frear

Εθελούσια επίσκεψη στην καταραμένη γη των ερειπίων – του Γεωργίου Νικ. Σχορετσανίτη

Στιγκ Ντάγκερμαν, Γερμανικό φθινόπωρο. Αφηγήματα, μτφρ. Αγγελική Νάτση. εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 2019.

Το Γερμανικό φθινόπωρο του Στιγκ Ντάγκερμαν είναι σχετικά σύντομο κείμενο, μόλις ξεπερνάει τις εκατό σελίδες, που παραπαίει και αμφιταλαντεύεται ανάμεσα στη δημοσιογραφία και τη λογοτεχνία. Και τούτο είναι ακόμα πιο σημαντικό αν λάβουμε υπ’ όψιν μας ότι αυτό που περισσότερο καταγγέλλεται εκεί μέσα, είναι ακριβώς η απύθμενη υποκρισία των δημοσιογράφων και, το σπουδαιότερο, η διάχυτη αλαζονεία τους ότι αυτοί αποτελούν τη φωνή της δημοκρατίας. Σε μια συλλογή εκτεταμένων σημειώσεων για τους δύο μήνες που ταξίδεψε στη Γερμανία, ο Ντάγκερμαν εμφανίζει μια ευφυή και δημιουργική ικανότητα να παρατηρεί και ακολούθως να μεταφέρει και αναφέρει σε κείμενο όλα όσα αισθάνθηκε με άγρια πνευματική ειλικρίνεια και γενναία ελευθερία σκέψης. Το ρεπορτάζ του νεαρού Σουηδού συγγραφέα δεν μοιάζει με κανένα άλλο εκείνης της περιόδου, αφού στα γραπτά του κάνει λόγο για την κοινωνική ανισότητα και τις πικρές διαιρέσεις, ενώ φέρνει στο προσκήνιο όλη την απογοήτευση των αντιναζιστικών επαναστατών που ήλπιζαν ότι το 1945 θα φέρει την πολυπόθητη δικαιοσύνη στη Γερμανία, και ακόμα δεν είναι καθόλου παρόμοιο με τα χρονικά των δημοσιογράφων των εφημερίδων των κατοχικών χωρών, που βρέθηκαν με τον ένα ή άλλο τρόπο και για άλλοτε άλλο χρονικό διάστημα, στις κατεστραμμένες μεταπολεμικές πόλεις της ηττημένης Γερμανίας.

Ο Στιγκ Ντάγκερμαν δεν ψάχνει για εκδίκηση και μίσος, ούτε προσπαθεί να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα. Κοιτάζει τα πράγματα με διεισδυτικά, σοφά και έντονα αναρχικά μάτια από απόσταση, με ειλικρίνεια και συμπόνια. Η αναντίρρητη και προφανής αρετή του Ντάγκερμαν είναι ο αναρχισμός του μυαλού και του πνεύματός του και ίσως αυτό να κάνει τελικά το Γερμανικό Φθινόπωρο ένα υπέροχο αλλά και συνταρακτικό, ταυτόχρονα, βιβλίο. Η αναρχία για εκείνον ήταν το τέλειο συνώνυμο της ανθρωπότητας. Έναν άλλο παράγοντα που θα πρέπει να λάβουμε υπ’ όψιν διαβάζοντας το βιβλίο, είναι ο συνδυασμός της αφέλειας και της ευφυΐας του συγγραφέα, που παρατηρεί εκ του σύνεγγυς, στη μεταπολεμική περίοδο, την εν λόγω χώρα. Απλές ιστορίες και αφηγήσεις με μοναχικούς χαρακτήρες, σκιαγραφούνται ποιητικά με φόντο το τσουχτερό και διεισδυτικό κρύο, την γενικευμένη αθλιότητα και την πλήρη απουσία, κάποιας έστω, ελπίδας στον θολερό ορίζοντα. Ο συγγραφέας μας πληροφορεί για τις άχρηστες, σε μεγάλο βαθμό, δίκες μέσα σε δικαστήρια που δίκαζαν μικρές και ασήμαντες περιπτώσεις, την ίδια στιγμή που τα πραγματικά και βασικότερα στελέχη των Ναζί κατάφεραν να ξεφύγουν από εκεί και να εγκατασταθούν ανενόχλητα στην άνεση και τη βεβαιότητα των ‘συμμαχικών’ χωρών.

Οι δικαστικές διαδικασίες δίωξης των Ναζί, ήταν δίκες που πραγματοποιήθηκαν στις τρεις δυτικές ζώνες κατοχής στη Γερμανία μετά το τέλος του εθνικοσοσιαλισμού, που παρομοιάστηκαν και χαρακτηρίστηκαν ως ενδιαφέρουσες θεατρικές παραστάσεις, σε χώρους οι οποίοι αποδείχτηκε τελικά ότι αποτελούσαν το πρόσχημα για την απομάκρυνση των αξιωματούχων ναζιστών από τη Γερμανία, από τη μια μεριά, και από την άλλη το θέατρο για τους Εβραίους οι οποίοι, για διακόσια μάρκα, κατέθεταν ενόρκως την αναλήθεια των κατηγοριών εναντίον όσων, μόλις πριν από μερικές ημέρες, ήταν οι ανελέητοι διώκτες τους! Αυτές είναι οι δίκες όπως τις παρουσίασε ο Ντάγκερμαν. Το «Deutschland ist nix mehr los» («Δεν μπορείς πια να κάτσεις στη Γερμανία»), δεν ήταν πλέον δυνατό να συνεχίζει να υφίσταται στη Γερμανία, αφού αυτή η κατάσταση ήταν πιο μισητή ακόμα και από την προηγηθείσα περίοδο του Χίτλερ. Κάποιες φορές είναι σκόπιμο να αφήσουμε ένα απόσπασμα, ένα σύντομο κείμενο να μιλήσει από μόνο του, μέσα από την ομορφιά των λέξεων του, αλλά πάνω απ’ όλα με τα λόγια που το αντιπροσωπεύουν! «…Ακούς φωνές που λένε πως πριν ήταν καλύτερα, αλλά τις απομονώνεις από την κατάσταση στην οποία βρίσκονται οι κάτοχοί τους, που τις ακούς όπως θα άκουγες μια φωνή στο ραδιόφωνο. Αυτό οι άνθρωποι το ονομάζουν αντικειμενικότητα, μη διαθέτοντας την απαραίτητη φαντασία να αναπαραστήσουν νοερά την κατάσταση… Οι άνθρωποι αναλύουν. Στην πραγματικότητα το να αναλύεις τις πολιτικές απόψεις του πεινασμένου χωρίς παράλληλα να αναλύεις την πείνα του, είναι εκβιαστικό…».

Ο Στιγκ Ντάγκερμαν (Stig Dagerman, 1923-1954) γεννήθηκε σε ένα μικρό χωριό κοντά στην Ουψάλα της Σουηδίας. Από μικρή ηλικία, υιοθέτησε τις αρχές του πολιτικού ακτιβισμού που άκουγε στο όνομα «ελευθερισμός» ή «λιμπερταριανισμός», ο οποίος και του άφησε ένα ζωηρό αποτύπωμα στη ζωή και τη λογοτεχνία του. Το 1945, σε ηλικία μόλις είκοσι δύο ετών, δημοσίευσε το πρώτο του μυθιστόρημα Το φίδι (Ormen) με μεγάλη επιτυχία. Το Γερμανικό Φθινόπωρο αποτελεί μια συλλογή των άρθρων που γράφτηκε στη Γερμανία το 1946, δημοσιεύθηκε το 1947 και με την οποία ο συγγραφέας τους κέρδισε μια θέση ανάμεσα στους μεγάλους της λογοτεχνίας, τουλάχιστον στη χώρα του. Αυτοκτόνησε σε ηλικία μόλις τριάντα ενός ετών, εισπνέοντας τους καπνούς εξάτμισης από τον κινητήρα του αυτοκινήτου του.

Όταν οι εναπομείναντες από τη γερμανική χιτλερική ηγεσία τελικά παραδόθηκαν στις συμμαχικές δυνάμεις, το 1945, η χώρα της Γερμανίας ήταν ένα κατεστραμμένο έθνος, πολιτικά, οικονομικά, κοινωνικά και, φυσικά, με έναν πληθυσμό τρομοκρατημένο, στερημένο και γεμάτο κακουχίες και ασθένειες. Στη συνέχεια, το 1945, με την κατάρρευση του υπόλοιπου της Εθνικής Σοσιαλιστικής κυβέρνησης, ο έλεγχος του έθνους μετατοπίστηκε στις κατοχικές αγγλικές, αμερικανικές, ρωσικές και γαλλικές δυνάμεις, οι οποίες, με την προθυμία τους να απομακρύνουν από τη χώρα ό,τι ναζιστικό στοιχείο παρέμενε ακόμα, και φυσικά να τιμωρήσουν τους επικεφαλής, έθεσαν σε εφαρμογή ένα πλήθος δικαστηρίων και δικών που είχαν ως αποτέλεσμα να επιδεινώσουν τη ζωή του μέσου Γερμανού πολίτη και το σπουδαιότερο, χειρότερα απ’ ότι είχε γίνει κατά τη διάρκεια του φοβερού πολέμου. Μέσα σε αυτήν την ανθρωποκεντρική κόλαση, ο εκδότης της σουηδικής εφημερίδας Expressen, το φθινόπωρο του 1946, έστειλε τον εικοσιτετράχρονο Στιγκ Ντάγκερμαν, για επιτόπιο ρεπορτάζ. Ήδη ως συγγραφέας κάποιων κειμένων έως τότε, ο Ντάγκερμαν ήταν επιφορτισμένος και εντεταλμένος για την αναζήτηση της αλήθειας σχετικά με την καθημερινή ζωή του γερμανικού λαού, και κυρίως να ανακαλύψει αν υπήρχε κάποια αλήθεια πίσω από τις αναφορές που συνέχισαν να δημοσιεύονται στον Τύπο των νικηφόρων συμμαχικών εθνών για τη συνέχιση των ναζιστικών συναισθημάτων μεταξύ των Γερμανών πολιτών.

Τα δοκίμια του νεαρού συγγραφέα, συλλέχθηκαν και δημοσιεύθηκαν στη Σουηδία το 1947 κάτω από τον τίτλο Tysk Höst, ενώ για πρώτη φορά δημοσιεύθηκαν σε μια αμερικανική έκδοση με τίτλο German Autumn (Γερμανικό Φθινόπωρο) από το Πανεπιστήμιο της Μινεσότα, με τις περιπλανήσεις του κατά μήκος των κατεστραμμένων και ερημωμένων δρόμων, στα πλημμυρισμένα υπόγεια των σπιτιών, στους στριμωγμένους επιβάτες των μόλις και μετά βίας λειτουργούντων σιδηροδρόμων της μεταπολεμικής Γερμανίας, τουτέστιν μαρτυρίες που σχετικά λίγες αριθμητικά γράφτηκαν για τη φρίκη του πολέμου και των επακόλουθων συνεπειών του επί των αμάχων σε ένα βαριά διαλυμένο, ηττημένο και κάποτε περήφανο έθνος. Μην αφήνοντας τον εαυτό του να παραμείνει με ασφάλεια στα καταφύγια των ξενοδοχείων, των εστιατορίων και των μπαρ που ήταν γεμάτα με ξένους δημοσιογράφους που προστατεύονταν από την ζοφερή πραγματικότητα της μεταπολεμικής γερμανικής ζωής με τα συνήθη σήματα «No German Citizens Allowed» που είχαν αναρτηθεί στις πόρτες αυτών των εγκαταστάσεων, ο Ντάγκερμαν μπόρεσε να δει την ερήμωση, την απελπισία, την κακομεταχείριση και το έγκλημα στο οποίο είχε υποπέσει εκείνο που μόλις λίγα χρόνια πριν ήταν μια μοντέρνα ταξική κουλτούρα –αν και βεβαίως εξακολουθούσε να είναι οικονομικά βαριά κακοποιημένη από τους όρους της συνθήκης ειρήνης των Βερσαλλιών, το 1919, ανάμεσα στην Αντάντ και τη Γερμανική Αυτοκρατορία, η οποία φυσικά τερμάτισε τον προηγούμενο, τον πρώτο, μεγάλο πόλεμο. Όπου και όταν οι συνάδελφοί του, οι άλλοι δημοσιογράφοι από τον διεθνή Τύπο απέφευγαν τέτοιες φρικτές φράσεις, όπως τα «απερίγραπτα» δεινά του γερμανικού λαού και άλλες παρεμφερείς, ο Ντάγκερμαν δήλωνε με τόλμη ότι αυτή η κατάσταση μπορεί και πρέπει να περιγραφεί όπως υπήρχε και φυσικά εκείνος ακριβώς αυτό έκανε. Από τις γραπτές αναφορές του, ο αναγνώστης μεταφέρεται στα πλημμυρισμένα υπόγεια των εναπομεινάντων, σε άλλοτε άλλο βαθμό και κατάσταση, κτηρίων και διαβάζει τον τρόπο που κατάφεραν και επέζησαν οι Γερμανοί τρώγοντας σάπιες πατάτες που τις είχαν βράσει σε βρωμόνερα. Στους μισογκρεμισμένους σιδηροδρομικούς σταθμούς, οι νεαρές Γερμανίδες πουλούσαν το σώμα τους για όσο και ό,τι μπορούσαν να πάρουν απ’ τους στρατιώτες των συμμαχικών χωρών. Και ακόμα περιφέρεται στα περιέργως άθικτα διαμερίσματα των πρώην μελών του ναζιστικού κόμματος και στους γεμάτους χώρους και αποθήκες με αποθέματα για μαύρη αγορά. Και όλα αυτά μέσα σε ένα ζοφερό περιβάλλον όπου επιβάλλονταν ποινές σε πλήθος μικρών αδικημάτων, κάποιες απ’ αυτές έγκυρες, ενώ άλλες μόνο πράξεις προσωπικής ή επιχειρησιακής εκδίκησης, που διαπράχθηκαν κυρίως από ασήμαντους και χαμηλόβαθμους λειτουργούς του πρώην μισητού και απάνθρωπου καθεστώτος. Το βιβλίο είναι ένα πνιγηρό χρονικό πόνου, το πορτραίτο ενός κατακερματισμένου έθνους από τους ίδιους τους ανθρώπους και τις οργανώσεις που προηγουμένως το έβλαψαν και τώρα προσπαθούσαν να το επαναφέρουν στοιχειωδώς σε κάποια ανεκτή κατάσταση. Ένα ολοκληρωμένο, όσο γινόταν, έγγραφο για μια πιο ολοκληρωμένη κατανόηση του τι ακριβώς συνέβη στη Γερμανία αμέσως μετά τον πόλεμο, το Γερμανικό Φθινόπωρο του Στιγκ Ντάγκερμαν, έχει τεράστια αξία και στις μέρες μας.

Το 1946, ο Σουηδός συγγραφέας Στιγκ Ντάγκερμαν, όπως ήδη είπαμε, ταξίδεψε στη Γερμανία για να γράψει μια σειρά άρθρων για τον άμαχο πληθυσμό μετά τον πόλεμο. Παρά το νεαρό της ηλικίας του, είχε ήδη είχε εκδώσει δύο μυθιστορήματα και ήταν από τους πιο διάσημους Σκανδιναβούς συγγραφείς της γενιάς του. Το θέμα του Ντάγκερμαν είναι ο «πόνος του ενοχής» για να δανειστούμε μια φράση του W. G. Sebald. Είναι ένα θέμα που τού κομίζει και προσάπτει τόσο ηθικά όσο και λογοτεχνικά προβλήματα. Πόσο συμπονετικός πρέπει να είναι κάποιος αν τα βάσανα των Γερμανών… είναι τα αναμφισβήτητα αποτελέσματα ενός γερμανικού επιθετικού πολέμου που στο τέλος απέτυχε; Και πώς, υπό αυτές τις περιστάσεις, μπορούμε να γράψουμε γι’ αυτόν το πόνο; Αρχίζει σε ένα πλημμυρισμένο υπόγειο, όπου μια μητέρα στέκεται με τα πόδια της βαθιά μέσα στο νερό και μαγειρεύει πατάτες για τα φυματικά παιδιά της. Αυτή η γυναίκα είναι Γερμανίδα που πιθανόν διέκειτο με συμπάθεια απέναντι στους ναζί ή και να ανήκε στους ναζί, ή τουλάχιστον να ήταν μέλος της εθνικής ομάδας που ήταν συλλογικά υπεύθυνη για τον πόλεμο. Όμως, «… αν εμείς οι Γερμανοί περνούσαμε ζωή χαρισάμενη επί Χίτλερ, τα πράγματα θα ήταν διαφορετικά. Όμως ήμασταν φτωχοί… Και πλέον χάσαμε τα πάντα: σπίτι, οικογένεια, τα υπάρχοντά μας», λέει. Υπάρχουν ένοχοι εκεί έξω, βεβαίως, και πρέπει να λογοδοτήσουν για τα εγκλήματά τους. Από τις σκληρότητες που διαπράχτηκαν από τους Γερμανούς, γράφει ο Ντάγκερμαν, μόνο μία γνώμη μπορεί να υπάρξει: … Το πρόβλημα είναι ότι η γερμανική αγωνία και δυστυχία είναι συλλογική, ενώ οι γερμανικές σκληρότητες δεν ήταν πάντα έτσι. Ποτέ δεν είναι δικαιολογημένο, σε αυτή την εξαιρετική κατάσταση ή σε οποιαδήποτε άλλη παρεμφερή, να αναθέτουμε συλλογικώς την ευθύνη και να δικαιολογούμε τη συλλογική ταλαιπωρία σε αυτή τη βάση. Έτσι, ο Ντάγκερμαν θα παραμείνει για λίγο στο πλημμυρισμένο υπόγειο και θα συναντήσει αυτήν την άθλια μητέρα με τους δικούς της όρους. Θα παραμείνει εκεί όχι μόνο επειδή είναι εξαιρετικά συμπονετικός συγγραφέας, αλλά και επειδή μόνο στο υπόγειο μπορεί να ελπίζει να δει και να πει κάτι αληθινό και πραγματικό. Και συνοψίζει το πρόβλημα:

… Οι γιατροί που διηγούνται στους ξένους ανταποκριτές τις διατροφικές συνήθειες αυτών των οικογενειών λένε πως ό,τι μαγειρεύεται στις χύτρες τους είναι ‘απερίγραπτο’. Στην πραγματικότητα τίποτα δεν είναι πιο απερίγραπτο από τον τρόπο που επιβιώνουν αυτοί οι άνθρωποι. Το απροσδιόριστο κρέας που με κάποιο τρόπο φτάνει στα χέρια τους ή τα βρωμερά λαχανικά τα οποία ένας θεός ξέρει πού τα βρίσκουν δεν είναι απερίγραπτα, είναι απλώς αηδιαστικά, αλλά το αηδιαστικό δεν είναι απερίγραπτο, είναι απλώς αηδιαστικό!

Οπουδήποτε πηγαίνει, ο συγγραφέας συναντά την ίδια απόλυτη αθλιότητα. Παντού ο αέρας τσούζει με υστερία. Συναντά ανθρώπους που ζουν στην παλιά φυλακή Γκεστάπο του Αμβούργου, ένα ηλικιωμένο ζευγάρι που ζει σε ένα εμπορικό τραίνο εμπορευμάτων, ένας άντρας ενθουσιασμένος που κατάφερε να μεταφέρει και εγκαταστήσει την οικογένειά του στους χώρους μιας σχολικής τουαλέτας. Συναντά ανθρώπους που παρηγορούν τον εαυτό τους επιμένοντας ότι η δική τους πόλη είναι η πιο κατεστραμμένη και ανθρώπους που αναρωτιούνται αν τα ζιζάνια που βρίσκονται στα ερείπια είναι δείγμα προόδου ή παρακμής. Συνήθεις αλλά και εξευτελιστικές τραγωδίες περιγράφονται σε κάθε σελίδα. Μια γυναίκα καταφέρνει να γεμίσει τέσσερις σάκους πατάτες μόνο και μόνο για να ανακαλύψει ότι δεν μπορεί να ταξιδέψει στο τραίνο με περισσότερους από έναν, με πιθανό αποτέλεσμα η οικογένειά της να λιμοκτονήσει αργότερα. Ο Ντάγκερμαν τα περιγράφει όλα αυτά με μια άγρια διαύγεια, η οποία δεν επιδέχεται υπερβολών ή συναισθημάτων. Ανησυχεί να πει την αλήθεια, να δείξει τον κόσμο όπως πραγματικά είναι, γιατί μόνο τότε μπορεί να σχηματιστεί μια σαφής ιδέα για το τι θα έπρεπε να συμβεί στη συνέχεια, πώς θα έπρεπε να αποδοθεί η δικαιοσύνη.

Στην καρδιά του βιβλίου υπάρχουν δύο κεφάλαια σχετικά με τις περιβόητες δίκες στα δικαστήρια για τις υποθέσεις ναζισμού (Spruchkammer) που διεξάγονταν παντού στη Γερμανία εκείνη την εποχή. Εδώ μπορούμε να νιώσουμε «ένα παγωμένο αεράκι από τον καιρό του τρόμου, ένα μέχρι τώρα αόρατο κομμάτι από το παζλ της ιστορίας παίρνει για ελάχιστα, συναισθηματικά φορτισμένα, λεπτά σάρκα και οστά, κάνοντας θαρρείς τον αέρα να τρεμοπαίζει στην ψυχρή αίθουσα του δικαστηρίου». Εδώ ο καθένας πρέπει να λογοδοτήσει για τη συμπεριφορά του κατά τη διάρκεια του πολέμου, και εδώ θα πρέπει να μπορεί να πει ποιος είναι ένοχος και ποιος δεν είναι, ποιος αξίζει να υποφέρει και ποιος όχι. Αλλά σχεδόν κάθε κατηγορούμενος μπορεί να απεικονίσει και σκιαγραφήσει την αναγκαιότητα των πράξεών του. Καθένας μπορεί να καλέσει μάρτυρες που θα πιστοποιήσουν ότι άκουγε ξένους ραδιοφωνικούς σταθμούς και Εβραίους μάρτυρες που τον έχουν δει να συμπεριφέρεται φιλικά προς τους Εβραίους. Μπορεί έτσι να μπερδέψει το ζήτημα της ενοχής του γενικά και η δίκη να εξελιχθεί μέσα σε καφκικό παράλογο. Αυτό που γνωρίζει ο Ντάγκερμαν στο τέλος με βεβαιότητα,  είναι ότι όποιος μπορεί να επιδείξει κάποια σχέση με τις συμμαχικές δυνάμεις θα έχει την ευκαιρία η υπόθεσή του να πάει στο αρχείο ή να πεταχτεί στα σκουπίδια. Οι δίκες είναι λοιπόν μια ανακεφαλαίωση των ετών του πολέμου, μια άλλη περίπτωση κατά την οποία ένας άνθρωπος πρέπει να φορέσει ένα συγκεκριμένο μανδύα και να πει ένα συγκεκριμένο παραμύθι για να εξασφαλίσει την μελλοντική του ασφάλεια.

Ο Ντάγκερμαν δεν υποστηρίζει μια πολιτική επιείκειας σε όσους υπήρξαν ενθουσιώδη μέλη του ναζιστικού κόμματος, αλλά δεν είναι αυτό το κύριο θέμα. Το θέμα είναι ότι οι δίκες για αποναζιστικοποίηση δεν λειτουργούν, δεν παράγουν τα αποτελέσματα που υποτίθεται ότι θα δρομολογούσαν για να γίνουν πραγματικότητα. Για τον Ντάγκερμαν στην ουσία είναι έγκλημα να εκτιμούμε τις αφηρημένες ιδέες πολύ περισσότερο από την εμπειρία που αποκτήθηκε από όσα τρομερά ζήσαμε. Αυτό διδάσκει ο πόλεμος. Αυτό διακρίνει τα φανατικά πολιτικά καθεστώτα από τα καθεστώτα που δεν είναι φανατικά και πρέπει να διακρίνει τους Ναζί από εκείνους που επιδιώκουν να τους ακολουθήσουν. Αλλά αυτά είναι σκληρά ιστορικά μαθήματα. Στο κεφάλαιο «Διασχίζοντας το δάσος των κρεμασμένων», είναι αρκούντως οξύς με πληθώρα πολιτικών και ιστορικών βολών: «… τα πλήθη από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης ήταν έτοιμα να ορμήσουν στους βασανιστές τους, και στις διαλυμένες βομβαρδισμένες μεγαλουπόλεις δρούσαν ισχυρές αντιστασιακές ομάδες που διεξήγαγαν εμφύλιο πόλεμο με τους με τους ναζί καθ’ όλη τη διάρκεια της άνοιξης του 1945. Γιατί λοιπόν δεν συνέβη κάτι;» αναρωτιέται ο Σουηδός συγγραφέας. Για να συνεχίσει ευθύς αμέσως και ακάθεκτος: «…Γιατί τα νικητήρια καπιταλιστικά έθνη της Δύσης δεν επιθυμούσαν μια αντιναζιστική επανάσταση»!

Η εκδίκηση είναι, τελικά, ένα είδος στοιχειώδους ανάγκης. Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν το έγκλημα ήταν τόσο μεγάλο και η ανάγκη για εκδίκηση ήταν τόσο έντονα αισθητή, ήταν πράγματι ένας αξιοθαύμαστος συγγραφέας που αρνήθηκε να επιδοθεί και εντρυφήσει βαθιά και σε έκταση στον θυμό και την αηδία που ένιωθε. Από ορισμένες απόψεις, ο Ντάγκερμαν μοιάζει με τον Πρίμο Λέβι, ο οποίος από την απόλυτη και πλήρη εξαθλίωση, από την απερίγραπτη δυστυχία που βίωσε στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, κατάφερε να μάθει τη συμπόνια, την κατανόηση και την αγάπη. Και αν τελειώνει η προσωπική ιστορία του Ντάγκερμαν, όπως και του Ιταλοεβραίου συγγραφέα και ποιητή Πρίμο Λέβι (1919-1987) σε αυτοκτονία, αυτή είναι μια τραγωδία και μια μεγάλη απώλεια, αλλά δεν είναι κάτι παραπάνω από αυτό. Αυτό βεβαίως δεν σημαίνει ότι πρέπει να προσεγγίσουμε το Γερμανικό φθινόπωρο με κάποιο βαθμό προσοχής ή ότι πρέπει να αμφισβητήσουμε την αξία και τη σημασία των διδαγμάτων που πρέπει να μας μεταδώσει και να μας διδάξει.

«…στη Γερμανία υπάρχουν πολλοί τίμιοι αντιφασίστες που είναι περισσότερο άστεγοι και νικημένοι απ’ ότι θα είναι ποτέ οι ναζιστές λακέδες. Είναι απογοητευμένοι, γιατί η απελευθέρωση δεν αποδείχτηκε τόσο δραστική όσο την είχαν φανταστεί, άστεγοι γιατί αποστασιοποιούνται από τη γενική γερμανική δυσαρέσκεια στην οποία εντοπίζουν έναν λανθάνοντα υπέρμετρο ναζισμό αλλά και από την πολιτική των Συμμάχων, αντιμετωπίζοντας με έκπληξη την υποχωρητικότητά τους στο θέμα των πρώην ναζιστών. Και τελικά νικημένοι επειδή αμφισβητούν ότι ως Γερμανοί συνέβαλαν στην τελική νίκη των Συμμάχων…», για να τελειώσει το σχετικό κεφάλαιο του βιβλίου που επιγράφεται «Ερείπια» με το καθηλωτικό: «…τούτοι οι άνθρωποι είναι τα ομορφότερα ερείπια της Γερμανίας, προς το παρόν τόσο ακατοίκητα, όσο οι κατεστραμμένοι σωροί των σπιτιών…»! Κι’ όλα αυτά την ίδια στιγμή που κάπου μακρύτερα, στη Φρανκφούρτη, όπου μιλούσε ο σοσιαλδημοκράτης και πρώην πρόεδρος της Βουλής, Πάουλ Λίμπε, μια ομάδα νεαρών έδειχνε με εμφανή σαρκασμό μια φράση που ήταν γραμμένη σε έναν τοίχο: «Hier geht alles nach rechts», τουτέστιν «Εδώ πάνε όλα δεξιά»!

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.]

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly