frear

Ένα μικρό κριτικό σχόλιο για τον ποιητή Ντίνο Σιώτη – γράφει ο Γιάννης Αντιόχου

Ντίνος Σιώτης, Στη σκιά του ανέμου, εκδ. Κέδρος, Αθήνα 2019.

Πριν 20 χρόνια όταν ξεκινούσα τα πρωτόλεια μου βήματα στον εκδοτικό χώρο ασφαλώς και δεν φανταζόμουν πως θα ερχότανε η ώρα που θα μιλούσα για τους ποιητές που ανακάλυπτα καταχωνιασμένους στα πιο απίθανα μέρη των κεντρικών τότε βιβλιοπωλείων, κυρίως περιδιαβαίνοντας τον άξονα της οδού Σόλωνος. Έκτοτε άλλαξαν πολλά και τα αποτελέσματα αυτής της αλλαγής είναι ορατά και στον χώρο της ποίησης. Όντας πια από μέσα πως το αρχικό αισθητήριο που είχα για τους ποιητές συνήθως ήτανε και σωστό, αν και αναθεώρησα τη σειρά προτίμησης μου στα κλασικά φαντάσματα της γενιάς του ′30 τοποθετώντας πια σήμερα στο ψηλότερο βάθρο τον διπλωμάτη μου, τον Σεφέρη, ο οποίος και εκτόπισε τον Ελύτη της νεότητάς μου. Κι όλα αυτά σήμερα τα λέω γιατί μετά τη γενιά του 30 και φωτεινές εξαιρέσεις της πρώτης και δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς, η γενιά του εβδομήντα στην οποία ανήκει ο Ντίνος Σιώτης γέμισε τα ράφια της εφηβικής και νεανικής μου βιβλιοθήκης.

Αποφεύγω να μιλάω αξιολογικά, αφού για μένα η ποίηση είναι κυρίως αίσθημα και δευτερευόντως νόημα ή τεχνική ή επιρροή. Έτσι με αυτόν τον τρόπο μπορώ να συγκεράσω μόνο σε μια έκφανση το κοινότοπο ή σε πιάνει το ποίημα ή δεν σε πιάνει. Ωστόσο τώρα που η γενιά του εβδομήντα φθίνει με το πέρασμα του χρόνου —μιλώ για αυτούς που μας εγκαταλείπουν— βεβαιώθηκα πως το να μιλάς μέσα από το κλειστό δωμάτιο έχει την ίδια δύναμη και πολλές φορές περισσότερη από το ν’ ανεβαίνεις στη βίγλα του πύργου και ν’ απαγγέλεις εκ μέσης καρδίας.

Ο Ντίνος Σιώτης είναι από τους ποιητές που πιθανά εφαρμόζουν αυστηρό ωράριο στη γραφή τους. Δεν μπορεί, γράφει καθημερινά ή σχεδόν καθημερινά τηρώντας πιθανά ωράριο εργασίας. Κι αυτό το δηλώνει επειδή είναι από τους λίγους σύγχρονους ποιητές που παρακολουθώ ο οποίος και εν είδει ημερολογίου σημειώνει και την ακριβή ημερομηνία του ποιήματος. Αυτό συμβαίνει και στη συλλογή του Στη σκιά του ανέμου από τις εκδόσεις Κέδρος. Χρονολογικά διάλεξε ποιήματα από το 2009 μέχρι το 2019 και ως σύμπτωση το πρώτο ποίημα της συλλογής είναι γραμμένο σαν σήμερα, 11 Φεβρουαρίου αλλά το 2015. Συμβαίνουν κι αυτά κι υπάρχουν κάποιοι από εμάς τους αλκοολικούς με τις χρονικές αναδιπλώσεις που τα παρακολουθούμε, γιατί πώς αλλιώς, συμφωνώ με τον στίχο του ποιητή σ’ αυτό το πρώτο ποίημα: …από το υπερπέραν μαζεύω άμμο…

Ο Σιώτης διατηρεί μια συγκεκριμένη μορφική διαδικασία, αυτή των τριστίχων. Έτσι όλες οι συνθέσεις και αυτού του βιβλίου είναι ποιήματα που οι στροφές τους είναι τρίστιχες είτε ολοκληρώνοντας είτε όχι τη νοηματική απόδοση. Αυτό δημιουργεί μια αρχική ασάφεια στον αναγνώστη που ομολογουμένως επιτείνεται και με την απουσία στίξης και η οποία για να ξεπεραστεί θα πρέπει να πιάσει κάποιος στα χέρια του το ποίημα δοκιμάζοντας τις παύσεις του.

Φωλιάζω όσο πιο καλά μπορώ στη σκιά του
αιθέρα στην ουρά του αέρα βολεύομαι όσο
πιο άνετα γίνεται στα γάντια μιας μνήμης

εξαφανισμένης σε σοκάκια δυσεύρετα και
σκοτεινά σε γάμπες ιδρωμένες λόγω πορείας
σε λαβύρινθους φιλοσοφικούς σε στωικούς

λογαριασμούς από το υπερπέραν μαζεύω άμμο
παντομίμας τρέχω σε πανηγύρια συγκατάβασης
σπεύδω σε γενέθλιες πόλεις όπου εκτυφλωτικά

φώτα δίνουν τόνο γιορτής ανταύγειας χαμένης
στο σβήσιμο αναλαμπής κι αυτά επειδή ο ήλιος
ανέτειλε πριν την ανατολή κι έδυσε πριν τη δύση.

Στην παρούσα συλλογή ο ποιητής μερίμνησε να συγκεντρώσει τη συνδιαλλαγή του με τον άνεμο και τη σκιά του και εμφανίζονται ως λεκτικά σχήματα ή συναρμογές σε στίχους, σχεδόν σε όλα τα ποιήματα της συλλογής. Έτσι από τη συλλογή Ωροσκόπιο Νεκρών, ένα προσκλητήριο νεκρών και ζώντων, σήμερα ο Σιώτης δοκιμάζει λειτουργικά τον άνθρωπό του στη σκιά του ανέμου προσπαθώντας να αναμετρηθεί με τις προσωπικές και συλλογικές μικρές στιγμές. Αυτό άλλωστε είναι χαρακτηριστικό του ποιητή, διακρίνεται από συλλογικότητα αγκαλιάζοντας τελικά τόσες ποιητικές γενιές στα περιοδικά του.

Αναγνωρίζει πως το θαύμα είναι κρυμμένο στη σκιά του ανέμου, η ήττα, η νίκη, η χαρά, η απώλεια και ο θάνατος και προσπαθεί να μας κάνει κοινωνούς αυτής της ιδιότυπης μεταφυσικής του: εκεί το ναυάγιο κοιμάται/ εκεί το θαύμα παραληρεί άφωνο στη σκιά του ανέμου.

Περιπλανήθηκε η αδέσποτη σκιά στον κήπο/ των ανέμων πήγαμε να τη δέσουμε και να/την τραβήξουμε μ’ ένα σπάγκο πήγαμε να//κάνουμε μια θηλιά και να την κρεμάσουμε/ από ένα δέντρο αλλά η σκιά είχε άλλα στον/ νου της δεν ήταν υπάκουη και πετούσε από// κλαδί σε κλαδί φτιάχνοντας φωλιές μετά/ φόρεσε τα καλά της σηκώθηκε ζωσμένη ένα/σύννεφο και χάθηκε μακριά στον ορίζοντα

Στο ποίημα: «Τα τελευταία γράμματα», που είναι η κατακλείδα της συλλογής, ο Σιώτης μας δίνει τη λύση του υπαρξιακού του γρίφου γράφοντας:

(…) η αλήθεια είναι ότι η λάμψη της σκιάς των
τελευταίων γραμμάτων μάς ζάλιζε αλλά δεν είχαμε
άλλη επιλογή: ήταν ένα ποίημα που γραφόταν επί
δεκαετίες και τώρα πλησιάζαμε προς το τέλος του.

Κλείνοντας και μιλώντας ίσως εξ ονόματος πολλών ομηλίκων μου θέλω να πω ευχαριστώ που συνάντησα ένα ποιητή που συνομιλεί με τη γενιά μου τόσο άδολα κι έχει κατανοήσει πως αυτό είναι το κλειδί της ποίησης και να παραθέσω ένα ανέκδοτο ποίημα του που μου έστειλε πρόσφατα με αφορμή μια ανάρτησή μου για την Τοπογραφία του Ν. Γ. Πεντζίκη στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Τοπογραφία

Στην μνήμη του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη που το ενέπνευσε, έπειτα από σχετική ανάρτηση του Γιάννη Αντιόχου

Ψηλότερ’ απ’ τα πιο ψηλά βουνά εκεί όπου κόβει η
ομίχλη τη θέα, στο κάτω μέρος της άνω τελείας της
τελευταίας πρότασης εκεί που η πλατεία με τα ταξί

χασομερούν, στα μισά σχεδόν του δρόμου προς την
Καπερναούμ όπου ανεβαίνουν όλα τα λιγοστά συμ-
παρασύροντας και τις αναμοχλεύσεις των παθών

μου τον τάραττον, περίπου στο ύψος ίσων ταξικών
αποστάσεων αλλά πλησίον του Πολιούχου Ναού
της Πόλεως, απέναντι από την παιδική χαρά όπου

λυπημένες γκουβερνάντες μετανάστριες λένε τον
πόνο τους η μια στην άλλη ενώ διασκεδάζουν τα
κακομαθημένα παιδιά με θόρυβο που ακούγεται

έως τις πυρκαγιές στη μακρινή Αυστραλία, στη
θέση της παλαιάς δημοτικής αγοράς όπου τώρα
με απόφαση του δημάρχου παρκάρουν μηχανές

ολικής αλέσεως, ακριβώς ίσια κάτω απ’ τον
αμαξιτό και στη στροφή που κάνεις για να πας
στο βενζινάδικο, κάπου εκεί, ναι, κάπου εκεί…

Αθήνα, 14 Ιανουαρίου 2020

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.]

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly