«Δε θέλω τίποτε άλλο παρά να μιλήσω απλά / να μου δοθεί αυτή η χάρη», έγραψε το 1939 ο μεγάλος Έλληνας ποιητής Γιώργος Σεφέρης. Ήταν η χρονιά που γεννήθηκε ο Χοσέ Εμίλιο Πατσέκο. Και φαίνεται πως άκουσε αυτόν τον στίχο του ποιητή του Αιγαίου και της Μεσογείου το βρέφος μιας χώρας που βρέχεται από τον Ειρηνικό και τον Κόλπο του Μεξικού. Και είμαι σίγουρος πως τον άκουσε γιατί η ποίησή του έχει τη χάρη να είναι απλή, ο λόγος του είναι απλός, οι στίχοι του είναι απλοί και κατανοητοί, χωρίς εξάρσεις, χωρίς δυσνόητες φράσεις και δύσκολες ιδέες, χωρίς εκζήτηση. Μου κίνησε την περιέργεια το έτος που γεννήθηκε.1939. Ο νους μου πήγε αμέσως στον Τσαρλς Σίμικ, έναν Σέρβο ποιητή που είναι Αμερικανός και που λατρεύω και με τον οποίο βρήκα μεγάλες ομοιότητες του Πατσέκο. Όμως ο Σίμικ γεννήθηκε το 1938. Έψαξα για λίγο και βρήκα πως ο Ιρλανδός νομπελίστας Σέιμους Χίνι γεννήθηκε το 1939 καθώς και μια άλλη πλειάδα ποητών όπως οι ινδιάνοι της Αμερικής, Πόλα Γκαν Άλεν και Σέργουιν Μπιτσούι, ο Αυστραλός Κλιβ Τζέιμς, ο Νορβηγός Γιαν Έρικ Βολντ, ο Βρετανός Ε.Α. Μάρκχαμ, ο Νεοζηλανδός Άλμπερτ Γουέντ, ο Ισραηλινός Άμπαρον Σάμπταϊ, ο Καναδός Μπιλ Μπισέτ, η επίσης Καναδή Μάργκαρετ Άτγουντ και οι Αμερικανοί Φρανκ Μπιντάρτ, Στίβεν Νταν, Τεντ Κούζερ και Τσαρλς Γουέμπ. Όπως βλέπετε, το 1939 μας έδωσε μια πολύ καλή φουρνιά από ποιητές και ποιήτριες. Αλλά το 1939 συνέβησαν και άλλα δύο μεγάλα ποιητικά γεγονότα: ο Όντεν μεταναστεύει στην Αμερική και γίνεται Αμερικανός πολίτης και πεθαίνει ο Ουίλιαμ Μπάτλερ Γιέιτς. Aυτά με το 1939.

Όμως, δεν θα ισχυριζόμουν πως ο Σεφέρης υπήρξε δάσκαλος του Πατσέκο, παρόλο που ήταν εκείνος που του υπέδειξε να γράφει απλά. Ο μαγάλος δάσκαλός του υπήρξε ο Οκτάβιο Πας, το μεγάλο αστέρι της μεξικανικής ποίησης του 20ού αιώνα. Λέει ο Πας για τον Πατσέκο, όταν εκείνος ήταν νέος: «Κάθε ποίημα του Πατσέκο είναι μια γιορτή στο Όχι, για τον Χοσέ Εμίλιο ο χρόνος είναι πράκτορας της παγκοσμίου καταστροφής και η ιστορία ένα ερειπωμένο τοπίο».

Η ποίηση του Πατσέκο είναι εκρηκτική. Είναι μια ποίηση γεμάτη κοινωνικές, πολιτικές και οικολογικές εκρήξεις. Όπως όλοι οι καλοί και μεγάλοι ποιητες του κόσμου, δεν ζει στον κόσμο του, αλλά στον κόσμο. Οι κεραίες του πιάνουν τα πάντα που τρέχουν γύρω του και τα μετατρέπουν σε ένα μείγμα ποίησης εκρηκτικών διαστάσεων: είτε καταπιάνεται με την νεότερη ιστορία της πατρίδας του, είτε με προσωπικά και εμπειρικά θέματα, είτε με θέματα κοινωνικά, είτε με θέματα της φύσης, ο Πατσέκο έχει τη χάρη να βγάζει από τη σκιά την αθέατη πλευρά των πραγμάτων και να την φωτίζει με στίχους σπάνιας ομορφιάς.

Ο Πατσέκο είναι ο ποιητής του κύματος, του βλέμματος, της ουτοπίας. Είναι ο στωικός ποιητής που από τη στάχτη φτιάχνει φοίνικες και όχι φοίνικες από τη στάχτη. Είναι ο ποιητής με μια ποίηση που, σαν το σουσάμι ανάμεσα στα δόντια, ενοχλεί τα καλώς κείμενα, υπονομεύει την εξουσία, συντάσσεται με τους ξένους, με τις μειονότητες, με τους μετανάστες, με τους κατατρεγμένους, με τους καταφρονεμένους, με τους περιθωριακούς, με τους εξεγερμένους, με τους άστεγους.

Έχει ένα πολύ καλό ποίημα που φέρνει τον τίτλο «Στην είσοδο του Μετρό». Μιλάει για έναν φουκαρά που είναι «πεταμένος εκεί σαν ένα κουτάκι μπίρας». Οι κουστουμαρισμένοι περαστικοί τον προσπερνούν με περιφρόνηση. Μέσα απ’ τη βραχνή του φωνή που μάταια προσπαθεί να αρθρώσει δυο λόγια ροκ, κρύβεται όλη η ιστορία του Μεξικού ή και της Λατινικής Αμερικής, μας λέει ο Πατσέκο. Είναι η ιστορία των μεγάλων ποιητών. Σ’ αυτά τα χνάρια περπάτησε και ένας άλλος μεγάλος της Λατινικής Αμερικής και της ισπανικής γλώσσας ο Περουβιανός Σέσαρ Βαγιέχο αλλά και ο επίσης μεγάλος Χιλιανός Νίκανορ Πάρα.

Τα ελληνικά του Γιώργου Ρούβαλη είναι μελωδικές καμπάνες που ηχούν χαρμόσυνα στ’ αυτιά μας. Η κάθε λέξη που έχει επιλέξει ο ποιητής Ρούβαλης είναι ισάξια και αντάξια της ομορφιάς του πρωτοτύπου. Είναι μια γλώσσα πλούσια σε λεκτικές βιταμίνες και σε πρωτεΐνες φράσεων που έρχονται καπάκι η μια μετά την άλλη να συμπληρώσουν έναν μεξικανικό ποιητικό καμβά με ελληνικά στοιχεία. Βέβαια, δεν είναι μοναχά η άριστη γνώση της ισπανικής γλώσσας ούτε και η μακρόβια τριβή του με κάθετί λατινοαμερικανικό, αλλά, πρωτίστως, το ότι είναι και ο ίδιος ποιητής. Χρειάζεται να είσαι ο ίδιος ποιητής για να κάνεις καλές μεταφράσεις ποίησης.

Έχω την εντύπωση πως για τον Πατσέκο η ποίηση είναι νόμιμη άμυνα κόντρα στις ατιμίες και στις αθλιότητες της ζωής. Ο Πατσέκο πράττει την ποίηση, τη ζει, την βιώνει. Λέει στο ποίημά του «Ποίηση»: Κόντρα στη μαύρη νύχτα / μια φλεγόμενη οθόνη / και μια λευκή σελίδα. Έχουμε εδώ την άδεια στιγμή της έμπνευσης, όταν ο ποιητής κάθεται στο γραφείο του τυλιγμένος την απραξία και το μπλοκάρισμα. Όμως η οθόνη του φλέγεται και η λευκή σελίδα τον περιμένει. Δεν της χαρίζεται όμως της ποίησης. Σ’ ένα άλλο του ποίημα με τον τίτλο «Διάλεξη» ο Πατσέκο ειρωνεύεται και αυτοειρωνεύεται τον ποιητή (τον εαυτό του) που χαρίζεται στο ακροατηριό του και του χαϊδεύει τα αυτιά με ανώδυνους στίχους. Ακούστε το:

Επαίνεσα το ακροατήριό μου
Ανανέωσα την παρακαταθήκη μου
από κοινούς τόπους,
ιδέες ανάογες με τα σημερινά χρόνια.
Τα κατάφερα να τους κάνω
να γελάσουν μια δυο φορές
και τελείωσα όταν άρχιζε η πλήξη.


Πού τάχατες
να κρυφτω για να ξεπλύνω τη ντροπή μου;

Σ’ ένα άλλο ποίημά του με τον τίτλο «Ζωές των ποιητών» γράφει:

Στην ποίηση δεν υπάχρει ευτυχές τέλος.
Οι ποιητές στο τέλος
καταλήγουν να ζουν την τρέλλα τους.
Και τους τεμαχίζουν σαν κτήνη
(συνέβη στον Νταρίο).
Ή πάλι τους πετροβολούν και καταλήγουν
να πηδήσουν στη θάλασσα ή με υδροκυάνιο
στο στόμα.
Ή νεκροί από αλκοολισμό, ναρκωτικά, φτώχεια.
Ή —ακόμα χειρότερα— επίσημοι ποιητές
σοφοί κάτοικοι μιας σαρκοφάγου
που λέγεται Τα Άπαντα.

Η ποίηση του Πατσέκο είναι καθαρή, φαντασιακή, ρεαλιστική, κοιτά ψηλά ακουμπώντας στέρεα στο έδαφος. Σαφώς και ένας απ’ τους δασκάλους του πρέπει να ήταν ο Ισπανός Λουίς Θερνούδα που έζησε για κάποια χρόνια στο Μεξικό. Αλλά στην ποίησή του βλέπουμε και ψήγματα του Μπόρχες, του Γκιγιέν, σίγουρα του Πας. Ο κόσμος του Πατσέκο είναι ο κόσμος της τριβής με την καθημερινότητα, είναι οι απογοητεύσεις της κοινωνίας, είναι η ιστορία, είναι οι πολιτικές αναταράξεις του σύγχρονου Μεξικού, οι ιδέες, οι αισθητικές αναζητήσεις της γλώσσας. Λέει σ’ ένα ποίημά του:

Ποιος προστάζει τη χώρα; Μόνο το κακό,
το λάθος, ο τρόμος, η βία;

Είναι ο ποιητής που δεν αντέχει να βλέπει, ν΄ακούει, να νιώθει τη χώρα του να βουλιάζει κι εκείνος να μένει απαθής θεατής. Είναι η νόμιμη άμυνα, που σας έλεγα νωρίτερα. Είναι η φωνή ή μάλλον η κραυγή αγωνίας για το χάλι στο οποίο έχει περιέλθει η χώρα του, το Μεξικό, όπως έχουν περιέλθει πολλές χώρες όχι μόνο της Λατινικής Αμερικής αλλά και της Ευρώπης συμπεριλαμβανομένης και της Ελλάδας. Είναι η υψωμένη φωνή του ποιητή που αντιστέκεται στην κοινωνική αδικία, στο εύκολο, στη φτώχεια και την ψευτιά, στον πανικό και το φόβο.

Σ’ ένα άλλο ποίημά του, το «Οι φωνές του Τλατελόλκο», καταγράφει με φράσεις από μαρτυρίες και πληροφορίες τη σφαγή των φοιτητών το 1971 στην Πόλη του Μεξικού. (Δυο χρόνια αργότερα είχαμε τη δική μας σφαγή στο Πολυτεχνείο). Εδώ ο ποιητής ρετουσάρει τις πληροφορίες για να φτιάξει τον δικό του ποιητικό καμβά για να καταλήξει ως εξής: «Και τώρα είναι / σταματημένοι οργανισμοί / μέσα στις βεβηλωμένες πέτρες. / Κάποια μέρα / ένα καντήλι θ’ ανάψει / στη μνήμη όλων εκείνων. / Λουλούδια θ’ ανθίσουν / μέσ’ απ’ τα ερείπια και τους τάφους».

Η ποίηση του Πατσέκο είναι ποίηση κουβεντιαστή, συμβατή με την τρέχουσα ευαισθησία, ακριβής, ειλικρινής και ακέραιη. Οι καθημερινές εμπειρίες διυλίζονται από το ποιητικό του φίλτρο, απομυθοποιούνται, και μας δίνουν ποιήματα που μας αγγίζουν τόσο ώστε να μπορούμε να κατανοούμε το τι συμβαίνει γύρω του και γύρω μας.

Όπως γράφει και ο Γιώργος Ρούβαλης στο βιογραφικό σημείωμά του για τον Πατσέκο: «Κεντρικό του θέμα το φευγαλέο των βιωμάτων και το προοδευτικό ξέφτισμα του κόσμου». Μ’ άλλα λόγια όποιο είναι το κεντρικό θέμα όλων των καλών ποιητών που έχουν ευαίσθητες κεραίες και πιάνουν τη φθορά της ζωής και την μετατρέπουν σε γνήσια ποίηση.

Ντ. Σ.