frear

Για τη «Λώβα» του Θοδωρή Νταλούση – γράφει η Ελένη Τσαντίλη

Η Λώβα (Θράκα, 2018, σ. 119) είναι ένα μικρό βιβλίο με τρεις ιστορίες των τριάντα-σαράντα σελίδων («Το άνοιγμα», «Ρέζους αρνητικό», «Πολυέλαιος»). Οι ιστορίες μπορούν να διαβαστούν ξεχωριστά, ωστόσο, οι χαρακτήρες είναι πάντα οι ίδιοι με διαφορετικό βαθμό συμμετοχής σε καθεμία, π.χ. ο πρωταγωνιστής στο «Ρέζους αρνητικό» είναι δευτερεύον πρόσωπο στο «Άνοιγμα». Το τέχνασμα αυτό δημιουργεί μία χρονική και τοπογραφική συνέχεια (από το διαμέρισμα στον δρόμο και από τον δρόμο σε μια γκαρσονιέρα). Οι τρεις ιστορίες μαζί συγκροτούν μια συνθετότερη εικόνα όπου οι χαρακτήρες συνυπάρχουν από ιστορία σε ιστορία. Επομένως, δημιουργείται μια μυθιστορηματική ψευδαίσθηση. Δεν διαβάζουμε ακριβώς ένα βιβλίο με τρία διηγήματα, αλλά ένα βιβλίο που αποτελείται από τρία κεφάλαια μιας κατακερματισμένης αφήγησης, κατά την οποία παρακολουθούμε τα τυχαία στιγμιότυπα μιας κατ’ επίφαση παρέας.

Η αφήγηση είναι πάντοτε πρωτοπρόσωπη με εσωτερική εστίαση, ομό- και αυτοδιηγητικό αφηγητή. Σε κάποια σημεία πέρα από την περιγραφή υπάρχει εσωτερικός μονόλογος. Αυτή η αφηγηματική μονομέρεια αναδεικνύει τις ψυχολογικές μεταπτώσεις των ηρώων, οι οποίες χαρακτηρίζουν το βιβλίο στο σύνολό του. Τα κίνητρα και οι επιθυμίες του εκάστοτε αφηγητή συγκρούονται με τις επιθυμίες και τις πράξεις των υπολοίπων γύρω του.

Δεν μαθαίνουμε ποτέ περισσότερα απ’ όσα χρειαζόμαστε. Υπάρχει οικονομία και εάν σε κάποια σημεία νομίζει κανείς ότι η ιστορία φτάνει σε αδιέξοδο, τότε πάνω που αρχίζει να κουράζει, συμβαίνει μια ανατροπή. Χρησιμοποιείται η τεχνική των ιστοριών τρόμου, όχι για να τρομάξει –καθόλου– αλλά για να δώσει μια δυναμική συνέχεια ή τέλος σε κάθε σκηνή ή επεισόδιο. Δεν πετυχαίνει πάντα, σε κάποια σημεία η αφήγηση κάνει “κοιλιά” ή δεν δίνεται μια ικανοποιητική λύση. Η ατμόσφαιρα είναι ρευστή γι’ αυτό και η αφήγηση πού και πού χάνει την κατεύθυνσή της.

Η αναγνωστική πρόκληση του βιβλίου βρίσκεται στο περιεχόμενο. Δεν υπάρχουν σχέσεις αιτίου-αποτελέσματος. Οι πράξεις των πρωταγωνιστών είναι άσκοπες, οι ίδιοι είναι έμμονα απορροφημένοι από την επιτυχία ή την αποτυχία της στιγμής που χάνουν την επαφή με την πραγματικότητα. Στο «Άνοιγμα» ο πρωταγωνιστής προσπαθεί να ανοίξει μία τρύπα στον τοίχο χρησιμοποιώντας ακατάλληλα εργαλεία, χωρίς να γνωρίζουμε πού αποσκοπεί η ενέργειά του. Στο «Ρέζους αρνητικό» δύο φίλοι πειραματίζονται με ένα –δικής τους έμπνευσης– ναρκωτικό και τέλος, στον «Πολυέλαιο», ο αντιήρωας είναι βυθισμένος στην εσωστρέφεια και την αδράνεια, όπου όση ενέργεια διαθέτει την ξοδεύει σε λόγια μίσους στο διαδίκτυο. Ο «Πολυέλαιος» είναι ίσως το συνθετότερο αφήγημα από τα τρία και το πιο επίκαιρο, που θα δοκιμάσει τα ηθικά και πολιτικώς ορθά όρια του αναγνώστη. Αναπλάθει συζητήσεις στα κοινωνικά δίκτυα με δημόσιους τσακωμούς και ευτελισμούς γύρω από επίκαιρα θέματα. Στην προκειμένη περίπτωση την είδηση της ποινικοποίησης της σεξουαλικής παρενόχλησης στον δρόμο από τη γαλλική κυβέρνηση (2018). Το διήγημα είναι ρεαλιστικό στον τρόπο που προσλαμβάνει την εικόνα του αδύναμου συναισθηματικά ανθρώπου. Πώς εκτονώνεται και πώς εντέλει η αδυναμία γίνεται καταστροφική και εγκληματική δύναμη; Παρακολουθούμε την ψυχική κατάρρευση του αφηγητή και την τελική “αναγέννησή” του. Σε αυτή την πορεία μπορώ να επικαλεστώ την πρόσφατη ταινία του Τοντ Φίλιπς Τζόκερ (2019) για τις ομοιότητες των δύο πρωταγωνιστών ως προς την περιθωριοποίηση, το κοινωνικό μίσος, τον μηδενισμό και τέλος την απελευθέρωση του εαυτού μέσω του εγκλήματος!

Η Λώβα είναι το δεύτερο βιβλίο του Θοδωρή Νταλούση μετά τον Μασκοφόρο (Φαρφουλάς, 2014, σ. 96). Μολονότι στη Λώβα απουσιάζει το έντονο κωμικοτραγικό στοιχείο που κυριαρχεί στον Μασκοφόρο, και τα δύο βιβλία περιστρέφονται γύρω από το θέμα του ισχυρού και του ανίσχυρου. Η αφήγηση δομεί συγκρουσιακές σχέσεις μεταξύ των χαρακτήρων, σχέσεις ανισορροπίας, όπου οι ανίσχυροι αποτυγχάνουν παταγωδώς να πραγματώσουν την “επανάστασή” τους για αυτό και καταλήγουν στη φθορά ή την ατίμωση, όπως δείχνει και η ιδιωματική λέξη στον τίτλο (λώβα σημαίνει λέπρα και μεταφορικά κάτι μιασματικό, ανήθικο κτλ.). Ίσως, επειδή υπερτερεί ο ατομικισμός και απουσιάζει εντελώς η δυναμική της κοινότητας.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Ζωγραφική: Robert Vickey, Φόβος (1954). Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.]

 

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly