβει στο μέτωπό τους.
Ένα φως ανάβει στο μέτωπό τους και είναι κίτρινο.

Εκείνοι όμως νιώθουν πάλι μόνοι.

Μια μέρα.
Μια μέρα που έγινε νύχτα.
Μια μέρα που έγινε νύχτα και φωτίστηκε με αστέρια.
Μια μέρα που έγινε νύχτα και φωτίστηκε με αστέρια, ο λαστιχένιος κίτρινος δράκος αποφάσισε.
Μια μέρα που έγινε νύχτα και φωτίστηκε με αστέρια, ο λαστιχένιος κίτρινος δράκος αποφάσισε να μην πει την ιστορία της ημέρας.
Μια μέρα που έγινε νύχτα και φωτίστηκε με αστέρια, ο λαστιχένιος κίτρινος δράκος αποφάσισε να μην πει την ιστορία της ημέρας και να πάει μια βόλτα.

Για να σκεφτεί γιατί νιώθει μόνος.

Πάει.
Πάει μακριά.
Πάει μακριά κι ακόμα μακρύτερα.
Πάει μακριά, ακόμα μακρύτερα, τόσο μακριά που ίσως δεν μπορεί να γυρίσει.

Οι άλλοι δράκοι τον περιμένουν.
Οι άλλοι δράκοι τον περιμένουν στο κατώφλι του παλιού σπιτιού.
Οι άλλοι δράκοι τον περιμένουν στο κατώφλι του παλιού σπιτιού για να τους πει τις ιστορίες.
Οι άλλοι δράκοι τον περιμένουν στο κατώφλι του παλιού σπιτιού για να τους πει τις ιστορίες για τη μοναξιά.
Οι άλλοι δράκοι τον περιμένουν στο κατώφλι του παλιού σπιτιού για να τους πει τις ιστορίες για τη μοναξιά, όμως εκείνος δεν έρχεται.

Οι δράκοι γυρίζουν στα σπίτια τους.
Οι δράκοι γυρίζουν στα σπίτια τους, ξαπλώνουν και αποκοιμιούνται.
Οι δράκοι γυρίζουν στα σπίτια τους, ξαπλώνουν, αποκοιμιούνται και το μικρό φως ανάβει στο μέτωπό τους.
Οι δράκοι γυρίζουν στα σπίτια τους, ξαπλώνουν, αποκοιμιούνται, το κίτρινο φως ανάβει στο μέτωπό τους, αλλά ούτε τώρα το βλέπουν.

Ξημερώνει η άλλη μέρα.
Ξημερώνει η άλλη μέρα και οι δράκοι φτάνουν πάλι στο κατώφλι του παλιού σπιτιού.
Ξημερώνει η άλλη μέρα, οι δράκοι φτάνουν πάλι στο κατώφλι του παλιού σπιτιού, όμως ο λαστιχένιος κίτρινος δράκος δεν έρχεται.

Ο καιρός περνάει.
Ο καιρός περνάει και ο λαστιχένιος κίτρινος δράκος δεν έρχεται.
Ο καιρός περνάει, ο λαστιχένιος κίτρινος δράκος δεν έρχεται κι οι άλλοι δράκοι σιγά-σιγά τον ξεχνούν.

Όμως πηγαίνουν πάντα στο κατώφλι του παλιού σπιτιού.
Όμως πηγαίνουν πάντα στο κατώφλι του παλιού σπιτιού και θυμούνται.

Θυμούνται τις ιστορίες.
Θυμούνται τις ιστορίες για τη μοναξιά.
Θυμούνται τις ιστορίες για τη μοναξιά και κοιτάζονται.
Θυμούνται τις ιστορίες για τη μοναξιά, κοιτάζονται και, μερικές φορές, αρχίζουν να τις λένε ο ένας στον άλλο.
Θυμούνται τις ιστορίες για τη μοναξιά, κοιτάζονται, μερικές φορές αρχίζουν να τις λένε ο ένας στον άλλο κι έτσι ο χρόνος περνάει πιο γρήγορα.

Όταν ο ουρανός γεμίζει ασημένια μάτια, γυρίζουν στα σπίτια τους.
Όταν ο ουρανός γεμίζει ασημένια μάτια, γυρίζουν στα σπίτια τους και δεν κλείνουν τα παράθυρα.
Όταν ο ουρανός γεμίζει ασημένια μάτια, γυρίζουν στα σπίτια τους, δεν κλείνουν τα παράθυρα ούτε κλειδώνουν την πόρτα.

Όταν αποκοιμιούνται, το φως ανάβει στο μέτωπό τους.
Το φως ανάβει στο μέτωπό τους και είναι κίτρινο.
Εκείνοι δεν το βλέπουν.

Το βλέπουν όμως οι άλλοι δράκοι.
Το βλέπουν όμως οι άλλοι δράκοι, αυτοί που είναι ακόμα ξάγρυπνοι.

Το βλέπουν από τα ανοιχτά παράθυρα των σπιτιών και θυμούνται.
Το βλέπουν από τα ανοιχτά παράθυρα των σπιτιών και θυμούνται τις ιστορίες.
Το βλέπουν από τα ανοιχτά παράθυρα των σπιτιών και θυμούνται τις ιστορίες που είπαν.
Το βλέπουν από τα ανοιχτά παράθυρα των σπιτιών και θυμούνται τις ιστορίες που είπαν και που άκουσαν.

Οι δράκοι λένε και ακούνε ιστορίες.
Οι δράκοι λένε και ακούνε ιστορίες για τη μοναξιά.
Οι δράκοι λένε και ακούνε ιστορίες για τη μοναξιά, αλλά τώρα νιώθουν λιγότερο μόνοι.

Και, τις νύχτες, στα σπίτια τους, είναι φορές που δεν ανάβει μόνο ένα μικρό κίτρινο φως.

Ανάβουν δύο…