frear

Για το βιβλίο «Αχερουσία η θάλασσα» του Βαγγέλη Τασιόπουλου – γράφει η Χλόη Κουτσουμπέλη

Βαγγέλης Τασιόπουλος, Αχερουσία η θάλασσα, εκδ. Γκοβόστη, Αθήνα 2019.

Αν στην Αχερουσία Λίμνη βρίσκονταν οι Πύλες του Κάτω Κόσμου, ο Βαγγέλης Τασιόπουλος με αυτήν την ποιητική συλλογή μάς ναυσιπλοεί στη θάλασσα των πνιγμένων μεταναστών. Στην Αχερουσία Θάλασσα, όπως πολύ πετυχημένα την ορίζει ο τίτλος της συλλογής. Ο οβολός στο στόμα του αναγνώστη είναι το ποίημα που δεν γράφτηκε ποτέ, το ποίημα που εκκρεμεί. Το ποίημα που γράφει σε όλη αυτή την συλλογή ο Βαγγέλης Τασιόπουλος είναι αυτό το μακρύ, οδυνηρό, ατέλειωτο ποίημα της ανθρώπινης δυστυχίας.

Αν ο ποιητής, κάθε ποιητής, οφείλει να καταγράφει τα δραματικά γεγονότα του καιρού του, μετατρέποντάς τα στην αιώνια μορφή της τέχνης ώστε να εγκιβωτιστούν στην συλλογική μνήμη, ο Τασιόπουλος εκπληρώνει το χρέος του στο ακέραιο. Δεν είναι μόνο ένα ρέκβιεμ η συλλογή αυτή, είναι και μία καταγγελία. Ο ίδιος διαφοροποιείται από την γενιά του ιδιωτικού οράματος στην οποία ανήκει και διαμορφώνει τη δική του άποψη για τη χρησιμότητα της ποίησης. Στο ποίημά του «Να ακροβατείς στις ράγες» εκφράζει την αδυναμία της ποίησης όσο άρτια τεχνικά και αν εκφράζεται, να περιέξει και να περιγράψει τον ανθρώπινο πόνο, στο τέλος παραμένει διακόνημα λειψό. Όμως ο ποιητής έστω με λέξεις τρύπιες, έστω ακροβατώντας στις ράγες ενός τρένου που χρόνια τώρα δεν περνά, οφείλει να μιλά για το σκοτάδι των καιρών του. Και οι δικοί μας καιροί είναι πολύ σκοτεινοί.

Ο Βαγγέλης Τασιόπουλος σ’ αυτή του τη συλλογή διακονεί την ποίηση με έναν υποδειγματικό τρόπο και ζωγραφίζει με πινέλο μαύρο στον καμβά του τον πόνο του Άλλου, του Ξένου, του Αλλότριου. Γράφει για να γαληνέψει την ψυχή του, για να μνημονεύσει τους νεκρούς, για να ευαισθητοποιήσει. Γράφει για να κινητοποιήσει την ενσυναίσθηση του αναγνώστη.

Ταλαιπωρημένες μορφές σε καραβάνια, ένας πλάτανος που νεκρώνει από τις ρίζες του, μία αέναη πορεία προς μία καλύτερη ζωή, προς μία βιώσιμη ζωή, δίψα, βουνό, ξενιτειά και μία θάλασσα λύπης που συνέχεια αφαλατώνεται, κρωξίματα μαύρων πουλιών που αντηχούν, συνθέτουν λοιπόν το μακάβριο σκηνικό στο οποίο εκτυλίσσονται τα ποιήματα. Τα μεσάνυχτα, «κάθε Μεσάνυχτα οι μπαλάντες είναι σκοτεινές», γράφει ο Τασιόπουλος. Και περιγράφει το σκηνικό της φρίκης. «Πού είναι το λάθος;» αναρωτιέται σε έναν στίχο του ο ποιητής. Μία γιαγιά αλλόφρων ακολουθεί την φάλαγγα των προσφύγων κρατώντας ένα λευκό νυφικό, την λευκή της ιστορία όπως λέει ο ποιητής. Πού είναι λοιπόν το λάθος;

Όπως γράφει ο ποιητής, Χορτασμένοι εφησυχασμένοι αστοί, εταίρες, πολύφημοι, ο ούτις, άφρονες σύμμαχοι και ταλαντούχοι αρδευτές, ευλαβείς και ανυστερόβουλοι επεξεργάζονται τα απωλεσθέντα.

Ενώ στο μεταξύ Οι λέξεις τρύπιες,/ ο βρόγχος δε λέει να κοπεί σφίγγει γίνεται φόβος /ρόγχος πριν απ’ το τίποτα/κι η προσευχή ευφράτης πια στη μνήμη.

Τα δελφίνια είναι λίγα, δεν μπορούν να ακρωτηριάσουν το κακό, ο δρόμος δεν έχει επιστροφή

Οι στίχοι του αποπνέουν άλλοτε τρυφερότητα όπως στο ποίημα «Κρινάκια απομεσήμερο»:

η αυγή πιο γρήγορα να φθάσει/μήπως οι ξένοι δούνε τα κρινάκια απομεσήμερο/και η μικρή το δώρο της να δώσει έγκαιρα στο ανθάκι/ που απελάθηκε στις αμμουδιές με τα κρινάκια.

και άλλοτε γίνονται καυστικοί και σαρκαστικοί και καυτηριάζουν την καλοζωισμένη ευημερία των κρατούντων που αδιαφορούν για το δράμα που εκτυλίσσεται μπροστά στα μάτια τους. Καταγγέλλει την υποκρισία των γηγενών. Στο ποίημα «Η επιδημία της νύχτας» γράφει:

ύποπτοι γηγενείς προστάτες που μηρυκάζουν επιτάφιους
ευγενείς καθ’ όλα κι ευυπόληπτοι αδειάζουν το σακί
περιποιούνται κι έπειτα λοξοδρομούν για τα πορνεία.

Ο Τασιόπουλος με μία γλώσσα σχεδόν βιβλική, πολυδιάστατη, σύνθετη και πολύ ενδιαφέρουσα δημιουργεί ένα ύφος γραφής καθαρά προσωπικό, οι αφηγήσεις του δεν έχουν πεζολογική υπόσταση, χρησιμοποιεί εικόνες ζοφερές ολέθρου και σπαραγμού για να ζωγραφίσει τον πόνο. Η ποίησή του είναι εύστοχη, παραβολική, συμβολική, ατμοσφαιρική. Η ποιητική του ματιά είναι ευαίσθητη, ανθρώπινη και βαθιά. Η όλη ποιητική συλλογή είναι μία Νέκυια, ένα ταξίδι στον Άδη. Εφιαλτικά αερικά μιας Δαντικής Κόλασης με τα υπάρχοντα στην πλάτη, ξεριζωμένοι και ταλαίπωροι, ξένοι ανάμεσα σε ξένους οι πρόσφυγες ξεβράζονται συνέχεια στις ακτές των στίχων του. Βουβά πλήθη από σκιές αργοσαλεύουν. Ένα ολόκληρο σύμπαν με αντικατοπτρισμούς, μία απέραντη έρημο, μία ερειπωμένη Παλμύρα, με γέρους σοφούς που αργοπεθαίνουν με ένα κλειδί κρυφό στην τσέπη και με γερασμένους Δον Κιχώτες, αφού και τα παραμύθια δεν αντέχουν στην τόση αλήθεια.

Ενώ ακούγεται η αρχαία φωνή του μουεζίνη, χτυπούν οι καμπάνες των Χριστιανών και ο Εσταυρωμένος Ιησούς καλπάζει πάνω από τις στέγες. Η ανθρωπιά για τον Βαγγέλη Τασιόπουλο δεν φοράει άμφια, ούτε έχει φυλετική ταυτότητα.

Ιστορίες πολλές, του Ασίμ, του Μαξίμ, των ξένων, των πνιγμένων, των καταδιωγμένων.

Για τον Βαγγέλη Τασιόπουλο αλλά και για όλους εμάς, είτε το γνωρίζουμε είτε όχι Το γαλάζιο πια ποτέ δεν θα είναι το ίδιο.

Από το ποίημα «Ο κοκκινολαίμης»:

Μπροστά στο ανοιχτό παράθυρό μου
παίζει με τις πευκοβελόνες ο μικρός κοκκινολαίμης
ακκίζεται στα εκκρεμή φύλλα και προκαλεί την πτώση τους
…από το νυχτερινό ναυάγιο διεσώθησαν…

-Σιωπή! μαθαίνει τώρα το πουλί για ποιο γαλάζιο του μιλάμε.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: Arthur Meyerson. Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.] 

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly