frear

Γλυκόπικρα «Σύννεφα στο νερό» – γράφει η Μαρίνα Αρετάκη

Το πρώτο ποίημα της συλλογής της Νεκταρίας Μενδρινού Σύννεφα στο νερό (Μελάνι 2018, με την όμορφη ζωγραφιά της Παγώνας Ξενάκη στο εξώφυλλο), έχει τίτλο «Χαρά» και το τελευταίο «Happy end». Όσο κι αν ο τελευταίος τίτλος ακούγεται ειρωνικός (και είναι), η συλλογή δεν παύει να διατηρεί το στοιχείο μιας, όχι πάντα κρυφής, χαράς. Σε αρκετά ποιήματα ακούμε γέλια και φανταζόμαστε χαμόγελα (γέλια σε συναθροίσεις οικογενειακές, γέλια εραστών, γέλια παιδιών, χαμόγελα συγκαταβατικά ή περιγελαστικά), αναμεμειγμένα, βέβαια, και με άλλα συναισθήματα. Η χαρμολύπη γίνεται φανερή ήδη από τo εναρκτήριο ποίημα «Χαρά», η θέση του οποίου δεν είναι τυχαία αφού δίνει τον τόνο στη συλλογή. Γενικότερα, η παρούσα συλλογή δεν περιέχει ποιήματα που αναπαραγάγουν το ύφος μιας μελαγχολικής ενδοσκόπησης ή επιβεβαιώνουν το κλισέ ότι η ποίηση πηγάζει μέσα από την οδύνη· δεν υπάρχει ούτε απελπισία στα Σύννεφα στο νερό ούτε αδιέξοδη ομφαλοσκόπηση.

Παρότι η θεματική των ποιημάτων περιστρέφεται συχνά γύρω από αναμνήσεις και παιδικά βιώματα του ποιητικού υποκειμένου, η συνολική εντύπωση είναι ότι πρόκειται για μια ποίηση μάλλον εξωστρεφή. Κι αυτό γιατί παρ’ όλο το λυρικό περιεχόμενό της, δεν έχουμε να κάνουμε με την έκφραση των συναισθημάτων ενός μόνο ποιητικού υποκειμένου (να σημειωθεί ότι τα πρωτοπρόσωπα ποιήματα είναι αρκετά, περίπου το ένα τρίτο της συλλογής). Στα ποιήματα εμφανίζονται διαφορετικά ποιητικά υποκείμενα [1], που άλλοτε πλησιάζουν κι άλλοτε απομακρύνονται από την ποιήτρια. Έτσι, πίσω από το πρώτο πρόσωπο μπορεί να αποκαλύπτεται ο Αδάμ στο ποίημα «Ερωτευμένος», μια νεκρή μάνα («Όπως»), ένας μοναχικός άνθρωπος («Πορσελάνη»), ένα προσφυγόπουλο («Στρατόπεδο προσφύγων»), μια ηλικιωμένη γυναίκα («Αύγουστος»), ένας ταχυδρόμος («Δύο στροφές»), κτλ.

Στα ποιήματα ενσωματώνονται πλήθος φράσεις άλλων προσώπων (του πατέρα, του παππού, της μυθικής Αριάδνης, της γιαγιάς, των χωρικών που περιμένουν ένα γράμμα, των εραστών, ενός γκράφιτι). Πολύς κόσμος θροΐζει, ψιθυρίζει, συζητά μέσα στη συλλογή. Εξού και η δραματικότητα των ποιημάτων, τα οποία κάποιες φορές θυμίζουν μικροσκοπικά μονόπρακτα. Κι έτσι, η σιωπή κάποιων προσώπων στη συλλογή (της Πηνελόπης για παράδειγμα στη «Σιωπηλή ραψωδία» ή του ζευγαριού στο «Παραλιακό Καφέ») μεγεθύνεται· και ακολούθως η μοναξιά τους.

Τα μικρής έκτασης ποιήματα (τέσσερα μόνο ξεπερνούν τη μια σελίδα) χαρακτηρίζονται λοιπόν από θεατρικότητα και αφηγηματικότητα· πολλά πρόσωπα, άρα πολλές ιστορίες, και μάλιστα κάποιες από αυτές παλιές ιστορίες, όπως είναι ο τίτλος ενός παιγνιώδους ποιήματος. Στη συλλογή περιλαμβάνονται και αρχαιόθεμα ποιήματα που δρματοποιούν εικόνες, σκηνές εμπνευσμένες από τους θεμελιακούς μύθους της λογοτεχνίας μας.

Παλιές ιστορίες

Θα μιλούσαν οι δυο τους
εκείνο το καλοκαιρινό μεσημέρι,
σύκα βασιλικά, κυνήγι και άφθονο μοσχάτο,
αρωματικό, η συντροφιά τους

κάποια λόγια
σηκώνουν πολύ κρασί
και αυτά τα λόγια
έπρεπε επιτέλους να ειπωθούν.

«Αδελφέ μου, αυτή η γυναίκα, δεν κάνει για σένα,
όμορφη, δεν διαφωνώ,
ένα δώρο των θεών το βλέμμα της,
ποτάμι ανοιξιάτικο, ξαναγεννημένο, το γέλιο της,
κάθε σάλεμα του κορμιού της μια υπόσχεση αθανασίας
μα σ’το λέω, δεν κάνει αυτή για σπίτι,
δεν έχει το μέτρο
να επιβληθεί στην κάθε ημέρα,
διώξε την τώρα, που είναι ακόμη καιρός,
πριν μας βάλει όλους σε μπελάδες.»

«Αδελφέ μου, κοίτα καλύτερα, τη δική σου τη γυναίκα»
απαντάει βραχνά εκείνος
και τρέχει να συναντήσει την Ωραία Ελένη του–

–22 Ιουλίου μεσημέρι,
του Οσίου Μενελάου ανήμερα.

Οι επικοί ήρωες γίνονται αναγνωρίσιμες φιγούρες σε καθημερινές καταστάσεις: δυο αδέλφια που μιλούν γύρω από ένα τραπέζι. Ένα ανάλαφρο πολλαπλό ειρωνικό παιχνίδι δημιουργείται ανάμεσα στην απλότητα του ύφους του ποιήματος και τις τραγικές ιστορίες που αποτελούν το πλαίσιο αναφοράς του, ανάμεσα στον χρόνο του μύθου και τον χρόνο της αφήγησης (το χριστιανικό παρόν όπου ο Μενέλαος είναι όσιος), ανάμεσα στο μεσημέρι του μύθου και το μεσημέρι της δημιουργίας του ποιήματος. Η Νεκταρία Μενδρινού περιγράφει την οικειότητα μεταξύ αδελφών και συγχρόνως οικειοποιείται τις μεγάλες αφηγήσεις της αρχαιότητας.

Έτσι, οι άλλοι στα ποιήματα της συλλογής δεν είναι μόνο οι κοντινοί -οι γονείς, οι παππούδες, τα παιδιά, οι εραστές και ερωμένες- αλλά και οι αρχαίοι ήρωες και ηρωίδες, ακόμα και οι νεκροί που επιστρέφουν. Η ποιήτρια θεματοποιεί τη συνύπαρξη ζώντων και τεθνεώτων, σκηνοθετώντας κάποτε και την κυριολεκτική εμφάνισή τους, με μια απλότητα που καθιστά την παρουσία τους πειστική, σχεδόν φυσική. Νεκροί οικογενειακοί τις περισσότερες φορές, αφού η οικογένεια αποτελεί μια κεντρική θεματική των ποιημάτων της συλλογής: αρκετά εστιάζουν στις σχέσεις ανάμεσα στα μέλη της οικογένειας ή στη συμπεριφορά τους, στις συναθροίσεις τους, στις απώλειες, στη μνήμη του οικογενειακού πυρήνα («Τραπέζι», «Παρτίδα», «Παραδοσιακά γλυκά»). Η σχέση με τους γονείς δεν εμφανίζεται συγκρουσιακή· η παρουσία εντούτοις του πατέρα εμπνέει από τη μια τρυφερότητα («Τραγούδια») κι από την άλλη φόβο («Παιδική ανάμνηση»).

Η παρουσία των οικείων, της ευρύτερης οικογένειας, ως προσώπων των ποιημάτων εξασφαλίζει μια βασική συνθήκη στο ποιητικό κείμενο: την ύπαρξη διαφορετικών χρονικών επιπέδων. Σε κάθε ποίημα, οι χρόνοι συμπλέκονται και λειτουργούν με διαφορετικό τρόπο. Γα παράδειγμα, στο ποίημα «Τραγούδια» τα χρονικά επίπεδα θυμίζουν μια σπείρα: η κόρη ακούει τώρα τα παλιά τραγούδια και θυμάται όταν τα άκουγε παλαιότερα καθώς και την αντίδραση του πατέρα της που έλεγε τότε ότι τα τραγούδια είναι της εποχής του την οποία εκείνος θυμάται επίσης. Οι αναμνήσεις του πατέρα εγκιβωτίζονται μέσα στις αναμνήσεις της κόρης, η κόρη ενσωματώνει κατά κάποιον τρόπο τη ζωή του πατέρα και η τελική φράση αχ, ρε πατέρα, / έπρεπε να ’χαμε γνωριστεί / χρόνια πριν δεν εκφράζει παρά την ευχή μιας παραδοξότητας, την ευχή να μην κυλά ο χρόνος ευθύγραμμα αλλά να καταστεί δυνατόν να συμπέσουν διαφορετικά σημεία του, όπως σε μια σπείρα.

Ή μήπως μπορεί να υπάρξει κάποιο σημείο σύγκλισης; Στο ποίημα «Τραπέζι» όπου υπάρχει ένας διπλός εγκιβωτισμός –σ’ ένα όνειρο και σε μια φωτογραφία– συνυπάρχουν διαφορετικά χρονικά επίπεδα, αποτυπωμένα ακόμα και στο ίδιο το σώμα της αφηγήτριας: χαμήλωσα το βλέμμα, / τα χέρια μου ακουμπισμένα στο τραπέζι, / γερασμένο το δεξί, νεανικό το αριστερό […].

Στο ποίημα «Αύγουστος» ακούγεται η φωνή μιας ηλικιωμένης που σκέφτεται τον επικείμενο θάνατό της. Αυτή η –μελλοντική– στιγμή του τέλους θα αποτελέσει ένα ακόμα σημείο της οικογενειακής ιστορίας η οποία εκτείνεται προς το παρελθόν (οι ιστορίες της προγιαγιάς) αλλά και προς το μέλλον: η παρουσία των μικρών κοριτσιών, των εγγονών, εξασφαλίζει τη μνήμη του θανάτου που πολιορκεί τη γιαγιά. Ένα ποιητικό μοτίβο που επανέρχεται στα ποιήματα της συλλογής είναι η συνύπαρξη προσώπων τρίτης ηλικίας με παιδιά. Ας σημειωθεί ακόμα ότι το ηλικιωμένο πρόσωπο δεν συνδέεται μόνο με τον θάνατο αλλά και με τον έρωτα («Κλειδωμένες μνήμες»).

Στο «Skype», τα διαφορετικά χρονικά επίπεδα εκφράζονται μέσα από τη διαφορά ύφους των γενεών που επικοινωνούν, διαφορά που αποτυπώνεται εμφατικά μέσω της τυπογραφικής διάταξης του ποιήματος σε δύο διαφορετικές στήλες. Παρελθόν και παρόν, ατομική περιπέτεια και συλλογική τραγωδία, συνάπτονται, επίσης, με αποτελεσματικό τρόπο στο ποίημα «Ενύπνιο» που θίγει το δύσκολο, επίκαιρο θέμα των προσφύγων.

Ας δούμε το θέμα της συμπλοκής των χρονικών επιπέδων σε ένα ακόμα ποίημα:

Graffiti πρόσοψης

Με κοιτάζει,
τα μαλλιά της, κυματιστά κεμπέκια,
το στόμα της, στο όριο της πόρτας,
κομμένο στη μέση,
το βλέμμα της, μισό και αυτό,
όμως αρκεί,
με διαβάζει, σαν βιβλίο ανοιχτό,
«σε θυμάμαι», μοιάζει να μου λέει,
«αγόραζες τσίχλες και πατατάκια
μετά το σχολείο,
η μητέρα σου σε έστελνε εδώ
για βανίλιες και αυγά τις Κυριακές,
η κυρά-Φανή, που θυμάσαι εσύ,
δεν ζει πια,
ο γιος της, που σε περνούσε πέντε χρόνια,
δεν τα έβγαζε πέρα,
είχε το σούπερ
καλύτερες τιμές
και κατέβασε κεμπέκια το παντοπωλείο–

–σε θυμάμαι,
θυμάμαι και κάθε άλλο παιδί,
που ζούσε κάποτε εδώ,
είμαι,
κατά το ήμισυ,
η ενήλικη μορφή του…»

Εδώ περιγράφεται η στιγμή που το ποιητικό υποκείμενο αντικρίζει ένα στοιχείο του παρελθόντος του κι αναδύεται ο εαυτός που υπήρξε αλλά που δεν υπάρχει πια. Το ενδιαφέρον είναι ότι αυτόν τον εαυτό δεν τον αναπολεί το ποιητικό εγώ, αλλά ένα γκράφιτι που αναγνωρίζει το ποιητικό υποκείμενο ως το παιδί που υπήρξε. Το εύρημα αυτό του ποιήματος δείχνει ότι το αμείλικτο πέρασμα του χρόνου από τη μια εσωτερικεύεται κι από την άλλη αποτυπώνεται σε μια εξωτερική πραγματικότητα, η οποία όμως δεν εμφανίζεται εντελώς άξενη. Στην εκπνοή του ποιήματος απομένει μια αίσθηση σύγκλισης κι όχι ρήξης με τον παλιό ξεχασμένο εαυτό.

Ρήξη με το παρελθόν όταν αυτό παγιώνεται σε μια σταθερή και αμετάβλητη εικόνα διακρίνεται στο ποίημα «Φωτογραφία».

Φωτογραφία

Ο παππούς έζησε
μέχρι τα πέντε μου χρόνια,
φέτος, έκλεισα εγώ τα τριανταπέντε

το μεγαλύτερο μέρος
της ζωής μου
το έχει περάσει νεκρός.

Οπότε κοιτάζω εκείνη τη φωτογραφία μας
–εγώ, καθισμένη, τριών ετών, στα γόνατά του,
βαστώντας δύο μανταρίνια,
εκείνος, χαμογελαστός,
να μου μαθαίνει στα δάχτυλά του τον αριθμό δύο–
εκπλήσσομαι πάντα εξίσου στα πρόσωπά μας

τόσο μικρή εγώ
τόσο ζωντανός εκείνος,
τόσο ξεθωριασμένη η ανάμνηση

θαρρείς
και μας έχει επινοήσει
ο φωτογράφος.

Τονίζεται εδώ η ιδιότητα της φωτογραφίας να είναι αεί παρούσα και να επαναλαμβάνει με μηχανικά μέσα εκείνο που δεν μπορεί ποτέ πια να επαναληφθεί, όπως επισημαίνει ο Ρολάν Μπαρτ στο περίφημο δοκίμιό του Ο φωτεινός θάλαμος. Η τριβή όμως ενός παρελθόντος τόσο μακρινού με ένα παρόν όπου δεν υπάρχουν τα πρόσωπα της φωτογραφίας, ούτε ο παππούς ούτε κατά έναν τρόπο και το τρίχρονο κοριτσάκι, κάνει την πραγματικότητα της φωτογραφίας να ξεθωριάζει, να μοιάζει σχεδόν ονειρική, ασύμβατη με το ποιητικό παρόν.

Το αναλλοίωτο της απεικόνισης των φωτογραφιών μετριάζεται κάποτε μέσα από άλλες ποιητικές ιστορίες όπου οι φωτογραφίες ως αντικείμενα φαίνονται να είναι συμβατές με την ανθρώπινη συνθήκη· για παράδειγμα, στο ποίημα «Συμβίωση» οι φωτογραφίες που φυλάσσουμε στα πορτοφόλια, ίσως εξαιτίας της συνεχούς επαφής με την καθημερινότητά μας, μεταβάλλονται κι αυτές. Λειτουργούν δηλαδή αντίστροφα από το Πορτραίτο του Ντόριαν Γκρέυ: ζωντανές κι αυτές, ακολουθούν όμως τη φθορά του ανθρώπου και στραπατσάρονται.

Εύκολα διαπιστώνεται ότι στα ποιήματα της συλλογής δεν υπάρχει σκοτεινότητα ύφους ή νοήματος. Κανένας λεκτικός ακροβατισμός, κανένα ερμητικά κλεισμένο νόημα. Και κάτι ακόμα: πρόκειται για μια ποίηση που δεν περιέχει αυτοαναφορικά στοιχεία ούτε τίθεται σε αμφισβήτηση. Είναι αρκετά συχνό στη συλλογή τα ποιήματα να εμφανίζουν μια σταθερή δομή, να αναπτύσσονται, για παράδειγμα, σε τρεις φάσεις, συχνά σε τρεις στροφές, όπως συμβαίνει στην «Παιδική ανάμνηση», στο «Περί τέχνης» ή στο παρακάτω:

Παραδοσιακά γλυκά

Μαστίχα
και ανθόνερο,
φρεσκοψημένα αμύγδαλα
και ζεσταμένο μέλι

ημέρες γιορτινές,
μητέρα

και στην κουζίνα
η μυρωδιά
της απουσίας σου.

Στο ποίημα εμφανίζεται κι ένα άλλο χαρακτηριστικό της συλλογής, η δημιουργία ρυθμού. Ενώ σε άλλα ποιήματα αυτό επιτυγχάνεται μέσω επαναλήψεων (όπως στο αρχικό ποίημα «Χαρά»), στα «Παραδοσιακά γλυκά» δημιουργείται από το χαλαρό ιαμβικό μέτρο. Η λέξη μητέρα ανακόπτει τον ρυθμό και μόνη της στον στίχο δημιουργεί οπτικά και σημασιολογικά ένα κέντρο στο ποίημα· η μοναδική λέξη συνδέεται με την τελευταία: ‘απουσία’.

Συχνά τα ποιήματα της συλλογής κρύβουν ένα ξάφνιασμα, μια ανατροπή που μας επιφυλλάσει το τέλος τους: στο ποίημα «Όπως» ο τελευταίος στίχος όπως οφείλει πάντα κάθε νεκρός να επιστρέφει, περιέχει το στοιχείο που προκαλεί μια δεύτερη ανάγνωση ή ανάκληση του κειμένου. Η διαφοροποίηση του νοήματος μπορεί να προκύψει από μια λέξη, μια φράση ή την αποκάλυψη μιας άλλης οπτικής: ν’ αποξεχάσω / το αίμα στο «Καρποί» για παράδειγμα.

Η ποιήτρια Νεκταρία Μενδρινού δεν είναι ρομαντική, είναι μια τρυφερή ρεαλίστρια. Και η αβρότητα με την οποία περιβάλλει τον ποιητικό της κόσμο, συνυπάρχει με μια παιδικότητα, όπως μαρτυρούν ποικίλα στοιχεία: απλότητα στη γραφή, ενσωμάτωση των αισθημάτων και του βλέμματος ενός παιδιού, εμψύχωση στοιχείων όπως οι φωτογραφίες ή ένα ανάγλυφο (βλ. ομώνυμο ποίημα). Ζωντανεύουν τα ανάγλυφα, τα γκράφιτι μιλούν, ενώ η ατμόσφαιρα στο ποίημα «Καρποί» –μεταθανάτιο όνειρο; συνάντηση με το Θεό; ονειροφαντασία;– απηχεί τον Μικρό Πρίγκιπα.

Όπως ήδη ειπώθηκε, στα ποιήματα γελούν συχνά τα πρόσωπα. Κι ας αναδύεται κάποιες φορές μέσα από αυτά ένα πικραμένο χαμόγελο, αφού ο σκηνοθέτης-χρόνος μπορεί να μας σκοτώσει όλους στο τέλος, όπως δηλώνει ο ακροτελεύτιος στίχος της συλλογής. Οι εικόνες, τα συναισθήματα, τα δεδομένα της καθημερινότητας (βλ. για παράδειγμα το ποίημα «Camera obscura») αποτυπώνονται κάποτε με αιχμηρότητα, πάντοτε όμως με χάρη.

Ανάμεσα στα πρωτοπρόσωπα ποιήματα, η «Φαρμακευτική» είναι το μόνο ίσως που μπορεί να θεωρηθεί αυστηρά αυτοβιογραφικό· κι αυτό γιατί δεν αναφέρεται μόνο σε μια επαγγελματική κλίση, αλλά και σε μια επιλογή που θα επιτρέψει στο ποιητικό υποκείμενο να ασκήσει τον βίο ως καλλιέργεια του ωραίου. Τα στοιχεία της καλλιγραφίας, των σχημάτων (τέλειους κύκλους), των χρωμάτων μετατρέπουν τον επαγγελματικό χώρο σε έναν χώρο υψηλής αισθητικής:

Φαρμακευτική

Μου άρεσαν
εκείνα τα φαρμακεία
με τις γυάλινες προθήκες τους
και τις ζωγραφιστές οπαλίνες,
με τη χαρακτηριστική μυρωδιά τεραμυκίνης,
με τη λευκή, βαριά τους ζυγαριά,
που έπαιρνε πολύ σοβαρά
τον ρόλο της για εμάς,
μου άρεσαν οι κρεμ κόλλες χαρτί
με το καλλιγραφικό “Φαρμακείον”,
που τύλιγαν σα δώρο το αντιπυρετικό σιρόπι,
μου άρεσε, που η φαρμακοποιός
ήταν φίλη της γιαγιάς
και με κερνούσε πάντοτε τέλειους κύκλους
γλειφιτζούρια λεμόνι,
μου αρέσει, που,
πριν τον κλήρο της Φαρμακευτικής,
η μνήμη
είχε ήδη ρίξει
το δικό της ζάρι στις αισθήσεις.

Γιατί βέβαια η τέχνη της ποιήσεως έχει τα φάρμακά της: έγκυρα, δοκιμασμένα αναλγητικά. Και αν τα ποιήματα-φάρμακα της Νεκταρίας Μενδρινού είναι κάποιες φορές πικρά, αφήνουν πάντοτε μια γλυκειά επίγευση. Σίγουρα αξίζει να τα γευτούμε.

1. Το ίδιο είχε επισημάνει και για την προηγούμενη ποιητική συλλογή της Νεκταρίας Μενδρινού Κοχύλια από χρόνο (2014) η Άννα Λαμπαρδάκη στην παρουσίασή της στα Χανιά (19.4.2017).

[Το κείμενο διαβάστηκε στην παρουσίαση της ποιητικής συλλογής της Νεκταρίας Μενδρινού Σύννεφα στο νερό που πραγματοποιήθηκε στη Δημοτική Βιβλιοθήκη των Χανίων στις 17.4.2019. Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφίες: Harry Gruyaert. Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.] 

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly