ΟΤΑΝ ΣΟΥ ΛΕΕΙ ΤΟ ΘΕΑΤΡΟ ΤΑΞΙΔΕΥΕ

Από τι ζουν οι άνθρωποι
Λέων Τολστόι
Διασκευή/σκην./ερμηνεία:
Ηλ. Κουνέλας, Όλ. Λαζαρίδου, Γ. Νανούρης
Ελληνικός Κόσμος

«Ένα ‘αχ’ είναι η ζωή»: Ένα «αχ», που για τη μία ώρα της παράστασης αφήνουμε πίσω μας, έξω, στην πολύβουη κι ανομοιογενή λεωφόρο. Για μία ώρα αφηνόμαστε σ’ έναν κόσμο τρυφερά παραμυθένιο και ποιητικό, έτσι που να μας φαίνεται ότι η παράσταση διαρκεί όσο ένα «αχ». Αλλά έτσι είναι: τα ακριβά αρώματα μπαίνουν σε μικρά μπουκαλάκια.

Η παράσταση Από τι ζουν οι άνθρωποι συνιστά δραματοποίηση του ομώνυμου διηγήματος του Λέοντος Τολστόι, διανθισμένη με σύγχρονα κείμενα και πικρές αλήθειες. Περιγράφεται η ζωή του φτωχού Ρώσου παπουτσή Συμεών και της συζύγου του, μια ζωή που αλλάζει κι εμπλουτίζεται με τον ερχομό ενός ξένου. Από μια πράξη αλτρουισμού και αυταπάρνησης, μαθαίνουν μαζί με τον ιδιότυπο «ξένο» τις τρεις μεγάλες αλήθειες: τι έχει ο άνθρωπος στην καρδιά του, τι δεν ξέρουν οι άνθρωποι, και από τι ζουν οι άνθρωποι. Το σίγουρο είναι πως όσα περισσότερα δίνει κανείς, τόσα περισσότερα εισπράττει, και πως η αγάπη είναι το μόνο γιατρικό.

θεατροΗ διασκευή και σκηνοθεσία του διηγήματος από τους τρεις ερμηνευτές του, Κουνέλα, Λαζαρίδου και Νανούρη, έξοχη, όπως και τα σκηνικά της Μανωλάκου και οι φωτισμοί της Αλεξιάδου! Μέσα από τρεις τρίφυλλες ντουλάπες ξεπηδούν τα πρόσωπα του διηγήματος κι εκτυλίσσονται περιστατικά, ενώ στο προσκήνιο, με χαρακτήρα υπενθύμισης, λαμβάνει χώρα μια αντίστοιχη μεταφορά στο σήμερα της Ελλάδας: δυο χώρες, δυο κόσμοι, δυο εποχές. Το ζητούμενο όμως πάντα Ένα: αυτό, από το οποίο ζουν οι άνθρωποι. Ο φτωχός παπουτσής, Συμεών, γίνεται ο μετανάστης ράφτης της γειτονιάς, κ. Γιώργος, για την ακρίβεια ο Ινδός κ. Μπαμπαλού που λατρεύει τη δουλειά του και τα υφάσματα, αλλά αναγκάζεται να κλείσει το ραφείο του. Το αφιλόξενο κρύο της χιονισμένης Ρωσίας γίνεται το γυμνό, σχεδόν νεκρό, τοπίο της πλατείας Ομονοίας, όπου τα λιγοστά κι αναιμικά δεντράκια διψούν για λίγο χώμα και νερό και γίνονται άνθρωποι-σκιές που βασανίζονται και ζητούν κι εκείνοι με τη σειρά τους βοήθεια, είτε οικονομική είτε –κυρίως!– ουσιαστική. Έτσι, τη στιγμή που και οι άγγελοι ακόμη αποδεικνύονται “αδύναμοι”, ο άνθρωπος καλείται να φανεί δυνατός. Τι υπέροχο το παιχνίδι με τις σκιές, που άλλοτε συντελείται με την προσωποποίηση της σκιάς και παράστασή της με την έξοχη κούκλα –alter ego της Λαζαρίδου– σε κατασκευή Μάρθας Φωκά, και άλλοτε με το παιχνίδι τους στον τοίχο με τον ανάλογο σωστό φωτισμό, θυμίζοντας το παιχνίδι του Πήτερ Παν με τη δική του σκιά. Από την άλλη, πόσο απολαυστικό να γίνεται κανείς μάρτυρας του ταξιδιού μέρους ή στοιχείων των σκηνικών από παράσταση σε παράσταση, και πόση ζωή αποκτούν εκείνα μέσα απ’ αυτό, όπως συνέβη εν προκειμένω με τη μία από τις τρεις ντουλάπες –την πιο ψηλή, σκέτο κομψοτέχνημα– την οποία είχαμε θαυμάσει στην παράσταση Κήπος στάχτες. Η μουσική του Κωνσταντίνου Βήτα πλαισιώνει άριστα την παράσταση.

Οι ερμηνείες των τριών ηθοποιών, εξαιρετικές. Η Όλια Λαζαρίδου εξόχως απολαυστική, με μια αφήγηση ζωντανή και παραστατική, όπως και ο μονόλογός της αργότερα, με τον αντίστοιχο χειρισμό φωνής και έκφρασης, αλλά κι ένα θαυμαστό πλαστικό ντουέτο με την κούκλα-σκιά της, όπου αναρωτιέται κανείς ποια είναι η κούκλα και ποια η ζωντανή ηθοποιός. Πηγαίος ο Γιώργος Νανούρης, ως καλόκαρδος Συμεών, και άρτιος ο χειρισμός της κούκλας από τον ίδιο. Γάντι και ο ρόλος του Μιχαήλ για τον Κουνέλα, ο οποίος βρίσκεται στο στοιχείο του.

Τα φώτα έχουν σβήσει και το ακροατήριο βουβό. Δεν είναι που αγνοεί πως η παράσταση τελείωσε, όπως συμβαίνει σε άλλες περιπτώσεις. Είναι που αυτό ακριβώς τρέμει και γι’ αυτό διστάζει. Και μετά όμως το επανειλημμένο χειροκρότημα, κανείς δεν φαίνεται πρόθυμος να σηκωθεί απ’ τη θέση του. «Ο Θεός είναι αγάπη», η τελική διαπίστωση και φράση. Ναι, αλλά και η Αγάπη είναι Θεός. Και ποιος, και πώς, να βγει μετά στην Πειραιώς…

[Πρώτη δημοσίευση. Ο τίτλος είναι παραφθορά γνωστού στίχου της Κικής Δημουλά.]