frear

Η Δημοκρατία των ονείρων – της Μίλα Παβίσεβιτς

Μετάφραση: Κωνσταντίνος Μούσσας

Μια φορά και έναν και καιρό, πριν πολλά χρόνια, σε έναν μακρινό τόπο πέρα από τα σύνορα, ήταν η Δημοκρατία των Ονείρων. Στα όνειρα κυβερνούσε ένας πολιτικός εκλεγμένος από τον λαό. Στην πραγματικότητα οι εποχές της αριστοκρατίας είχαν παρέλθει και θέση βασιλιά δεν υπήρχε πια. Σε ένα μεγάλο κάστρο λοιπόν, που του άνηκε μόνο κατά την περίοδο της θητείας του, ζούσε ο «Πολιτικός» με την μικρή οικογένειά του: την πρώτη κυρία, μια κακιά, ματαιόδοξη μητριά και την κόρη τους Σόνια, καλή και πανέμορφη, που σε φυσιολογικές συνθήκες, αν δηλαδή η Δημοκρατία των Ονείρων ήταν μοναρχία, θα ήταν μια πριγκίπισσα.

Το κάστρο είχε, όπως όλα τα κάστρα, έναν αμέτρητο αριθμό δωματίων μυστικών στα οποία όμως έμπαιναν όλοι (όπως σε όλα τα παραμύθια), έτσι που με τον καιρό έπαψαν να τα αποκαλούν μυστικά. Στο κάστρο εργάζονταν περισσότερα από εκατό άτομα, που απασχολούνταν σε διάφορα, για παράδειγμα στην καθαριότητα, στην κουζίνα, στην περιποίηση των φιλοξενούμενων. Προφανώς, οι εργαζόμενοι, πληρώνονταν, είχαν ασφάλεια υγείας, και ως εκ τούτου η δουλεία είχε καταργηθεί από καιρό. Έτσι λειτουργούσε το καθεστώς, ώσπου μια μέρα…

Ήταν ένα ηλιόλουστο πρωινό, για την ακρίβεια η πρώτη μέρα της άνοιξης, που στην Χώρα των ονείρων ήταν γνωστή ως Ημέρα της Ονειροπόλησης. Ο πολιτικός και η κακιά μητριά οργάνωσαν μια μεγάλη γιορτή. Ήταν απαραίτητο να γιορτάσουν όχι μόνο την Ημέρα της Ονειροπόλησης, αλλά και τις επερχόμενες εκλογές και τα γενέθλια της Σόνιας. Αυτοί οι έντιμοι γονείς ήταν ευτυχισμένοι που η Σόνια έκλεινε τα δεκαοκτώ: θα ενηλικιωνόταν και πολύ πιθανώς θα παντρευόταν έναν πλούσιο γιο κάποιου άλλου πολιτικού, θα γίνονταν ανεξάρτητη, θα μετακόμιζε και θα ζούσε ευτυχισμένη ως το τέλος της ζωής της.

Οργιώδεις προετοιμασίες κράτησαν όλη τη μέρα, τόσο που οι διοργανωτές, κουρασμένοι να δίνουν διαταγές, ούτε που κατάλαβαν πως οι καλεσμένοι είχαν ήδη αρχίσει να φτάνουν. Όταν συγκεντρώθηκαν όλοι κατευθύνθηκαν στην τεράστια σάλα του γεύματος και κάθισαν γύρω από ένα επίσης τεράστιο στρογγυλό τραπέζι.

Το τραπέζι ήταν μαύρο όπως το μαόνι, το τραπεζομάντηλο λευκό σαν το χιόνι με κεντημένα τριανταφυλλάκια κόκκινα σαν το αίμα. Στη μέση του τραπεζιού υπήρχαν αγαλματάκια από πάγο. Από τους γλυκομίλητους εργαζομένους σερβίρονταν εξωτικά φαγητά. Μιλούσαν για τα θέματα της επικαιρότητας. Όλοι ήταν χαρούμενοι: ακόμα κι o Ονειροπόλος, ο πολιτικός, η κακιά μητριά και η Σόνια. To δείπνο πλησίαζε σιγά σιγά προς το τέλος και ακριβώς τότε, εμφανίστηκε απρόσκλητη μια γριά νεράιδα από το κόμμα της αντιπολίτευσης: μια φεμινίστρια που για χρόνια επιχειρούσε να κερδίσει τις εκλογές και να εγκαθιδρύσει μια φεμινιστική κυβέρνηση στη χώρα των ονείρων. Αυτό προφανώς δεν επετεύχθη ποτέ. Δεν παντρεύτηκε γιατί μισούσε το αρσενικό γένος, έτσι που η κοινότητα άρχισε να την αποκαλεί η «γριά θυμωμένη»

Εξοργίστηκε που δεν προσκλήθηκε και όπως είχε τις δυνάμεις μιας νεράιδας, αποφάσισε να εξαπολύσει μια κατάρα. Χαμογέλασε, κούνησε το ραβδί της και με μια μόνο κίνηση τους αποκοίμισε όλους. Τα όνειρα μετατράπηκαν σιγά σιγά σε εφιάλτες. Η κακιά μητριά βασάνιζε την Σόνια, που έκλεγε ήδη, πεπεισμένη ότι τώρα δεν θα παντρευόταν έναν πλούσιο άντρα. Πολλοί μετανάστευαν. Κι έτσι η Σόνια μια μέρα πήγε μια βόλτα και περπάτησε, περπάτησε πολύ ώσπου έφτασε σε ένα μεγάλο εγκαταλελειμμένο κτήριο με μια επιγραφή στην εξώπορτα: «Μην εισέρχεστε». Μπήκε από περιέργεια (η ίδια περιέργεια που είχε βάλει σε μπελάδες τη Ροσασπίνα, και κάποιες σαν αυτές.).

Στον κήπο υπήρχε ένας τεράστιος σκύλος ολόιδιος ο Κέρβερος, όμως με πιο πολλά κεφάλια. Ευτυχώς η Σόνια είχε μαζί της το φαγητό. Το πέταξε στον σκύλο. Τα κεφάλια άρχισαν να χτυπούν το ένα το άλλο για τα κομμάτια κρέατος και η Σόνια κατάφερε να μπει ανενόχλητη στο κτήριο. Αφού ανέβηκε μια μεγάλη σκάλα στο βάθος ενός διαδρόμου βρήκε ένα δωμάτιο. Στο κρεβάτι κοιμόταν ένας νέος στην ηλικίας της. Έκατσε δίπλα του. Πιστή στις αρχές της, δεν τον φίλησε αν και ένιωθε έλξη.

Τον σκούντησε απαλά. Τόσο απαλά που ο νέος χτύπησε το κεφάλι του στη γωνία του κρεβατιού και ξύπνησε. Ο νέος που ήταν ο γιος ενός άλλου πολιτικού ερωτεύθηκε κεραυνοβόλα (προφανώς τη Σόνια). Σύντομα παντρεύτηκαν. Μάλιστα μαθεύτηκε ότι απλώς βρισκόταν σ’ εκείνο το ερειπωμένο κτήριο μόνο επειδή ήθελε να το ανακαινίσει. Ο πατέρας του συμμεριζόταν τις πολιτικές πεποιθήσεις του πατέρα της Σόνιας. Μετά τις εκλογές και τις απαιτητικές διακηρύξεις του πολιτικού και τον γάμο των δυο νέων, υπογράφτηκε μια συμφωνία: Η Δημοκρατία των Ονείρων, έγινε Ενωμένη Δημοκρατία των Ονείρων με επικεφαλής δυο νέους, το ίδιο έντιμους πολιτικούς. Κι έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.

***

Η Mila Pavicevic είναι δραματουργός και συγγραφέας. Γεννήθηκε στο Dubrovnik και ζει στο Βερολίνο, όπου εργάζεται σαν χορεύτρια και χορογράφος. Στο συγγραφικό της έργο περιλαμβάνονται διάφορες ποιητικές συλλογές, καθώς και η συλλογή διηγημάτων La bambina den ghiaccio e alre fiabe / Η Κρουσταλλένια και άλλα παραμύθια, με το οποίο κέρδισε το Ευρωπαϊκό Βραβείο Λογοτεχνίας. Τα βιβλία της έχουν μεταφραστεί σε Ευρώπη και Λατινική Αμερική. Η Κρουσταλλένια και άλλα παραμύθια θα κυκλοφορήσει προσεχώς από τις εκδόσεις Βακχικόν. 

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.]

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly