Τον Νίκο Καρούζο τον γνώρισα στην πλατεία Μαβίλη, στο μπαρ «Flower». Απέναντι από την πλατεία ήταν η επιχείρηση του συζύγου μου.

Ο Καρούζος έμενε σ’ ένα υπόγειο διαμέρισμα της οδού Δημ. Σούτσου, κοντά στην πλατεία. Εκεί κοντά ήταν και το μαγειρείο του «Ντόλου», που κατέβαινες αρκετά σκαλιά για να το φτάσεις. Σ’ αυτό έτρωγε ο ποιητής, που τα οικονομικά του ήταν πάντα περιορισμένα. Τα ακούσματα, ο μύθος για τον ιδιόρρυθμο ποιητή, που όταν δεν θύμωνε έκανε θαυμάσιες ομιλίες στο Flower και στο «Βar 17» της Βουκουρεστίου, είχαν εξάψει τη φαντασία μου• ήθελα να τον γνωρίσω.

Έγραφα ποιήματα, χωρίς να έχω γνώση του χώρου. Τα πρώτα ποιητικά βιβλία που διάβασα ήταν του Καρούζου. Ένιωσα τη δυνατή ποίησή του σαν μια γροθιά στο στομάχι.

Στην πλατεία γνώριζαν την επιθυμία μου να τον γνωρίσω. Κάποια μέρα στο Flower, ένας φίλος μού έδειξε προς τον πάγκο κοντά στη βιτρίνα και μου ψιθύρισε: «Αυτός είναι ο Καρούζος». Αρνήθηκε να με συστήσει. Ο ποιητής θύμωνε όταν τον ενοχλούσαν και το ήξερε. Καινούργια όπως ήμουν στην ποίηση, βρισκόμουν σε έξαψη.[…]


[Η συνέχεια στην έντυπη έκδοση. Το Φρέαρ, τεύχος 5, θα το βρείτε σε όλα τα καλά βιβλιοπωλεία.]