από το δοκίμιο «Η κουζίνα της γραφής» (Sitio a Eros, México: Joaquín Mortiz, 1980, 13-33)

μετάφραση: Ούρσουλα Φωσκόλου

ΠΩΣ ΝΑ ΣΩΣΕΤΕ ΜΕΡΙΚΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΙΣ ΦΛΟΓΕΣ

[…]Η λογοτεχνία είναι μια τέχνη αντιφατική, ίσως η πλέον αντιφατική που υπάρχει: από τη μία είναι το αποτέλεσμα μιας απόλυτης κατάθεσης της ενέργειας, του πνεύματος, αλλά πάνω απ’ όλα της θέλησης, στο συγγραφικό έργο, κι από την άλλη έχει πολύ μικρή σχέση με τη θέληση, γιατί ο συγγραφέας ποτέ δε διαλέγει τα θέματά του, καθώς εκείνα είναι που στην πραγματικότητα τον επιλέγουν. Ανάμεσα σε αυτούς τους δύο πόλους ή αντίποδες είναι που γονιμοποιείται το συγγραφικό έργο, και από αυτούς γεννιέται η ικανοποίηση του συγγραφέα. Στην περίπτωσή μου, πρόκειται για την επιθυμία να φανώ χρήσιμη και την επιθυμία για ηδονή.

Η πρώτη (έχει σχέση με τα θέματά μου, με την προσπάθειά μου να αντικαταστήσω τον κόσμο στον οποίο ζω με αυτή την ουτοπία που υπάρχει στο μυαλό μου) είναι μια επιθυμία περίεργη, γιατί είναι μια επιθυμία a posteriori. Η θέληση να φανώ χρήσιμη, τόσο σε σχέση με το γυναικείο δίλημμα, όπως επίσης σε σχέση και με τα πολιτικά και κοινωνικά προβλήματα που με αφορούν, μου είναι απόλυτα άγνωστη, τη στιγμή που ξεκινώ να γράφω ένα διήγημα, παρ’ όλη την καθαρότητα με την οποία την αντικρίζω όταν έχω τελειώσει το έργο μου. Μου φαίνεται τόσο αδύνατο να προσπαθήσω να φανώ χρήσιμη σε κάτι, πριν να αρχίσω να γράφω, όσο αδύνατο μου φαίνεται να διατρανώσω την προσκόλλησή μου σε μια πίστη είτε θρησκευτική, είτε πολιτική, είτε κοινωνική. Αλλά ο δημιουργών λόγος μοιάζει με την πανίσχυρη κοίτη ενός ποταμού, τα νερά του οποίου αρπάζουν και παρασύρουν κάθε πίστη και πεποίθηση, κι ο συγγραφέας βλέπει πάντα τον εαυτό του να παρασύρεται κι αυτός από την αλήθεια του.

[…]Πριν από μερικούς μήνες, με την ευκαιρία ενός γεύματος στη μνήμη της εκατονταετίας του Χουάν Ραμόν Χιμένεθ, με πλησίασε ένας διάσημος κριτικός, με τα μαλλιά του ήδη λευκά από τα χρόνια, για να μου μιλήσει, μπροστά σε μια ομάδα ανθρώπων, σχετικά με τα βιβλία μου. Με ένα μνησίκακο χαμόγελο και κλείνοντάς μου το μάτι ως δείγμα συνενοχής, με ρώτησε σε τόνο περιπαιχτικό και γεμάτο υπονοούμενα, αν ήταν αλήθεια ότι έγραφα πορνογραφικά διηγήματα και -αν ήταν έτσι- να του τα έστελνα γιατί ήθελε να τα διαβάσει. Ομολογώ πως εκείνη τη στιγμή, ίσως από υπερβολικό σεβασμό μπροστά στα λευκές του τρίχες, που βέβαια εκείνη την ώρα δεν έπαυαν να μου φαίνονται ανήθικες, δε βρήκα το θάρρος να του πω με όλο το σεβασμό τίποτα για τον πατέρα του, το περιστατικό, όμως, με επηρέασε βαθιά. Γύρισα στο σπίτι μου καταβεβλημένη, φοβούμενη πως είχε κυκλοφορήσει η φήμη, μεταξύ διακεκριμένων κριτικών, ότι τα γραπτά μου δεν ήταν τίποτε παραπάνω από μια πιο καλλιτεχνική μεταφορά της Ιστορίας της Ο.

[…]Άρχισα λοιπόν να διαβάζω ό,τι έπεφτε στα χέρια μου και ήταν σχετικό με το θέμα της έλλειψης σεμνότητας στη γυναικεία διήγηση. Μεγάλο μέρος της κριτικής πάνω στη γυναικεία λογοτεχνία συναντάται σήμερα να έχει διαμορφωθεί από γυναίκες, κι αυτές συνηθίζουν να εστιάζουν στο πρόβλημα της γυναίκας από πλευρές διαφορετικές: τη μαρξιστική, τη φροϋδική ή την πλευρά της σεξουαλικής επανάστασης. Παρόλες τις διαφορετικές τους προσεγγίσεις, οι γυναίκες κριτικοί, όπως οι Σάντρα Γκίλμπερτ και Σούζαν Γκούμπαρτ στο Madwoman in the Attic, για παράδειγμα, όπως η Μαίρη Έλεν Μόερς στο Literary Women, όπως η Πατρίσια Μάγιερ Σπακς στο The Feminine Imagination ή η Έρικα Τζονγκ στα πολλαπλά της δοκίμια, έμοιαζαν να συμφωνούν στο εξής: η βία, η οργή, η αντίθεσή τους στην πραγματικότητα, είχαν γεννήσει μεγάλο μέρος της ενέργειας που έδωσε κινητήριο δύναμη στη γυναικεία λογοτεχνία για αιώνες. Αρχίζοντας με τη γοτθική νουβέλα του 17ου αιώνα, της οποίας κύρια εκπρόσωπος υπήρξε η κυρία Ράντκλιφ και περνώντας από τις νουβέλες των αδελφών Μπροντέ, από τον Φράνκενσταιν της Μαίρη Σέλλεϋ, από το Mill on the Floss της Τζορτζ Έλιοτ, όπως επίσης και από τις νουβέλες των Τζιν Ρις, Ήντιθ Γουόρτον μέχρι και της Βιρτζίνια Γούλφ ( και τί άλλο μπορεί να είναι η Κυρία Ντάλογουεϊ, εκτός από μια ερμηνεία εξαιρετική, ποιητική, αλλά όχι εξαιτίας αυτού λιγότερο ειρωνική και κατηγορηματική, της επιπόλαιης ζωής μιας κοινωνικής οικοδέσποινας;), η γυναικεία λογοτεχνία είχε χαρακτηριστεί από μια γλώσσα συχνά επιθετική και αποκαλυπτική. Οργισμένες και επαναστάτριες είχαν υπάρξει όλες, αν και κάποια ίσως περισσότερο ειρωνική και πιο σοφή και αποκαλυπτική από άλλες.

Ένα πράγμα, εντούτοις, μου τράβηξε την προσοχή σε αυτές τις κριτικές: η απόλυτη σιωπή που βασίλευε, στις αντίστοιχες μελέτες τους, σχετικά με την ύπαρξη ανηθικότητας στη σύγχρονη λογοτεχνία. Καμία από αυτές δεν αναφερόταν στο θέμα, παρά το γεγονός ότι η χρήση μιας γλώσσας σεξουαλικά απαγορευμένης στη γυναικεία λογοτεχνία μου φαινόταν σήμερα σαν ένα επακόλουθο αναπόφευκτο του ρεύματος βίας που εδώ και αιώνες είχε εδραιωθεί. Και δεν είναι ότι οι γυναίκες συγγραφείς δεν τη χρησιμοποίησαν: μεταξύ των πρώτων συγγραφέων που χειρίστηκαν μια γλώσσα τολμηρή, αυτών που εξέδωσαν τις νουβέλες τους στις Ηνωμένες Πολιτείες, ύστερα από τους ξεσηκωμούς ενάντια στον Οδυσσέα, το 1933, για παράδειγμα, συναντώνται οι Ίρις Μέρντοχ, Ντόρις Λέσινγκ και Κάρσον Μακ Κάλερς, οι οποίες έδωσαν για πρώτη φορά μια χρήση εξελιγμένη και χωρίς αναστολές στο ρήμα «γαμώ». Η Έρικα Τζονγκ, από την άλλη, είχε γίνει διάσημη ακριβώς εξαιτίας της χρήσης ενός λεξιλογίου έντονα άσεμνου στις νουβέλες τις, στο οποίο όμως ποτέ δεν αναφέρθηκε στα σεβαστά και καθωσπρέπει δοκίμιά της πάνω στη σύγχρονη γυναικεία λογοτεχνία.

[…]Αν η ανηθικότητα παραδοσιακά είχε χρησιμοποιηθεί για να μειώσει και να ταπεινώσει τη γυναίκα, είπα στον εαυτό μου, αυτή θα έπρεπε τώρα να γίνει διπλά αποτελεσματική για να τη λυτρώσει. Αν στο διήγημά μου Όταν οι γυναίκες αγαπούν τους άνδρες, ή στο Πλάι σου στον Παράδεισο, για παράδειγμα, η τολμηρή γλώσσα χρησίμευσε ώστε ένα μόνο πρόσωπο να συγκινηθεί απέναντι στην αδικία της σεξουαλικής εκμετάλλευσης της γυναίκας, δεν με ενδιαφέρει ακόμα και να με θεωρήσουν πορνογραφική συγγραφέα. Θα νιώθω ικανοποιημένη γιατί θα είμαι πλήρως εντάξει απέναντι στη θέλησή μου να φανώ χρήσιμη.

Όμως η επιθυμία μου να φανώ χρήσιμη, όπως και η επιθυμία μου να οικοδομήσω και να καταστρέψω, δεν είναι παρά οι δύο πλευρές του ίδιου νομίσματος: και οι δυο βρίσκονται αχώριστα συνδεδεμένες με μια τρίτη ανάγκη, που κάνει την άκρη των βλεφαρίδων μου ν’αστράφτει: την επιθυμία μου για ηδονή. Η γραφή για μένα είναι μια γνώση σαρκική, η αναντίρρητη απόδειξη πως η ανθρώπινη μου φύση (ατομική και συλλογική) υπάρχει, και ταυτόχρονα μια γνώση διανοητική, η ανακάλυψη μιας φύσης μου που προϋπάρχει. Μόνο διαμέσου της ηδονής καταφέρνουμε να καταγράψουμε, στη μαρτυρία του ειδικού, την εμπειρία του γενικού, τη μαρτυρία της ιστορίας και των καιρών μας. Και σε αυτό, το σώμα του κειμένου, όπως καλά το γνώριζε ο Νερούδα, (για τον οποίο δεν υπήρχαν λέξεις σεμνές και άσεμνες, ούτε λέξεις τολμηρές, ούτε και σοβαροφανείς, παρά μόνο λέξεις αγαπημένες) μπορεί να δώσει κανείς μορφή διαμέσου της ηδονής, διαλύοντας το δέρμα που χωρίζει τη λέξη «δέρμα», από την καθαυτή σάρκα του κορμιού.

Αυτή η καίρια κατάσταση, αυτή η συγκλονιστική ευτυχία, που προκύπτει ανάμεσα στον (ή στην) συγγραφέα και στις λέξεις, δεν κατακτιέται ποτέ με την πρώτη προσπάθεια. Η επιθυμία βέβαια υπάρχει, όμως η ευτυχία ελίσσεται και μας ξεφεύγει, γλιστρά μέσα από τα χέρια μας, αγκιστρωμένη στο χνούδι των λέξεων, διηθείται περνώντας ανάμεσα στα κενά τους, κλείνεται ενίοτε, σαν τη μιμόζα την αισχυντηλή, με το παραμικρό άγγιγμα. Όμως, αν στην αρχή η λέξη μοιάζει κρύα, αδιάφορη, απούσα και κουφή στις εκκλήσεις του συγγραφέα, κατάσταση που τον οδηγεί αναπόφευκτα στην πιο μαύρη απελπισία, στην προσπάθεια να την κόψει και να τη ράψει, να τη φροντίσει και να την εκμεταλλευτεί, αυτή σιγά – σιγά αρχίζει να θερμαίνεται και να σαλεύει, αρχίζει ν’ ανασαίνει και να πάλλεται κάτω από τα δάχτυλα, μέχρι που συμφιλιώνεται, κι εκείνη με τη σειρά της, με την επιθυμία της, με την αδήριτη ανάγκη της ν’ αγκιστρωθεί από κάπου. Η λέξη τότε γίνεται τύραννος, βασίλισσα των συλλαβών και των σκέψεων του συγγραφέα, καταλαμβάνει κάθε λεπτό της ημέρας και της νύχτας του, του απαγορεύει να την εγκαταλείψει, μέχρις ότου η φόρμα που έχει ξυπνήσει μέσα της και που, τώρα πια, κι εκείνη την επιθυμεί, ν’ αρχίσει να παίρνει σάρκα. Το μυστικό της σαρκικής γνώσης του κειμένου βρίσκεται, τελικά, στην επιθυμία για ηδονή και είναι αυτή η ίδια επιθυμία που βοηθά τον συγγραφέα να συναντήσει και τις υπόλοιπες, δηλαδή την επιθυμία να φανεί χρήσιμος, την επιθυμία να χτίσει και να γκρεμίσει τον κόσμο.

Η δεύτερη γνώση που εμπεριέχεται, για μένα, στην εγγύτητα με το σώμα του κειμένου, είναι μια γνώση διανοητική, άμεσο αποτέλεσμα της πυράκτωσης στην οποία με οδηγεί ο πόθος των λέξεων. Κάθε συγγραφέας, κάθε καλλιτέχνης, έχει μια έκτη αίσθηση, που του υποδεικνύει πότε αυτό το σώμα των λέξεων με το οποίο δουλεύει, έχει αποκτήσει πια την τελική του μορφή. Φτάνοντας σε αυτό το σημείο, ακόμα και μια λέξη παραπάνω (μία μόνο σημείωση, μία γραμμή), θα είχε ως αποτέλεσμα να σβήσει μεμιάς και χωρίς επιστροφή, αυτή η σπίθα ή η κατάσταση χάριτος, καρπός της ερωτικής μάχης ανάμεσα στον δημιουργό και το έργο του. Τούτη η στιγμή είναι πάντοτε στιγμή δέους και σεβασμού: η Μαργκερίτ Γιουρσενάρ την παρομοιάζει με εκείνη τη μυστηριακή ώρα, κατά την οποία ο αρτοποιός γνωρίζει ότι πρέπει πια να σταματήσει το ζύμωμα του ψωμιού. Για τη Βιρτζίνια Γουλφ, είναι η στιγμή που αισθάνεται το αίμα να κυλά στις φλέβες του κειμένου της. Η ικανοποίηση που μου παρέχει αυτή η γνώση, όταν ολοκληρώνω ένα διήγημά μου, είναι το πολυτιμότερο πράγμα που κατάφερα να διασώσω από τη φωτιά της λογοτεχνίας.


[Η Ροσάριο Φερρέ (1938) είναι συγγραφέας, ποιήτρια και δοκιμιογράφος από το Πουέρτο Ρίκο. Στη φωτογραφία, η διάσημη Αμερικανίδα σεφ Τζούλια Τσάιλντ.]