frear

Ανθίβολα, τχ. 2/2018 – γράφει ο Παναγιώτης Αρ. Υφαντής

[Με αφορμή την κυκλοφορία του 3ου τεύχους των Ανθιβόλων, δημοσιεύουμε καθυστερημένα την παρουσίαση του 2ου από τον καθηγητή Θεολογίας του ΑΠΘ Παναγιώτη Αρ. Υφαντή.]

Πρώτα απ’ όλα, θα ήθελα να ευχαριστήσω τους αγαπητούς συναδέλφους, συνεργάτες και φίλους Σταύρο Γιαγκάζογλου και Δημήτρη Αγγελή, για την ευγενική τους πρόσκληση να συμμετάσχω σε αυτή τη συνάντηση. Στη συνέχεια θα μοιραστώ μαζί σας ορισμένες σκέψεις, που αφορούν τον γενικότερο στόχο των Ανθιβόλων και ιδιαίτερα το δεύτερο τεύχος τους που είναι αφιερωμένο στην τέχνη.

Ο ευρύτερος στόχος και η αποστολή του εκδοτικού εγχειρήματος συμπυκνώνεται στον υπότιτλο που ειδοποιεί τον αναγνώστη πως πρόκειται για μια τακτική, ενιαύσια έκδοση καλλιέργειας «χριστιανικού διαλόγου» και σπουδής του «πολιτισμού». Δεν είμαι βέβαιος αν το επίθετο «χριστιανικός» που συγκεκριμενοποιεί τις πνευματικές καταβολές, τη θρησκευτική ταυτότητα ή απλώς το ήθος του διαλόγου αφορά και τον πολιτισμό. Αν και υπάρχει όχι ένας αλλά πολλοί πολιτισμοί και πολλαπλάσια καλλιτεχνικά επιτεύγματα που φέρουν έκδηλη τη σφραγίδα μιας χριστιανικής έμπνευσης ή και μιας ποιμαντικής σκοπιμότητας η τέχνη δεν αγαπά τις ετικέτες παρά την ευκολία που προσφέρουν στους ακαδημαϊκούς της μελετητές.

Ένας περιηγητής στα ποικίλα τοπία της καλλιτεχνικής δημιουργίας αναπόφευκτα θα σκοντάψει πάνω σε μνημεία που παρά τη διαφορετική τεχνική και την υφή των υλικών, το κοινωνικό και πολιτικό περιβάλλον που τα γέννησε ή τη χρονική απόσταση που τα χωρίζει ψιθυρίζουν την ίδια υπαρξιακή αγωνία, διατυπώνουν έστω με διαφορετικές λέξεις ή συντακτικούς κανόνες ίδια ή παρόμοια ζωτικά ερωτηματικά και ενίοτε ανιχνεύουν ή υπαινίσσονται τις ίδιες ή παρόμοιες αποκρίσεις. Στο παρόν τεύχος του περιοδικού μελετητές με διαφορετικές ακαδημαϊκές καταβολές ή ερμηνευτικές αφετηρίες προσεγγίζουν το καλλιτεχνικό έργο διαφορετικών από πολλές απόψεις δημιουργών μεταξύ τους και χαρτογραφούν διασταυρούμενες πορείες, αφανείς ή ανεπαίσθητες συγκλίσεις, χαμηλόφωνες κοινές μαρτυρίες για τη μυστική πηγή της τέχνης, ως δημιουργίας και συνδημιουργίας, και για τα αμέτρητα ρυάκια της που ποτίζουν το αειθαλές δέντρο της μεταφυσικής απορίας.

Έπειτα, είναι γνωστό ότι η τέχνη προκρίνει να υπαινίσσεται, να υποδηλώνει και να νεύει, παρά να κραυγάζει ή να διαδηλώνει την όποια μεταφυσική ή πνευματική της πηγή. Γι’ αυτό και η στρατευμένη τέχνη, αυτή που κραυγάζει το κοσμοθεωρητικό ή ιδεολογικό σύστημα που υπηρετεί, εξαιτίας ακριβώς της στράτευσής της, διακυβεύει συχνά τα ποιοτικά της χαρακτηριστικά αν όχι και την ίδια την καλλιτεχνική της υπόσταση. Αν τώρα εστιάσουμε το κριτικό μας βλέμμα στη στρατευμένη χριστιανική τέχνη, που συχνά καλύπτεται πίσω από την ανάγκη μιας μαχητικής απολογητικής, μιας ιεραποστολικής πολεμικής ή και της σκηνικής επένδυσης της λατρείας, τα πράγματα γίνονται ακόμη πιο πολύπλοκα. Διότι εδώ, δεν τίθεται εν αμφιβόλω μόνο η καλλιτεχνική υπόσταση της χριστιανικής τέχνης, η οποία στο όνομα της ποιμαντικής της σκοπιμότητας καθαγιάζει την εκφραστική ρηχότητα, την κακογουστιά και την άρνηση της ίδιας της δημιουργικότητας. Εδώ, τίθεται εν αμφιβόλω και η ίδια η χριστιανικότητα πολλών εκδοχών της τέχνης που θεωρείται ή αυτοδιαφημίζεται ως χριστιανική στον ορθόδοξο χώρο, και κυρίως τον ελλαδικό ή ελληνόφωνο. Αν δεχθούμε πως το υλικό, η τεχνική και η δημιουργική τους επεξεργασία δεν αποσκοπούν μόνο στη συγκρότηση ενός απαραίτητου μεν πλην ήσσονος σημασίας περιέχοντος, αλλά αντιθέτως μετέχουν στο ίδιο το περιεχόμενο αισθητοποιώντας και μεταφράζοντάς το, τότε θα πρέπει να δεχθούμε ή να ομολογήσουμε ότι αυτό που σήμερα ή εδώ και αρκετό καιρό αποκαλείται χριστιανική τέχνη ανεξάρτητα από τις χρήσεις ή την αμείωτη εμπορικότητά της, δεν είναι τέχνη και γι’ αυτό δεν είναι πραγματικά χριστιανική. Ή, αντιστρόφως, δεν είναι χριστιανική γιατί δεν είναι πραγματική τέχνη.

Εδώ ίσως χρειάζονται ορισμένες διευκρινίσεις. Όταν θέλει κανείς να αναφέρεται στη χριστιανικότητα και να τη διεκδικεί οφείλει να παραπέμπει στον Χριστό. Στο δικό μας προκείμενο, μια τέχνη που θέλει να είναι χριστιανική εμπνέεται από το γεγονός Χριστός που διηγούνται τα Ευαγγέλια. Μια τέτοια τέχνη αδιαφορεί αν την χαρακτηρίζουν χριστιανική γιατί δεν εξαρτά τη βιβλική της πιστότητα ούτε από τη χρησιμότητα ούτε από την προπαγανδιστική της δύναμη. Η χριστιανικότητα αυτής της τέχνης και η συχνά άδηλη ή και ανεπίγνωστη χριστιανικότητα του εργάτη της, οδηγεί σε μια επικαιροποίηση ή μετάφραση του γεγονότος Χριστός στον χώρο και στους όρους της καλλιτεχνικής διαδικασίας. Με τον ίδιο τρόπο που ο Χριστός προσλαμβάνει την προϋπάρχουσα ανθρώπινη ύλη, για να ενσαρκωθεί, ο καλλιτέχνης αξιοποιεί, όλους τους τρόπους και τα σύμβολα της τέχνης για να εκφραστεί. Και το έργο του, ριζωμένο πάντα στο θεανδρικό παράδειγμα, δεν απευθύνεται μόνο ή κατ’ ανάγκην στους δικούς, στους ομοϊδεάτες ή ομογάλακτους, αλλά σε όλους. Επιπλέον, το έργο αυτό προσφέρεται δωρεάν, με τον ίδιο τρόπο που η αγκαλιά του σταυρωμένου Χριστού ανοίγεται διάπλατα για να χωρέσει αδιακρίτως τους πάντες. Έπειτα, είναι μια τέχνη που θεμελιώνεται και ενθαρρύνει την ελευθερία. Τόσο την ελευθερία του καλλιτέχνη να πειραματιστεί, να αποτύχει και να δημιουργήσει όσο και την ελευθερία των θεατών, των ακροατών και των αναγνωστών να προσλάβουν, να διαλεχθούν ή να ερμηνεύσουν. Θυμίζω, παρενθετικά, ότι η ανάσταση του Χριστού δεν είχε θεατές. Προφανώς γιατί, μεταξύ άλλων, όποιος ήταν αυτόπτης μάρτυρας του γεγονότος δεν θα είχε περιθώρια αμφιβολίας και συνεπώς η πίστη του θα ήταν καρπός επιβολής και όχι άθλημα ελευθερίας. Τηρουμένων των αναλογιών, ο συνειδητά ή ανεπίγνωστα εργάτης αυτής της τέχνης ούτε φοβάται τα εκφραστικά μέσα και οχήματα ούτε αγωνιά να τα δείξει και να πει όλα, και αυτό για να καταστήσει το θεατή συμμέτοχο, συζητητή, συνεργάτη και συνδημιουργό του, όπως φερ’ ειπείν συμβαίνει για αιώνες στο θέατρο και στη θεία Λειτουργία καθώς και σε πλήθος δειγμάτων της installation art, όπου οι καλλιτέχνες αξιοποιώντας και τις τρεις διαστάσεις, στην πραγματικότητα δεξιώνονται τους θεατές μέσα στο έργο.

Συνοψίζοντας σχεδόν συνθηματικά όσα επεσήμανα μέχρις εδώ, θα έλεγα πως το μεγάλο στοίχημα του περιοδικού, μεγάλο και από άποψη ποιότητας αλλά και βαθμού δυσκολίας, συνοψίζεται συνθηματικά στη διάκριση και στην κριτική ανίχνευση ανάμεσα στην επώνυμη, ψευδώνυμη και ανώνυμη χριστιανικότητα ή ορθοδοξία του πολιτισμού και της τέχνης. Αυτές οι τρεις περιοχές ή εκδοχές του Χριστιανισμού και της Ορθοδοξίας υπήρχαν πάντα- ο ίδιος ο Χριστός μεγαλύνει την πίστη ενός εθνικού εκατόνταρχου και ψέγει με δριμύτητα τους ευσεβείς συναδέλφους του ραβίνους. Στις μέρες μας δε, με τη σοβούσα κρίση σε όλα τα επίπεδα να θολώνει και τις προσωπικές κρίσεις και τα κριτήρια, η μεν επώνυμη και κατά κανόνα σιωπηλή, καρτερική και χαμηλόφωνη ορθοδοξία τείνει να αντικατασταθεί από την ψευδώνυμη καρικατούρα της που κραδαίνει αξιώματα, δηλώνει νευρωτικά αγκυλωμένη σε μια ειδωλοποιημένη παράδοση, και βέβαια δεν χάνει ευκαιρία να κατακεραυνώνει και να αναθεματίζει ό,τι και όποιον δεν συμφωνεί μαζί της. Στον χώρο της τέχνης, αυτό σημαίνει ότι οι ναοί πρέπει να είναι φλύαρα και κακόγουστα κατάγραφοι από τον τρούλο μέχρι το δάπεδο, αρκεί ο ζωγράφος να ακολουθεί πιστά τα βυζαντινά πρότυπα, που έχουν από τον περασμένο αιώνα φορτωθεί με μια ακίνητη δογματική φορεσιά. Αν συνεχίσουμε με την επίμονη χρήση των δικεφάλων και άλλων αυτοκρατορικών συμβόλων θα μακρύνει ο λόγος.

Από την άλλη πλευρά, η ανώνυμη ορθοδοξία, κινούμενη συνήθως μέσα σε μια εκούσια κρυπτοχριστιανική αφάνεια είτε αγνοείται από τη θεολογική κριτική είτε αμφισβητείται από τους αυτόκλητους θεσμικούς της διαχειριστές. Θα το πω, με έναν αναγκαστικά απλουστευτικό τρόπο: Ένας θεολόγος μπορεί να μην διαβάσει ποτέ τις προσευχές του Βρεττάκου ή τη χριστολογία του Λειβαδίτη, επικαλούμενος τη θητεία τους στην Αριστερά. Και ένας συγγενέστερος ιδεολογικά ή και κομματικά γραμματολόγος και αναγνώστης τους θα αρνηθεί να αναγνωρίσει τη βαθιά μεταφυσική τους φλέβα ή να σκιαγραφήσει τους βιβλικούς κύκλους της ποιητικής τους, είτε από άγνοια είτε εξαιτίας ενός παρωχημένου αντικληρικαλισμού, που δυστυχώς ακόμη και σήμερα λειτουργεί ως ομολογία και τεκμήριο προοδευτισμού.

Με το δεύτερο τεύχος του τα Ανθίβολα δείχνουν πως αυτό το μεγάλο στοίχημα της διάκρισης, της σπουδής και του διαλόγου, το έχουν πετύχει. Γι’ αυτό και εύχομαι μακροημέρευση στο περιοδικό, υπομονή και έμπνευση στους διευθυντές και αντοχή στους εκδότες του.

Θεσσαλονίκη, Μάιος 2018

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης.] 

Το 3ο τεύχος είναι αφιερωμένο στον διαχριστιανικό διάλογο.

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly