frear

Λίγα ακόμα για τον Αντώνη Πρωτοπάτση – γράφει η Ανθούλα Δανιήλ

Λίγα ακόμα για τον Αντώνη Πρωτοπάτση
από τον Κώστα Κοτζιούλα και τον Στράτη Μυριβήλη

Πρόσφατα κυκλοφορήθηκε από τις εκδόσεις Σμίλη η μετάφραση του Αντώνη Πρωτοπάτση (1897-1947) στα Άνθη του Κακού του Μποντλέρ (βλ. σχετικό κείμενο στο ηλκτρ. περ. Φρέαρ, 12.8.19).

Ο Πρωτοπάτσης καταγόταν από τη Λέσβο, έζησε, σπούδασε και έκανε καριέρα σκιτσογράφου – γελοιογράφου σε μεγάλες εφημερίδες στη Γαλλία, επέστρεψε στη Μυτιλήνη και συνεργάστηκε με τον Στράτη Μυριβήλη και άλλους λόγιους της Λέσβου. Εν ολίγοις ασχολήθηκε με τα γράμματα και ενδιαφέρθηκε για την παιδεία του απλού ανθρώπου.

Με τον Μποντλέρ ασχολήθηκε από πολύ νωρίς. Το 1939, πριν επιστρέψει από το Παρίσι στη Μυτιλήνη, είχε ολοκληρώσει τη μετάφρασή του αλλά μόνο πενήντα ποιήματα της συλλογής δημοσίευσε το 1944 με τίτλο «ΠΕΝΗΝΤΑ ΑΠΟ ΤΑ ΠΕΡΙΦΗΜΑ ΑΝΘΗ ΤΟΥ ΚΑΚΟΥ του CHARLES BAUDELAIRE μεταφρασμένα από τον Αντώνη Πρωτοπάτση». Και τούτο γιατί έκρινε πως σε τόσο δύσκολες ώρες για την πατρίδα δεν ήταν καιρός για ποιήματα. Ολόκληρη τη μετάφρασή του δεν την είδε δημοσιευμένη ποτέ.

Στο πιθανό ερώτημα, γιατί ο Πρωτοπάτσης να ασχοληθεί με τον Μποντλέρ, ο ποιητής Αλέξανδρος Μπάρας απαντά: «γιατί αγαπά τον ποιητή του, τον αγώνα του, τις ψυχικές διακυμάνσεις του, όλα εκείνα που συνιστούν την «μεταφυσική» του, τη «δικαίωσή» του, τις «ανανήψεις» του, τις «πτήσεις του στα υπερκόσμια», τις «μελαγχολικές του πεδιάδες».

Την έκδοση όλων των ποιημάτων Τα Άνθη του Κακού που ο Πρωτοπάτσης δεν είδε ποτέ –πέθανε το 1947 σε ηλικία πενήντα ετών– πραγματοποίησε ο Μυτιληνιός λόγιος Βάσος Βόμβας, γιος του ποιητή Γιάννη Αλύτη Βόμβα, ο οποίος είχε τη μετάφραση στο αρχείο του.

Στην έκδοση αυτή θα βρούμε πολλά βιογραφικά στοιχεία για την προσωπικότητα του Πρωτοπάτση. Όμως όσα και να έχουν γραφτεί και λεχθεί, πάντα υπάρχουν πληροφορίες, οι οποίες συγκλονίζουν και ας έχουν περάσει εβδομήντα χρόνια από τον θάνατο του εικαστικού-ποιητή μεταφραστή.

Ανάμεσα σ’ αυτά τα αδημοσίευτα και αφορώντα τον Αντώνη Πρωτοπάτση, βρίσκεται και ένα κείμενο του συνοδοιπόρου του, του σημαντικού διανοούμενου, ποιητή και αγωνιστή Γιώργου Κοτζιούλα, το οποίο περιλαμβάνεται στο Αρχείο Κοτζιούλα και το οποίο μου εμπιστεύτηκε ο γιος του Κώστας Κοτζιούλας. Το παραθέτω όπως μου παραδόθηκε:

Ο Γ. ΚΟΤΖΙΟΥΛΑΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΝΤ. ΠΡΩΤΟΠΑΤΣΗ

Γιώργος Κοτζιούλας, 1909-1956

Με φούρια και με πόζα, μ’ επαγγελίες και μ’ επιτιμήσεις, μεγαλεπήβολα κι εικονοκλαστικά, είχαν κάμει την εμφάνισή τους τα Ελληνικά Γράμματα του Μπαστιά. Ήταν το δεύτερο περιοδικό περιωπής, ας πούμε, δίπλα στη Νέα Εστία. Κι ενώ εκείνη αντιπροσώπευε την ορθοδοξία και τα καθιερωμένα, τα Ελληνικά Γράμματα έρχονταν με αξιώσεις ελέγχου και για να επιβάλουν συνάμα νέους ανθρώπους. Στο επιτελείο τους ανήκαν νεοϊδεάτες καθηγητές του πανεπιστημίου, προπάντων της Θεσσαλονίκης, αγέλαστοι κριτικοί σαν το Φώτο Πολίτη, νεότεροι καλλιτέχνες σαν τον Πρωτοπάτση και τον Κλώνη, αλλά και άνθρωποι που κατά λάθος βρίσκονταν εκεί, όπως ο Βασίλης Ρώτας. (Κοτζιούλας Γ., Η φιλολογική μας πρωτεύουσα πριν από 20 χρόνια (1947), χφ., Αρχείο Γ. Κοτζιούλα [ανέκδοτο]).

***

Εκείνη την εποχή άλλο πρόσωπο που μούρχεται επίμονα στο νου, απ’ αφορμή τις σχέσεις μου με το Μυριβήλη, είναι ο αλησμόνητος φίλος Αντώνης Πρωτοπάτσης.

Ζωγράφος –κατασκευαστής πορτραίτων–, αλλά προπάντων σκιτσογράφος και μάλιστα ειδικός στις γελοιογραφίες, από αρχοντόσογο της Μυτιλήνης, μόλις είχε γυρίσει απ’ το Παρίσι, όπου έλειπε χρόνια δίνοντας συνεργασία στα εκεί φύλλα, παντρεμένος μάλιστα με Γαλλίδα. Ήταν παχύς, με κατάμαυρα μαλλιά και λαμπερά μάτια, εγκάρδιος και διαχυτικός, γεμάτος πάντα ενθουσιασμό για την τέχνη και για τους φίλους του.

Ο Μυριβήλης, που τον αγαπούσε τότε πολύ (αργότερα χωρίστηκαν για πάντα, απ’ την κατοχή και δώθε, εξαιτίας των ιδεολογικών), με αμοιβαία άλλωστε αγάπη κι εκτίμηση, αυτός μου άφησε φεύγοντας παραγγελία να τον γνωρίσω οπωσδήποτε.

–Άμα έρθει ο Αντώνης για έκθεση στην Αθήνα, να πας να τον δεις. Κοίταξε μη διστάσεις, μη ντραπείς. Είναι χρυσή καρδιά. Θα ευχαριστηθεί. Θα σου κάμει κι εσένα καλό. Είναι απ’ τα επίλεχτα μέλη, παράγοντας της Λεσβιακής Άνοιξης…

Πήγα και τον είδα στην οδό Νικοδήμου (αντίκρυ απ το σημερινό Τμήμα Μεταγωγών!), εκεί που καθόταν ο Βέλμος, ο ανωμάλων έξεων θαρραλέος εκδότης του Φραγγέλιου, που για να τα βολεύει είχε διευθετήσει μια κάτω κάμαρα, προς το δρόμο, σ’ αίθουσα εκθέσεων, για τους φτωχούς ή τους ανεπίσημους ζωγράφους.

Ο Πρωτοπάτσης με δέχτηκε εγκάρδια, μούκαμε κιόλας και το σκίτσο. Μ᾽ έχει με σηκωμένο το γιακά του χαρισμένου πανωφοριού, γιατ’ ήταν τριμμένος, λιγδιασμένος (και πού να μου κόψει, στα χρόνια εκείνα τα εργένικα, να τον αλλάξω τουλάχιστο!). Αλλά ο μακαρίτης ο Αντώνης, ο μαθημένος από τα Παρίσια, δεν πρόσεχε εμφάνιση. Του είχαν αρέσει οι στίχοι μου, και του αρκούσε αυτό. Αλλά παίνευε και τη μετάφρασή μου:

–Μπράβο, μπράβο! Τα κατάφερες καλά. Για πρώτη εργασία είναι σπουδαία. Μόνο που ερωτοτροπείς λίγο με την καθαρεύουσα. Μακριά απ’ την ψώρα! Εμείς οι μυτιληνιοί, ξέρεις, είμαστε κατακάθαροι σ᾽ αυτό το σημείο. Κανόνας μας ο Εφταλιώτης, ο Κόντογλους, ο Λεφκίας… Θα ρθείς στο ξενοδοχείο να σου απαγγείλω Λεφκία, να τρελαθείς. Φτάνει το δημοτικό τραγούδι, σού λέω. Αλλά κι η γλώσσα, το ύφος του Μυριβήλη, τι σου λεν; Κλασικά, ε! Μπράβο σου που τον μυρίστηκες τόσο νωρίς. Οι άλλοι θα περάσουν δέκα κι είκοσι χρόνια ώσπου να τον μάθουν. Ο πρώτος που τον ανακάλυψε, που διαλάλησε την αξία του, ήμουν εγώ. Εγώ τον παρακίνησα, χρόνια είχα που τον πάλευα, να γράψει το βιβλίο του, την καθεαυτού Ζωή εν τάφῳ. Σ’ εκείνη τη φυλλαδούλα που το πρωτόβγαλε, ήταν μια σταλιά. Τώρα το μεταφράζω και στα γαλλικά, θα βάλω συνεργάτη κι έναν άλλον. Θα κάμει πάταγο, θα ιδείς. Θα βγάλει και χρήματα. Το αξίζει…
Κοτζιούλας Γ., Η πρώτη μου γνωριμία με το Μυριβήλη…, χ.χ., χφ., Αρχείο Γ. Κοτζιούλα [ανέκδοτο]

***

Στράτης Μυριβήλής, 1890-1969

Ο ΣΤΡΑΤΗΣ ΜΥΡΙΒΗΛΗΣ (Μυτιλήνη) στον Γ.Κ. (Αθήνα)

Λέσβο. Απ’ τη Σκάλα της Σκαμνιάς 25.10.30

Ο Πρωτοπάτσης είν’ αυτού. Θα κάνει έκθεση. Πες του Στασινόπουλου να τον ανταμώσει. Φέρ’ τους σ’ επαφή εσύ. Γνώρισέ τον του Πρωτοπάτση. Πήγαινε από μέρος μου. Είνε ένας αληθινός καλλιτέχνης και άνθρωπος από κείνους πούνε ευτύχημα να γνωρίζουμε. Τον αγαπώ πολύ. Αυτός μεριμνά για τη γαλλική έκδοση.

Από το κείμενο του Γ. Κοτζιούλα δημοσιευμένο στα Αιολικά Γράμματα, χρ. Β’ , τεύχ. 8, Μαρτ – Απρ. 1972 και στον Ριζοσπάστη 24.4.1947, σελ. 2. με τίτλο «Η φυσιογνωμία του Πρωτοπάτση» παραθέτω μερικά μόνο αποσπάσματα, χαρακτηριστικά του ήθους του ανθρώπου και της αντιμετώπισης που είχε από την Πολιτεία.

«Ο φίλος μας ο Αντώνης δεν υπάρχει πια. Έκλεισε για πάντα τα μεγάλα, φωτεινά του μάτια που ήταν πλασμένα για την καλωσύνη, για τη χαρά της ζωής…

Το μικρόψυχο, το ταπεινό κράτος θέλησε να τον εκδικηθεί, να τιμωρήσει έναν μισοπαράλυτο, κατάκοιτο άνθρωπο, που ζητούσε από καιρό άδεια για το εξωτερικό, μήπως εύρει εκεί τη γιατρειά του.

– Δε μ’ αφίνουν να φύγω, παραπονιόταν. Με κρατούν εδώ για να με σκοτώσουν.

Αυτός παρακίνησε παλιότερα το Μυριβήλη, πατριώτη του άλλωστε, να ξαναγράψει το «Η ζωή εν τάφω». Αυτός βοήθησε να μεταφρασθεί και να εκδοθεί το βιβλίο του στα γαλλικά.

Ο Πρωτοπάτσης, σα γνήσιο τέκνο του νησιού του, αγαπούσε πολύ τους Μυτιληνιούς και δεν έχανε ευκαιρία να εκθειάζει τις νέες προπάντων αξίες, που δεν είχαν επιβληθεί ακόμα στα γράμματα. Το θυμούμαστε όλοι από χρόνια με πόσο ενθουσιασμό εκφραζόταν για τον ασύγκριτο μεταφραστή Κώστα Φριλίγγο, για την πεζογράφο Μαρία Κλωνάρη (που τον φιλοξένησε κι όλας ένα διάστημα στο σπίτι της εδώ) και πιο πολύ για τον ποιητή Λεφκία, την παντοτεινή του αδυναμία.

– Δημοτικό τραγούδι, Σολωμός και Λεφκίας! τόνιζε με τη χρωματισμένη του φωνή. Αν ο Λεφκίας δεν είχε παρατήσει τους στίχους, αν δεν του έκαιγαν στην κατοχή τις μεταφράσεις απ’ τ’ αρχαία, όλοι εσείς θα τρίβατε τα μάτια σας. Τώρα όμως…

Η έμμονη ιδέα των τελευταίων του – αλλοίμονο! – χρόνων ήταν τα «Άνθη του κακού» και η απόδοσή τους στα ελληνικά. Οι προηγούμενες μεταφράσεις δεν τον ικανοποιούσαν και με το δίκιο του. Αυτός φιλοδοξούσε να δώσει ακέραιο το σώμα και το πνεύμα της μπωντλαιρικής ποίησης.

Ακόμα και στην τελευταία μας συνάντηση αυτό φαινόταν να τον απασχολεί απάνω απ’ όλα, κι απ’ την αρρώστεια του μαζί. Μπροστά του, απάνω στο τραπέζι, είχε γαλλικές εκδόσεις, με μεταφράσεις του σε περιοδικά κι ένα μεγάλο τετράδιο με τη χειρόγραφη εργασία του…

Ο Αντώνης Πρωτοπάτσης, ο ωραιολάτρης της Μυτιλήνης, το σπάνιο κοντύλι, η χρυσή καρδιά δεν υπάρχει πια μεταξύ μας. Πέθανε χωρίς να μάθει από τι. Αλλά ξεψύχησε πιστεύοντας ακλόνητα στο ιδανικό της Λαοκρατίας. Κι έκλεισε τα μάτια του μεταφράζοντας, απαγγέλλοντας ή ακούγοντας στίχους, που ήταν το μεγάλο μεράκι της ζωής του».

Το ενδιαφέρον μου για τον Αντώνη Πρωτοπάτση είχε ως αφορμή την πρόσφατη έκδοση της μετάφρασής του των Ανθέων του Κακού από τον Βάσο Βόμβα και μέσα σε ένα πλαίσιο λήθης σπουδαίων ανθρώπων που έχουν αφήσει έργο σημαντικό.

Ευχαριστώ θερμά τον Κώστα Κοτζιούλα που με προθυμία μου παραχώρησε τα δύο κείμενα, δημοσιευμένο το ένα το 1944 στον Ριζοσπάστη και στα Αιολικά Γράμματα το 1972, και αδημοσίευτο το άλλο από το αρχείο του πατέρα του Γιώργου Κοτζιούλα

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Τα σχέδια είναι του Αντώνη Πρωτοπάτση. Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.]

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly