frear

Ὁ Ἀντώνης Ζέρβας, ὁ Τζὼν Μπέρρυμαν καὶ ἡ «κουζίνα τοῦ Ἡράκλειτου» ‒ γράφει ο Χρίστος Δάλκος

Ὁ Ἀντώνης Ζέρβας εἶναι αὐτὸς ὁ ὁποῖος γνώρισε μὲ τὶς προδρομικές του μεταφράσεις καὶ κριτικὲς ἀποτιμήσεις τὸν ἀμερικανὸ ποιητὴ Τζὼν Μπέρρυμαν στὸ ἑλληνικὸ κοινὸ (βλ. καὶ ἀφιέρωμα τῆς Νέας Ἑστίας, τ. 1768, Ἰούνιος 2004) [1]. Μετὰ 15 χρόνια ἀπὸ τὸ ἀφιέρωμα αὐτό, ἐπανέρχεται στὴν τρίτη κατὰ σειρὰν ἀπόπειρα μετάφρασης τῶν Ὀνειρικῶν Τραγουδιῶν, ἑνὸς ἔργου ποὺ καθ᾿ ὁμολογίαν του «μάγεψε απελπιστικά τη νεότητά μου και του οποίου ο μοναδικός χαρακτήρας εξακολουθεί να απελπίζει τα γεράματά μου.»

Ἡ ἀναφορὰ εἶναι εἰλημμένη ἀπὸ τὸ «ἄρθρο» (Πρόλογο κατ᾿ οὐσίαν στὴν μελλοντικὴ ἔκδοση ἀπὸ τὴν Περισπωμένη τῶν Ὀνειρικῶν Τραγουδιῶν) τοῦ Ἀ. Ζέρβα «Ο Τζων Μπέρρυμαν και η κουζίνα του Ηράκλειτου» (Ἠλεκτρονικὸ Φρέαρ, 02/02/2020). Ἐκεῖ καὶ ἡ ἐπεξήγηση τοῦ προκλητικοῦ τίτλου, ποὺ κάνει μνεία στὴν «κουζίνα τοῦ Ἡράκλειτου»:

«Το ερώτημα του Μπέρρυμαν αφορά το σύγχρονο λυρικό υποκείμενο και κατ᾿ επέκταση το κατά πόσον είναι ακόμα δυνατή η ποίηση. Από την άποψη αυτή, τα Ονειρικά τραγούδια αποτελούν ένα καθαρτήριο της ποιήσεως και των σύγχρονων αταβισμών της. Ο Μπέρρυμαν έδειξε ότι δεν είναι τα υψηλά νοήματα και οι γνώριμοι αισθητικοί τρόποι που μας κάνουν “να κατοικούμε ποιητικώς”. Η χυδαία καθημερινότητα, το χθαμαλό ύφος, η φλύαρη κοινοτοπία είναι επίσης δρόμοι προς την ποιητική κατοικία. “Και στην κουζίνα υπάρχουν θεοί”, έλεγε ο Ηράκλειτος, και ίσως μόνο εκεί να υπάρχουν πιά, εφόσον η ανάγκη σε σπρώχνει να σκεφθείς την ελευθερία, και η περατότητα την αλήθεια σου. Όποιος λοιπόν εισέρχεται στο σύμπαν του Μπέρρυμαν πρέπει ν᾿ αφήσει κατά μέρος τις “ποιητικές” του προσδοκίες, τα φιλολογικά ιδεώδη “καλού γραψίματος”. Αυτό δεν σημαίνει ασφαλώς ότι διαγράφεται το ένδοξο παρελθόν της λογοτεχνίας. Αντιθέτως μάλιστα· μες από μια παρόμοια ματιά, τα παλαιότερα έργα αποκτούν άλλο σθένος, βγάζουν στην επιφάνεια αμετάλλευτες δυνατότητες κατανοήσεως.»

Ὁμολογῶ ὅτι, καίτοι φιλόλογος, δὲν θυμόμουν τὴν ρήση αὐτὴν τοῦ Ἡράκλειτου, καὶ χρειάστηκε νὰ (ξανα)ανατρέξω στὴν ὑποδειγματικὴ παράθεση καὶ σχολιασμὸ τῶν ἀποσπασμάτων τοῦ Ἡράκλειτου ἀπὸ τὸν Κ. Δ. Γεωργούλη (Νεώτερον Ἐγκυκλοπαιδικὸν Λεξικὸν «Ἡλίου», σ. λ. Ἡράκλειτος). Πρόκειται γιὰ τὸ ἀπόσπασμα 119 («Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων»), τὸ ὁποῖο ὁ Κ. Γεωργούλης σχολιάζει ὡς ἑξῆς:

«(Τὸ συνήθειο τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἡ μοῖρά του).

Ὁ Ἡράκλειτος ἐννοεῖ ὅτι ἕκαστος δημιουργεῖ διὰ τῶν τρόπων ζωῆς τοὺς ὁποίους συνηθίζει νὰ ἀκολουθῇ τὴν τύχην του. Φαίνεται ὅτι ἀποτελεῖ ἀπάντησιν εἰς τοὺς κατωτέρω στίχους τοῦ Θεόγνιδος (165):

“Οὐδεὶς ἀνθρώπων οὔτ᾿ ὄλβιος οὔτε πενιχρὸς
οὔτε κακὸς νόσφιν δαίμονος οὔτ᾿ ἀγαθός.”

(Κανεὶς ἐκ τῶν ἀνθρώπων δὲν εἶναι ἄνευ τῆς συνεργίας τοῦ δαίμονος (μοίρας) οὔτε πλούσιος οὔτε πτωχός, οὔτε κακὸς οὔτε ἀγαθός).

Ὁ Χάϊντεγγερ συνεσχέτισε τὸ παρὸν ἀπόσπασμα μὲ ἀνέκδοτον περὶ Ἡρακλείτου διασωθὲν ὑπὸ τοῦ Ἀριστοτέλους (645 α 17): “Ἡράκλειτος λέγεται πρὸς τοὺς ξένους εἰπεῖν τοὺς βουλομένους ἐντυχεῖν αὐτῷ οἳ ἐπειδὴ προσιόντες εἶδον αὐτὸν φερόμενον [2] πρὸς τῷ ἰπνῷ ἔστησαν (ἐκέλευε γὰρ αὐτοὺς εἰσιέναι θαρροῦντας· εἶναι γὰρ καὶ ἐνταῦθα θεούς).” (Λέγουν ὅτι ὁ Ἡράκλειτος πρὸς τοὺς ξένους, οἵτινες ἤθελον νὰ συνομιλήσουν μαζί του, καὶ οἱ ὁποῖοι ὅταν ἐπλησίασαν πρὸς αὐτὸν καὶ τὸν εἶδον νὰ θερμαίνεται πλησίον εἰς τὸν κλίβανον ἐσταμάτησαν, τοὺς ἀπηύθυνε τὴν προτροπὴν νὰ προσέλθουν μὲ θάρρος καὶ τοὺς εἶπε: Ὑπάρχουν καὶ ἐδῶ (εἰς τὸν κλίβανον) θεοί.). Συμπεραίνει δὲ ἐκ τῆς συσχετίσεως ταύτης ὁ Χάϊντεγγερ, ὅτι τὸ ἦθος τοῦ παρόντος ἀποσπάσματος πρέπει νὰ ἐξηγηθῇ μὲ τὴν τοπικήν του σημασίαν “ὁ συνήθης” τόπος διαμονῆς διὰ τὸν ἄνθρωπον εἶναι ἡ περιοχὴ εἰς ἣν διαμένει ὁ θεός, δηλαδὴ κάτι τὸ ἀσύνηθες. Συμφώνως πρὸς τὴν ἑρμηνείαν ταύτην ὁ κόσμος (τὸ ὂν) εἶναι ἡ περιοχὴ ἔνθα διατρίβει ὁ θεὸς καὶ μέσα εἰς αὐτὸν τὸν κόσμον (εἰς τὸ ὂν) διαμένει καὶ ὁ ἄνθρωπος. Ἡ ἑρμηνεία αὕτη τοῦ Χάϊντεγγερ, ὅσον πρωτότυπος καὶ ἂν εἶναι, βιάζει τὰ πράγματα. Πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ᾿ ὄψιν ὅτι ἡ λέξις ἦθος σημαίνει χῶρον μόνον εἰς τὸν πληθυντικὸν ἀριθμὸν “ἤθεα”. Ὁ Ἡράκλειτος λέγων θεοὺς ἐνόει τὸ πῦρ τοῦ κλιβάνου ὡς ἀπόσπασμα τοῦ κοσμογονικοῦ πυρός. Ἀπομίμησις τοῦ παρόντος ἀποσπάσματος εἶναι καὶ τὸ ὑπ’ ἀριθμ. 16 ἀπόσπασμα τοῦ Ἐπιχάρμου: “ὁ τρόπος ἀνθρώποισι δαίμων ἀγαθός, οἷς δὲ καὶ κακός”.»

Εἶναι φανερό, ἑπομένως, ὅτι ἡ φράση «Καὶ στὴν κουζίνα ὑπάρχουν θεοὶ» ἕλκει τὴν καταγωγὴ ἀπὸ τὴν τραβηγμένη μετάφραση τοῦ «ἤθους» ὡς χώρου, καὶ κατὰ συνέπειαν τοῦ «ἰπνοῦ» ὄχι ὡς κλιβάνου (νεοελληνιστὶ «φούρνου» ἢ καὶ «θερμάστρας») ἀλλὰ ὡς «κουζίνας». Καὶ εἶναι μὲν γεγονὸς ὅτι ἰπνὸς σημαίνει ὄχι μόνο «κλίβανος», «φοῦρνος», «κάμινος», ἀλλὰ καὶ «ὁ τόπος τοῦ κλιβάνου, Λατ. culina, μαγειρεῖον», ἄν ὅμως λάβῃ κανεὶς ὑπ᾿ ὄψη τὴν φράση «εἶδον αὐτὸν θερόμενον πρὸς τῷ ἰπνῷ», θὰ συμφωνήσῃ, πιστεύω, ὅτι ἡ νεοελληνικὴ μετάφραση «Καὶ στὴ θερμάστρα ὑπάρχουν θεοὶ» ἀνταποκρίνεται καλύτερα στὸ πνεῦμα τοῦ κειμένου.

Βεβαίως, μιὰ τέτοια φράση καὶ μιὰ τέτοια μετάφραση δὲν θὰ ἀλλοίωνε οὔτε κατ’ ἐλάχιστο τὴν οὐσία τῆς ἀναλογικῆς συσχέτισης στὴν ὁποία προβαίνει ὁ Ἀντώνης Ζέρβας: «Η χυδαία καθημερινότητα, το χθαμαλό ύφος, η φλύαρη κοινοτοπία είναι επίσης δρόμοι προς την ποιητική κατοικία. “Και [στη θερμάστρα] υπάρχουν θεοί”, έλεγε ο Ηράκλειτος, και ίσως μόνο εκεί να υπάρχουν πιά, εφόσον η ανάγκη σε σπρώχνει να σκεφθείς την ελευθερία, και η περατότητα την αλήθεια σου.»

Ἂν ἐν τούτοις κάποιος θὰ ἐπιθυμοῦσε νὰ ἀντιπροσωπευθῇ στὴν μετάφραση (καὶ) ἡ χαϊντεγγεριανὴ ἑρμηνεία, τότε ἡ ἐνδεδειγμένη λύση θὰ ἦταν ἡ χρήση τῆς λέξης «φοῦρνος», ποὺ ἡ σημασιολογική της εὐρύτητα καλύπτει τόσο τὴν ἔννοια τοῦ κλιβάνου ὅσο καὶ αὐτὴν τῆς κουζίνας: «Καὶ στὸν φοῦρνο ὑπάρχουν θεοί».

Σημειώσεις

1. Σὲ πιάνει μιὰ μελαγχολία –τ.ἔ. ἐκ πικρᾶς πείρας ξεθυμασμένη ἀγανάκτηση- ὅταν διαπιστώνῃς ὅτι στὸ λῆμμα «Μπέρρυμαν» τῆς Βικιπαίδειας οἱαδήποτε ἀναφορὰ στὶς πρῶτες μεταφραστικὲς καὶ κριτικὲς προσεγγίσεις τοῦ σκαπανέως Ἀ. Ζέρβα ἀπουσιάζει

2. Ὅλες οἱ ἐκδόσεις ποὺ συμβουλεύθηκα ἔχουν: «εἶδον αὐτὸν θερόμενον πρὸς τῷ ἰπνῷ», τ.ἔ. «τὸν εἶδαν νὰ ζεσταίνεται κοντὰ στὸν φοῦρνο», ὁπότε πρόκειται μᾶλλον γιὰ τυπογραφικὸ λάθος τοῦ «Ἡλίου». Οὕτως ἢ ἄλλως, ὅμως, ἡ διαφορετικὴ σημασιολογικὴ ἀπόχρωση ποὺ συνεπάγεται ἕνα ἁπλὸ θῆτα στὴν θέση ἑνὸς φῖ δείχνει ὅτι οἱ ὀπαδοὶ τῆς «ἀναγνωστικῆς πρόσληψης» ὀφείλουν νὰ ἀντιμετωπίζουν μὲ περισσότερο σεβασμὸ τοὺς ὑπέρμαχους τῆς ὄχι κατ᾿ ἀνάγκην καὶ πάντα «στενόμυαλης» φιλολογικῆς ἀντικειμενικότητας.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.]

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly