frear

Η πέτρα – του Ευθύμιου Λέντζα

Έφτασα στην όχθη, ανάμεσα από κολοσσιαίους πλατάνους, κέδρους, ξύλινες γέφυρες και ιστούς από αράχνες. Άλογα: λευκά, καφέ και μαύρα έσκιζαν τα νερά με τα βαριά τους πέταλα. Παιδιά ανέβαιναν σαν μύγες στη ράχη τους. Ντόπιοι μικροπωλητές σε λυόμενες παράγκες, πουλούσαν: μέλι, θυμάρι, ρίγανη, χαμομήλι και κάθε λογής θεραπευτικά βοτάνια∙ όλα απ’ τις πηγές του Αχέροντα. Ο ήλιος μου κάρφωνε τα μάτια. Ένιωθα τόσο μικρός, σαν τρυφερό κλωνάρι απέναντι στον ουρανό. Κι από την άλλη μια γεύση αθανασίας είχε κολλήσει στη γλώσσα μου και δεν έλεγε να ξεκολλήσει.

Ιταλοί τουρίστες με φωτογραφικές μηχανές και παιδιά στην αγκαλιά∙ χέρι-χέρι, κατεβαίναμε μαζί στον Άδη. Ευγνώμονες που είμαστε ζωντανοί. Ο Αχέροντας μας έγδυνε με τα μάτια του. Μια πέτρα κύλησε απ’ την πλαγιά κι έπεσε ανάλαφρη σαν μουσική στο νερό. Σκέφτηκα πως, έτσι, όμορφη και άθλια ταυτόχρονα, θα μείνει αιώνια στο βυθό. Έβγαλα τα ρούχα και δοκίμασα το σώμα μου∙ μια παγωμένη κατάνυξη πλημμύρισε τη σάρκα.

Θυμήθηκα το μεσημέρι εκείνης της Κυριακής όταν θάψαμε τον παππού. Έμεινα τελευταίος με το χώμα στη χούφτα, αρνούμενος να ανοίξω την παλάμη. Ήταν το σώμα του κάτω απ’ τη γη, όμορφο ακόμη, μα και άθλιο όπως η πέτρα. Μέσα στο σιδερωμένο κοστούμι, με το γαρύφαλλο στο πέτο, κάπως έτσι θα ‘ναι και ο πατέρας μου, σκέφτηκα, κάπως έτσι θα ‘μαι κι εγώ. Συνέχιζα το περπάτημα. Τις γυμνές μου πατούσες έγδερναν κοφτερές κοτρόνες. Πονούσα μα δεν σταματούσα να προχωράω. Κατέβαινα και «φτυάριζα». Κι όσο βάδιζα, το ρεύμα όλο και δυνάμωνε, οι πατούσες μου έκαιγαν στο παγωμένο νερό –καμιά τιμωρία δεν ένιωθα, μονάχα την ηδονή των αισθήσεων. Απόγευμα στο μπαλκόνι, ζεστός καφές και η Άννα να βάφει τα νύχια της. Η ώρα εφτά και οι καμπάνες να βαράνε στον Αϊ Νικόλα. «Φίλα με Άννα», και τα κρίνα στη γλάστρα να παίζουν με τον αέρα.

Κι ύστερα, καφές, φθηνό κονιάκ και φασολάδα. Λοιποί συγγενείς –άγνωστες φάτσες: ρυτιδιασμένες, στην τρίχα ντυμένοι∙ αρώματα, κόλλυβα με σταφίδα, γέλιο μπερδεμένο με κλάμα. «Ζωή σε σας… Να ζήσετε να τον θυμάστε… Ήταν πολύ καλός άνθρωπος… Θυμάμαι το τάδε περιστατικό εκείνη τη χρονιά…» κι όλες αυτές τις αηδίες που ομολογούνε οι ζωντανοί. Στο διάολο, ο παππούς πέθανε. Θα ήταν καλύτερα μια ορχήστρα με κλαρίνα, να χτυπάνε τα νταούλια και εμείς να μεθάμε με βλάχικα μπεράτια –ξεχωριστός χορός ο θάνατος.

Όταν επέστρεψα (βραδάκι πια) στη σκηνή μου στο Ναυτίλο, γέμισα ένα ποτήρι με βότκα. Άναψα την επιτραπέζια λάμπα κι έφτιαξα μερικά τσιγάρα. Έβλεπα τον πάγο να λιώνει αργά στο ποτήρι. Από τη διπλανή σκηνή, ο γείτονας –μόλις σήμερα είχε έρθει με τη σύζυγο και τα τρία τους παιδιά– με ρώτησε χωρίς να συστηθούμε:

«Μοναξιές;».

«Ηρεμία» είπα, γυρνώντας το μισό κεφάλι προς το μέρος του.

Αηδίασα με την τακτικότητά τους: να πλύνουν τα δόντια, να φάνε πρωινό, να φορέσουν τα μαγιό, να πάνε για μπάνιο κι η μάνα να ξέρει πού είναι το κάθε τι: τα φρούτα, οι πετσέτες, οι ψάθες, τα αντηλιακά ,οι κρέμες, λάδια και σταυρόλεξα.

Τα κουνούπια ρουφούσαν το αίμα μου κι αυτοκτονούσαν στη λάμπα. Τα παιδιά είχαν κιόλας κοιμηθεί. Ο τύπος με καληνύχτισε κουνώντας το κεφάλι και μπήκε με τη σύζυγο στη σκηνή. Ξανά η πέτρα στον πάτο του Αχέροντα. Τόση σιωπή απλώθηκε γύρω μου. «Καθείς κι ο θάνατός του» είπα. Ένα μυγάκι ψυχορραγούσε στη βότκα μου. Χώθηκα πιο βαθιά στην καρέκλα∙ όμορφος και λίγο άθλιος∙ μια πέτρα.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Η φωτογραφία είναι από την ταινία του Αντρέι Ταρκόφσκι Αντρέι Ρουμπλιόφ (1966). Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.]

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly