frear

Μέτσοβο – του Ευθύμιου Λέντζα

Η φυγή μου συνεχίστηκε και στο Μέτσοβο. Βρήκα τη φύση φορτωμένη σαν γαϊδούρι και το φθινόπωρο μια ραχοκοκαλιά που έτριζε σαν χαλασμένη καγκελόπορτα πάνω απ’ το κεφάλι μου. Πεύκα πολλά και καστανιές και έλατα, γύρω οι στάνες, τα τσοπανόσκυλα, οι γίδες και τα αρνιά∙ ζωσμένα τα μουλάρια ντάνες με ξύλα και τσουβάλια γεμισμένα με μαλλί.

Μόνο τα μάτια μου με συγχωρούν: τα πέτρινα γεφύρια, οι ξυλόφουρνοι, τα σπίτια με τις καμινάδες και τις κόκκινες σκεπές, μια γριά με ένα ταψί χορτόπιτα στην αγκαλιά, το χαμομήλι, οι χυλόπιτες, τα χορταριασμένα πεζούλια –όποιο στενό κι αν πάρω τρακάρω στην Ελλάδα.

Όλα τα μέλη μου διψασμένα∙ να μη χάσω ποτέ το θαυμασμό∙ να μη χορταίνουν οι πέντε αισθήσεις.

Ο ξενοδόχος, μου «έκοψε» δέκα ευρώ απ’ την αρχική τιμή.

– Θέλεις να παίρνεις πρωινό;

– Όχι, του είπα.

– Θέλεις τζακούζι, σπα, σάουνα;

– Όχι. Τίποτα. Ένα παράθυρο θέλω…

Κοίταζα τις ράχες στα βουνά σαν σμιλεμένα φρύδια, άνοιξα το παράθυρο κι έσπασα τα δάχτυλα –κάθε φορά σπάω τα δάχτυλα κι όμως επιμένω ν’ ανοίγω το παράθυρο∙ επιμένω να θέλω να ζήσω. Ο αέρας με γυρόφερνε όπως η μέλισσα το λουλούδι, το κουνούπι τη λάμπα, όπως μια μύγα γυροφέρνει τα σκατά, όπως ματαίως συμβαίνει με το φεγγάρι, το ίδιο κάνω με τη γλώσσα και το ποτήρι που μοιάζει με πηγάδι απάτητο και κάθε βράδυ η σιωπή όλο και ανοίγεται πιο μεγάλη σα νυχτολούλουδο και νομίζω πως είμαι στην Ευριπίδου και μυρίζω τα μπαχαρικά με τον Παστάκα. Και μετανάστες δεν υπάρχουν στο Μέτσοβο –δεν φοβάμαι να με πληγώσουν τα μάτια.

Το βράδυ παρήγορο χέρι χάιδεψε το λαιμό μου. Τόσο τραγικά όμορφος μου φανερώθηκε ο ουρανός∙ ημίγυμνος, με όλη του τη δόξα με κατέκτησε σαν γυναικείο σώμα. Ο κόσμος μετουσιώθηκε σε μια γάμπα, σ’ έναν λεπτό αστράγαλο, σ’ ένα κομμάτι φλέβα. Απ’ το μουνί ξεκίνησα∙ εκεί λαχταρώ να τελειώσω την πνοή μου!

Η γη του Αβέρωφ έγινε για τέσσερις νύχτες το σπίτι μου∙ άλλο σπίτι δεν είχα. Εδώ οι δαίμονές μου φοράνε κουδούνες, κρέατα είναι και βελάζουν.

Διάβασα προχθές πως σφάξανε μια φοιτήτρια λίγο πιο κάτω απ’ το σπίτι της∙ δεν την ήξερα κι όμως έκλαψα λες κι είχαν σφάξει την ίδια μου τη μάνα. Και σκέφτηκα πως τα Χριστούγεννα περάσανε γρήγορα, όπως έλιωναν τα μελομακάρονα στα δάχτυλα και τα έγλειφα, τόσο γρήγορα όπως στάζουν τώρα τα μάτια μου∙ το τριμμένο καρύδι σφήνωνε στα δόντια, μα δε μιλούσαμε πολύ και κάποιος δυνάμωσε την ένταση στην τηλεόραση. Η μάνα να μου φέρνει κι άλλο μελομακάρονο, να μην θέλω να φάω κι όμως πάντα να τρώω. Και η φοιτήτρια στο πεζοδρόμιο αιμόφυρτη, μόνη χωρίς Χριστούγεννα , μόνη χωρίς μελομακάρονα, μόνη χωρίς τηλεόραση∙ πόσο γρήγορα έχασε το αίμα της!

Όταν επιστρέψω στη Λάρισα θα πρέπει να καθαρίσω το σπίτι. Η λεβάντα θα ξορκίσει το θάνατο. Όταν χάσαμε τον παππού, μαζί με το κλάμα ρίξαμε κι ένα σοβάτισμα.

Το Μέτσοβο είναι παντού πλακόστρωτο.

Πόσο παγωμένα ήταν τα πόδια του Κέρουακ όταν ήταν στο δρόμο;

Και πόσο να αντέξεις με καφέ και με δρόμο, με τρύπιες κάλτσες και με σαράντα πυρετό στα δάχτυλα∙ μόνο στα δάχτυλα.

Μα σίγουρα πρέπει να κόψω τους πολλούς καφέδες. Ναι, θα είναι μια πολύ καλή αρχή να κόψω τους καφέδες.

Όταν ξεμπέρδεψα με το Μέτσοβο συνέχισα για τα Ζαγοροχώρια.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Η φωτογραφία από εδώ. Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης] 

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly