frear

Θάνος Μικρούτσικος – γράφει ο Βασίλης Παπαδόπουλος

Τελείωσε κι αυτή η παρτίδα σκάκι. Η τελευταία σου. Την «τράβηξες» όσο μπόρεσες, το χάρηκες το παιχνίδι ως το μεδούλι, έπαιξες άλλωστε όσο καλύτερα γινόταν, έχασες –αλλά αυτό δεν έχει και τόση σημασία– και τώρα πρέπει να φύγεις κι εσύ για το Νησί. Θα ετοιμάσεις τη βαλίτσα σου στα γρήγορα και θα ταξιδέψεις, όπως όλοι, δια θαλάσσης. Φτάνοντας εκεί, θα σε οδηγήσουν στο ξενοδοχείο που δεσπόζει στη μέση του Νησιού, στη κορυφή ενός λόφου. Το ξενοδοχείο είναι ένα κτήριο γιγαντιαίων διαστάσεων φτιαγμένο από λευκό μάρμαρο με μεγάλες σάλες στο ισόγειο, κυκλωμένο από πεύκα και ακακίες. Ο υπεύθυνος του ξενοδοχείου θα σε υποδεχτεί αυτοπροσώπως και θα σου πει γεμάτος συγκίνηση πόσο χαίρεται που σε γνωρίζει επιτέλους. Θα σου δώσει τη σουίτα του 2ου ορόφου, θα υπογράψεις στο βιβλίο επισκεπτών και θα του ζητήσεις να αλλάξεις ρούχα. Μα φυσικά, τα έχουν σκεφτεί όλα, στη σουίτα σου θα βρεις όλα όσα χρειάζεσαι. «Σας εύχομαι ευχάριστη παραμονή, κε Μικρούτσικε!»

Θα ανοίξεις την πόρτα του ασανσέρ, ένας μαυροντυμένος άντρας θα βγει φανερά αναστατωμένος. Τα πυκνά μαύρα μαλλιά του χωρισμένα στη μέση, το βλέμμα του σκληρό, δεν χαμογελά. «Σε ποια χρονιά είμαστε;» θα σε ρωτήσει απότομα. «Στα 2019» θα του απαντήσεις. «Πέρασαν κιόλας κοντά 90 χρόνια;» θα ρωτήσει κάπως ενοχλημένος και θα φύγει βιαστικά. Η μορφή του θα σου φανεί μάλλον οικεία.

Θ’ ανέβεις στη σουίτα σου, εκεί θα βρεις ένα μεγάλο μαύρο πιάνο με ουρά. Δεν θα το αγγίξεις, θ’ αλλάξεις αμέσως και θα κατέβεις στον κήπο να καπνίσεις. Η μουσική μπορεί να περιμένει. Στον κήπο κόσμος πολύς θα πηγαινοέρχεται. Πρόσωπα που μοιάζουν γνώριμα με κάποιο τρόπο. Σ’ ένα παγκάκι θα σου τραβήξει την προσοχή ένας άντρας με μαύρα κοκάλινα γυαλιά κι ένα ειρωνικό χαμόγελο κολλημένο στο πρόσωπό του. «Καλησπέρα! Νομίζω πως γνωριζόμαστε. Πώς λέγεστε;» «Μπρεχτ. Μπέρτολντ Μπρεχτ». Θα χαμογελάσεις χωρίς να έχεις εκπλαγεί και θα συστηθείς. Θα περπατήσετε μαζί. Θα μιλήσετε για την ποίηση, το θέατρο, την πολιτική, τη μουσική. «Είστε συνθέτης λοιπόν». «Έχω γράψει αρκετή μουσική». «Σίγουρα θα είστε διάσημος για να είστε εδώ. Στην πραγματικότητα η φήμη που απολαμβάνετε στη γη αυτή τη στιγμή σας δίνει το προνόμιο να βρίσκεστε σ’ αυτό εδώ το Νησί. Συχνά πυκνά γίνεται ένα ξεκαθάρισμα κι αν το όνομα σας έχει ξεχαστεί στη γη φεύγετε αμέσως για τη χώρα της Λήθης, όπως συμβαίνει με τόσους και τόσους που χάθηκαν μέσα στην ανωνυμία». «Μα πού βρισκόμαστε; Τι ακριβώς είναι αυτό το μέρος;»

«Μακάρι να μπορούσα να σας πω. Ένας τόπος αναμονής, ένα καθαρτήριο ίσως; Όσοι από μας φοβούνται τη Λήθη περισσότερο κι από τον ίδιο το θάνατο το αποκαλούν Κόλαση».

«Κατάλαβα, αλλά πού βρίσκονται όλοι οι μεγάλοι των περασμένων αιώνων; Ο Σαίξπηρ, ο Μπαχ; Δεν είδα νομίζω κανέναν από αυτούς».

«Εύστοχη η ερώτηση σας αλλά φοβάμαι πως δεν έχω μιαν απάντηση. Ίσως υπάρχουν κι άλλα ξενοδοχεία σαν κι αυτό, ίσως υπάρχουν κι άλλα Νησιά. Ίσως πάλι εμείς να βρισκόμαστε εδώ γιατί πρέπει κάτι να διδαχτούμε, ποιος ξέρει;».

Στο υπαίθριο μπαρ του ξενοδοχείου θα δεις κι άλλες οικείες φυσιογνωμίες. Σιγά σιγά θ’ αρχίσεις να αναγνωρίζεις πρόσωπα, να θυμάσαι. Ο Καββαδίας στο μπαρ θα πίνει ουίσκι μόνος του. Θα τον πλησιάσεις, στην αρχή θα ’ναι επιφυλακτικός, θα πιείτε μαζί, θα του μιλήσεις για τον Σταυρό του Νότου που έγραψες στα 1979 και θα του τραγουδήσεις το «Kuro Siwo», θα γίνει πιο φιλικός, θα πιείτε κι άλλο, θα σου μιλήσει για ταξίδια, γυναίκες, ποιήματα που δεν πρόλαβε να γράψει και που έχει αρχίσει να γράφει εδώ, ίσως σου δείξει κάποια αργότερα. Θα ενθουσιαστείς με την ιδέα. Ο Μπρεχτ θα πιάσει κουβέντα με τον Βάιλ που κάθεται πιο πέρα. Θα σε κοιτάζουν μιλώντας χαμηλόφωνα, θα έρθουν κι αυτοί κοντά σας.

Μόλις νυχτώσει θα μεταφερθείτε γύρω από το πιάνο της μεγάλης σάλας. Ο Βάιλ θα παίξει μέρη από το Μαχαγκόνυ, θα σου μιλήσει για τη φωνή της Λότε Λένυα, θα τραγουδήσεις τραγούδια σου πάνω σε στίχους του Μπήρμαν, ο Μπρεχτ θα χαμογελάσει με ικανοποίηση. Ο Χικμέτ θα πλησιάσει συγκινημένος σαν να σε ξέρει από καιρό, θα σε αγκαλιάσει και θα σε ρωτήσει για την κατάσταση στην Ελλάδα, τους ποιητές, την Αριστερά, θα του μιλήσεις για όλα, θα του μιλήσεις για την Αθήνα του 70 και του 80, την Πάτρα που μεγάλωσες, θα σου μιλήσει για τα χρόνια στη φυλακή, θα του τραγουδήσεις στίχους του που μελοποίησες στα 1975…

Ο Ρίτσος θα κατέβει λίγο αργότερα, θα σου μιλήσει όλο εγκαρδιότητα. Δίπλα του θα στέκεται ο άντρας που είδες το πρωί στο ασανσέρ, θα σ’ τον συστήσει, είναι ο Μαγιακόφσκι. Θα σε ρωτήσει για την Καντάτα για τη Μακρόνησο και τους πειραματισμούς σου στη μουσική. Θέλει να μάθει τα πάντα, θα σου κάνει συνεχώς ερωτήσεις, θα έχει ακόμα την περιέργεια ενός μικρού παιδιού. Θα παίξεις τραγούδια σου πάνω σε στίχους του. Θα σου προτείνει ενθουσιασμένος έναν καινούργιο κύκλο τραγουδιών πάνω σε ποιήματα που ξεκίνησε να γράφει σήμερα το πρωί. Θα πιείτε στην επικείμενη συνεργασία σας. Ο Βάιλ θα σε ρωτήσει για τη μουσική στην Ελλάδα, θα του μιλήσεις για τον Χατζιδάκι, τον Θεοδωράκη, θα σου παίξει κάποιο μέρος από τη 1η του συμφωνία, οι ώρες θα περάσουν μέσα σε μουσικές, τσιγάρα, κουβέντες για τη Τέχνη, την Πολιτική, τις Ουτοπίες που χάθηκαν, τις Ουτοπίες που μπορούν να κερδηθούν, το Κόμμα, τον Μαρξ…

Λίγο πριν ξημερώσει θα πάτε για ύπνο μέσα σ ένα υπέροχο μεθύσι, θα υποσχεθείτε να συναντηθείτε οπωσδήποτε το μεσημέρι στο εστιατόριο, ο Μαγιακόφσκι δηλώνει πως θα σου φέρει στίχους του.

Την επόμενη μέρα θα φτάσεις πάλι στο Νησί σαν να φτάνεις για πρώτη φορά. Ίσως συναντήσεις στην προκυμαία πρώτα τον Κορμπιέρ ή τον Σικελιανό, ίσως στο μπαρ αναγνωρίσεις τον Αλέξανδρο Μπάρα, τον Τζων Μακ Γκραθ ή τον Μάνο Ελευθερίου, ίσως πάλι δεις στο φουαγιέ πρώτα τον Γ.Α. Παπαϊωάννου κι ύστερα όλους του άλλους, θ’ αρχίσετε πάλι να μιλάτε σαν να μιλάτε για πρώτη φορά, κι ύστερα πάλι την επόμενη μέρα και την επόμενη και την επόμενη και ο κύκλος αυτός θα επαναληφθεί άπειρες φορές με άπειρες παραλλαγές γιατί αυτό είναι τελικά το δικό σου Νησί Θάνο Μικρούτσικε, αυτό το Νησί φτιάχτηκε μόνο για σένα και σ’ αυτό το Νησί της Μνήμης θα ζήσεις για πολλά πολλά χρόνια, θα φροντίσουμε εμείς γι’ αυτό, να ’σαι σίγουρος.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Ο Βασίλης Παπαδόπουλος, μόνιμος συνεργάτης του έντυπου περιοδικού, είναι συνθέτης και ποιητής. Δείτε έργα του εδώ.]

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly