frear

Γράμμα σε δυο άγνωστες -του Οκτάβιο Πας

μετάφραση: Ούρσουλα Φωσκόλου

Δεν ξέρω ακόμη ποιο είναι το όνομά σου. Σε νιώθω τόσο δική μου που, δίνοντάς σου κάποιο όνομα, θα ήταν σαν να σε αποχωρίζομαι, σαν να αναγνωρίζω πως είσαι διαφορετική από την ύλη από την οποία είναι φτιαγμένες οι συλλαβές που σχηματίζουν το όνομά μου. Αντιθέτως, γνωρίζω πολύ καλά το όνομα εκείνης και μέχρι ποιο σημείο αυτό μπαίνει ανάμεσά μας, σαν ένα τείχος ελαστικό και ανεπαίσθητο, που κανείς ποτέ δεν μπορεί να διαπεράσει.

Πρέπει όλο αυτό να σου φαίνεται μπερδεμένο. Προτιμώ να σου εξηγήσω πώς σε γνώρισα, πώς αντιλήφθηκα την παρουσία σου και γιατί νομίζω πως εσύ και εκείνη είστε και δεν είστε το ίδιο.

Δε θυμάμαι την πρώτη φορά. Γεννήθηκες μαζί μου ή εκείνη η πρώτη συνάντηση είναι τόσο μακρινή που είχε το χρόνο να ωριμάσει στο εσωτερικό μου και να και να γίνει ένα με το είναι μου; Όντας σκορπισμένη μέσα μου, τίποτα δε μου επέτρεπε να σε ξεχωρίσω από τον υπόλοιπο εαυτό μου, να σε θυμηθώ, να σε αναγνωρίσω. Αλλά αυτός ο τοίχος σιωπής που ορισμένες μέρες φράζει το δρόμο στη σκέψη, το ανείπωτο κύμα – το κύμα του κενού – που ανεβαίνει από το στομάχι μέχρι το μέτωπό μου και εγκαθίσταται εκεί σαν απληστία που δεν κατευνάζεται και σαν άκαμπτη ετυμηγορία, το αόρατο βάραθρο που κάποτε ανοίγεται εμπρός μου, το μεγάλο μητρικό στόμα της απουσίας – το αιδοίο που χασμουριέται και με καταβροχθίζει, με καταπίνει και με φτύνει: στον καιρό του, για μια ακόμη φορά στον καιρό του!-, η ζαλάδα και ο εμετός που με πετάνε κάτω κάθε φορά που από τον ψηλό πύργο των ματιών μου με ατενίζω…όλα αυτά που, τελικά, με διδάσκουν πως δεν είμαι παρά μια απουσία που καταποντίζεται, μου αποκάλυπταν – πώς να το πω; – την παρουσία σου. Ζούσες μέσα μου σαν αυτούς τους ανεπαίσθητους κόκκους άμμου που γλιστρούν σε έναν ευαίσθητο μηχανισμό και που, αν δεν εμποδίζουν τη λειτουργία του, τη διαταράσσουν τόσο μέχρι να καταλήξουν να διαβρώσουν κάθε γρανάζι του.

Η δεύτερη φορά: μια μέρα χωρίστηκες από τη σάρκα μου, μόλις συνάντησες μια γυναίκα ψηλή και ξανθιά, ντυμένη στα λευκά, που χαμογελαστή σε περίμενε σε κάποια μικρή προβλήτα. Θυμάμαι το ξύλο το μαύρο και γυαλιστερό και το νερό το γκρίζο, που γύρω από τα πόδια της χοροπηδούσε. Υπήρχε μια αφθονία από κατάρτια, πανιά, βάρκες και πουλιά θαλασσινά που κραύγαζαν. Ακολουθώντας τα βήματά σου, πλησίασα την άγνωστη, που με έπιασε από το χέρι δίχως να πει λέξη. Μαζί διατρέξαμε τη μοναχική ακτή μέχρι που φτάσαμε στο μέρος με τα βράχια. Η θάλασσα βρισκόταν σε λήθαργο. Εκεί τραγούδησα και χόρεψα, εκεί το στόμα μου πρόφερε βλασφήμιες σε μια γλώσσα που πια έχω ξεχάσει. Η φίλη μου πρώτα γελούσε, ύστερα άρχισε να κλαίει. Στο τέλος το έσκασε. Η φύση δεν έμεινε αμέτοχη στην πρόκληση που αντιμετώπιζα. Την ώρα που η θάλασσα με απειλούσε με τη γροθιά της, ο ήλιος κατέβηκε ίσια μπροστά μου. Όταν το άστρο εναπόθεσε τα νύχια του πάνω στο κεφάλι μου με τις ανασηκωμένες τρίχες, άρχισα να παίρνω φωτιά. Κατόπιν, η τάξη επανήλθε και πάλι. Ο ήλιος γύρισε στη θέση του και ο κόσμος έμεινε απέραντα μονάχος. Η φίλη μου, έψαχνε τις στάχτες μου ανάμεσα στα βράχια, εκεί που τα άγρια πουλιά αφήνουν τα αυγά τους.

Από τη μέρα εκείνη άρχισα να την κυνηγώ. (Τώρα καταλαβαίνω πως στην πραγματικότητα εσένα έψαχνα.) Χρόνια αργότερα, σε άλλη χώρα, περπατώντας με βιάση κόντρα σε ένα ηλιοβασίλεμα που κατάπινε τους ψηλούς κόκκινους τοίχους ενός ναού, την ξαναείδα. Τη σταμάτησα, όμως εκείνη δε με θυμόταν. Με ένα στρατήγημα που τώρα πια δεν έχει σημασία, κατάφερα να γίνω η σκιά της. Από τότε δε την εγκαταλείπω. Χρόνια και μήνες, σε στιγμές φρικτές, πάλεψα για να ξυπνήσω μέσα της τη θύμηση της πρώτης μας συνάντησης. Μάταια της εξηγούσα πώς χωρίστηκες από μένα για να κατοικήσεις σε αυτήν, τη βόλτα μας δίπλα στη θάλασσα και την τραγική μου απερισκεψία. Είμαι για κείνη αυτή η λήθη που εσύ υπήρξες για μένα.

Ξόδεψα τη ζωή μου να σε ξεχνώ και να σε θυμάμαι, να σου ξεφεύγω και να σε κυνηγώ. Δεν είμαι λιγότερο μόνος από τότε που, παιδί, σε ανακάλυψα μέσα στο νερόλακκο ενός κήπου αμέσως μετά τη βροχή, ούτε λιγότερο μόνος από τότε που, έφηβος, σε θαύμασα ανάμεσα σε δυο σύννεφα κατακερματισμένα, ένα βράδυ που κατέρρεα. Αλλά δε βυθίζομαι πια στο ατέρμονο, παρά σε ένα κορμί άλλο, σε κάποια μάτια που διαστέλλονται και συστέλλονται και με καταβροχθίζουν και με αγνοούν, σε μια μαύρη σχισμή που πάλλεται, κοράλλι ζωντανό και αδηφάγο σαν φρέσκια πληγή. Κορμί στο οποίο χάνω το κορμί μου, κορμί δίχως τέλος. Αν καμιά φορά καταλήγω να πέσω, εκεί πέρα, από την άλλη πλευρά της πτώσης, ίσως και να ξεμυτίζω στη ζωή. Στην αληθινή ζωή, στην οποία δεν είναι ούτε μέρα ούτε νύχτα, ούτε νωρίς ούτε αργά, ούτε αδράνεια ούτε κίνηση, στη ζωή που σφύζει από ζωή, στην καθάρια ζωτικότητα. Όμως, μπορεί όλο αυτό να μην είναι παρά ένας αρχαίος τρόπος να ονοματίσω το θάνατο. Το θάνατο που γεννήθηκε μαζί μου και που με άφησε για να κατοικήσει σε άλλο σώμα.

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly