frear

Ποιήματα – του Gabriel Chávez Casazola

Μετάφραση: Βασίλης Μανουσάκης

Τατουάζ

Μια ζωγραφιστή πεταλούδα κάθισε στην πλάτη
εκείνου του κοριτσιού.

Μια πεταλούδα που θα υπάρχει περισσότερο
από τη νιότη του δέρματος όπου ζει.

Όταν το κορίτσι γεράσει, εκεί θα κάθεται,
ακόμα νέα, η πεταλούδα.

Πώς θα είναι η πλάτη του κοριτσιού
μόλις χαθεί η νιότη του δέρματός της;

Πώς θα είναι το κορίτσι που τώρα φωτίζει τον πάγκο με τα φρούτα
σαν άλλο ένα φρούτο στα χέρια μου;

Οι γέροι του αύριο θα είναι
ίδιοι με αυτούς του σήμερα και του πάντοτε;

Ή θα είναι διαφορετικοί, οι γυναίκες με στολίδια στα πεσμένα τους στήθη
και οι άντρες με μεγάλα σκουλαρίκια στα κουφά αυτιά τους;

Οι πεταλούδες θα πετάνε στις πλάτες γερασμένων κοριτσιών,
θα ζαρώνουν τα φτερά τους πάνω από νεκροκρέβατα,
τα ζωγραφιστά λουλούδια θα ξεραίνονται και θα πεθαίνουν
χαμηλά στην πλάτη;

Ίσως δεν προφτάσω να το δω, θα έχω χαθεί ως τότε,
τρεμάμενα χέρια κάτω από το τζιν μου
ή ένα μυαλό χαμένο στην κάνναβη
για να απαλύνω τους πόνους του καρκίνου.

Ω, μια ζωγραφιστή πεταλούδα κάθισε στην πλάτη
εκείνου του κοριτσιού

Μια πεταλούδα που θα έχει ανάσα όταν εκείνης τελειώσει.

Όταν θα εκπνεύσει για τελευταία φορά
εκεί θα κάθεται ακόμα η πεταλούδα.

Θα πετάξει μακριά όταν αποτεφρώσουν τη σάρκα της;

Θα σαπίσει στον τάφο σαν Αιγύπτια παλλακίδα;

Θα την ακούσει κάποια να πετάει ή να καίγεται ή να σαπίζει
και θα έρθει να της αφηγηθεί;

Θα ακούσει κάποια την ιστορία της μοναξιάς με το ακουστικό της,
με τα τεράστια σκουλαρίκια στα κουφά αυτιά της;

Δεν είναι ίδιες πάντα οι ερωτήσεις;

Θα ξαναδώ την πεταλούδα μια μέρα;
Θα δω το κορίτσι;
Θα υπάρχουν και τότε πάγκοι με φρούτα;

***

Ο Κόγιου Άμπε φυτεύει έναν σπόρο ηλίανθου στους κήπους του Ναού Γκέντζι

Ο Κόγιου Άμπε, με ένα τραχύ μαύρο ράσο,
ψηλός, με ξυρισμένο κεφάλι και
επίπεδο μέτωπο
φυτεύει έναν σπόρο ηλίανθου στους κήπους του Ναού Γκέντζι

Φυτεύει με φροντίδα το μικρό κέλυφος
γεμάτο με το φως
μελλοντικών θαυμάτων
σε μια τρύπα στο έδαφος.

Το καλύπτει με μια μικρή φτυαριά
το ποτίζει με ένα πορτοκαλί ποτιστήρι.

Ένα αεράκι έρχεται στους κήπους του Ναού Γκέντζι
Ο Κόγιου Άμπε το νιώθει στα χέρια του, γεμάτο σταγόνες νερού.

Σε μια πάνινη τσάντα κρεμασμένη στον ώμο του,
έχει εκατοντάδες σπόρους.

Είναι ακόμα νωρίς το πρωί
και πρέπει να σπείρει τον καθένα τους
να τον ποτίσει με το πορτοκαλί ποτιστήρι του.

Σύντομα εκατομμύρια ηλίανθοι θα σκεπάσουν τους κήπους
και τους γειτονικούς λόφους.

Μοναχοί, χωρικές,
όλα τα χέρια θα βραχούν με σταγόνες νερού,
φροντίζοντας τα μελλοντικά κίτρινα θαύματα των παιδιών.
Σπλαχνικά φώτα για τα κουρασμένα μάτια τους.

Ο Κόγιου Άμπε δεν γνωρίζει τον Βαν Γκογκ, μα ζωγραφίζει ηλίανθους με το φτυάρι του.
Ο Κόγιου Άμπε, που βλέπει τις γκρίζες σιλουέτες των πυρηνικών σιλό
στον ορίζοντα.

Οι κήποι του Ναού Γκέντζι υψώνονται στην άκρη της Φουκουσίμα
και είναι αναγκαίο να εξαγνιστεί ο ουρανός, το νερό, η γη, το φως του ήλιου
που απλώνεται πάνω από τους ηλίανθους.

Δεν είναι αισθητικό θέμα, μου λέει ο Κόγιου Άμπε, μέσα στη σιωπή της εικόνας:
οι ρίζες απορροφούν τα βαρέα μέταλλα
και το λουλούδι, έτσι απλά, φυτρώνει μέσα στο δηλητήριο.

Είναι όμως αλήθεια,
η ομορφιά εξαγνίζει τον εαυτό της,

ορίζει ο Ολλανδός, μέσα από τη σιωπή του πανιού
και ο Κόγιου Άμπε μού δίνει μια τσάντα με σπόρους,
κελύφη γεμάτα μικρά φώτα.

Ο Βαν Γκογκ μού προσφέρει
το τεράστιο πορτοκαλί ποτιστήρι.

***

Σημείο

Είναι υπέροχο να έχεις φτάσει στο σημείο
που δεν είναι πια αναγκαίο να ψάχνεις για τον σκοπό της ζωής σου
την αγάπη της ζωής σου
τον βορρά (και τον νότο) της ζωής σου
γιατί τα έχεις βρει ήδη όλα αυτά
ή σε έχουν βρει εκείνα
και τώρα τα φωνάζεις, σχεδόν με οικειότητα,
με ένα ουσιαστικό,
ίσως ένα όνομα
—εδώ μπορείς να βάλεις όποιο θέλεις—
ή κάτι μυστηριώδες, όπως η ποίηση.

Όμως, το πραγματικό θαύμα
είναι ότι πρέπει να συνεχίσεις να ψάχνεις,
να ψάχνεις
γιατί όλα τα πράγματα και όλα τα όντα
που βρίσκονται
έτσι όπως έρχονται φεύγουν κιόλας.

Ακόμα και η ποίηση μερικές φορές.
Αυτή η άγνωστη.

***

Το τραγούδι της σούπας

Τον καιρό του παππού μου, μεγάλες οι οικογένειες
σε μεγάλα σπίτια – μεγάλα ή μικρά, αλλά μεγάλα,
και μικροσκοπικά, μα μεγάλα.

Έτρωγαν σε μεγάλα τραπέζια,
στιβαρά, με ή χωρίς τραπεζομάντιλο,
μα σταθερά στερεωμένα στο έδαφος.

Με τεράστια κουτάλια έτρωγαν σούπα
τα μεγάλα απογεύματα. Σερβιρισμένη με μεγάλες κουτάλες
από πελώριες γαβάθες.

Μαζεύονταν έπειτα να ακούσουν ραδιόφωνο,
να πιουν καφέ,
να καπνίσουν τσιγάρο
χωρίς μεγάλες (ή μικρές) ανησυχίες για την υγεία ή τη συνείδηση.

Η μητέρα, κεντώντας μερικές φορές, ράβοντας άλλοτε,
έβλεπε τα παιδιά και τα εγγόνια να ακολουθούν
σε ένα μεγάλο, αδιάκοπο κέντημα.

Ο πατέρας, ο κυρίαρχος πατέρας, γύριζε σπίτι κάθε απόγευμα στις έξι
με το μεγάλο αμερικανικό αυτοκίνητο, ή ένα μεγάλο άλογο
ή με σπουδαίο ύφος
περπατώντας
για να περάσει τη βραδιά με τα παιδιά και τα εγγόνια
που ο χρόνος δεν είχε διακόψει,
εκτός από ένα που ήταν άρρωστο, ή ένα άλλο που έφυγε,
αφήνοντας πίσω ένα αίνιγμα και μια αίσθηση απουσίας
μια τεράστια αίσθηση απουσίας –
να αιωρείται, μαζί με τον καπνό από τα τσιγάρα,
πάνω από την κουβέντα μετά το δείπνο.

Κάποιες φορές, σ’ αυτές τις περιπτώσεις, ο Πατέρας, ο κυρίαρχος πατέρας,
έπαυε να ακούει τους ήχους του ραδιοφώνου και ήθελε να είναι
μόνος του, απλώς
να μην είναι εκεί, ίσως οδηγώντας γρήγορα σε κάποιον μακρινό
δρόμο με μια ξανθιά όμοια με τη Μητέρα όταν δεν ήταν
Μητέρα, με ένα μεγάλο αμερικανικό αυτοκίνητο ή ένα μεγάλο άλογο ή
περπατώντας με σπουδαίο ύφος, όχι ακόμα γερασμένος από τον χρόνο.

Η μητέρα ένιωθε καμιά φορά έναν κόμπο στον λαιμό πάνω στην κουβέντα,
έναν κόμπο που αργότερα θα έφευγε στον αέρα από
το στόμα της πάνω σε έναν μεγάλο αναστεναγμό,
έναν τεράστιο κόμπο που μπερδευόταν στον ατμό
από τον καφέ της, στριφογυρνώντας στον αέρα
απορροφώντας τη ματιά της και φέρνοντας την ευχή να ήταν μόνη,
απλώς να μην είναι εκεί, να ακούει το κλάμα
από τις τελευταίες κόρες και τα πρώτα εγγόνια της.

Έτσι ήταν τα χρόνια, καφέδες και τσιγάρα ήρθαν
και μια μέρα το μεγάλο σπίτι ήταν μόνο, οι τεράστιες
γαβάθες άδειες, τα κουτάλια βουβά
με μια τεράστια βουβαμάρα που στοίχειωνε εμάς, τις κόρες και τα εγγόνια,
μαζί με χιλιάδες χιλιόμετρα δρόμο, καλώδια
τηλεφώνου, μεγάλα κύματα που τώρα δεν τα μετράμε με χιλιόμετρα.

Ακόμα και αυτή που ήταν άρρωστη, την πρώτη που έφυγε,
όπως όλοι που έφαγαν τη σούπα, την άγγιξε η βουβαμάρα,
που τρύπωνε στο στήθος μέσα από το ορθάνοιχτο στόμα
σε ένα τεράστιο χασμουρητό.

Έτσι
αγόρασε μια έτοιμη σούπα
και ανάμεσα στο μικρό της άχνισμα
επέτρεψε στον εαυτό της έναν λυγμό.

Δεν μπορούσε να φάει τη σούπα,
στο μικροσκοπικό της διαμέρισμα δεν υπάρχει κουτάλι,
ούτε σταθερό τραπέζι, κάτι
που θα έμοιαζε ανεπαίσθητα με ευτυχία
και τη ρουτίνα της.

Έτσι σκεφτόταν τον καιρό του παππού της, ή τον δικό μου,
ή τον δικό σου, όταν οι οικογένειες ήταν μεγάλες
και ζούσαν σε μεγάλα σπίτια – μεγάλα ή μικρά, αλλά μεγάλα,
και μικροσκοπικά, μα μεγάλα –
και τα παιδιά και εγγόνια ακολουθούσαν
σε ένα μεγάλο και αδιάκοπο κέντημα
με τεράστιες αόρατες κλωστές να τους κρατάνε όλους στον αέρα.

***

Το λάθος

Ακούω τη Γη να περιστρέφεται στο μουσείο του Ρίπλεϊ
Όχι τη σιωπή των άστρων
Όχι τη μουσική των πλανητών.
Έναν βροντερό ήχο, σαν χιλιάδες φωνές ριγμένες στον άνεμο
με τρομερή ταχύτητα, μη μετρήσιμο.
Η αληθινή φωνή της Γης, το συμφωνικό βογγητό της.
Όχι τον ψίθυρο του Δία, το σφύριγμα του Άρη.
Ο λαιμός μας
– πολυφωνία της μοναξιάς –
εισχωρεί στο σύμπαν
και μιλάει
για το εκπληκτικό λάθος του Θεού
να μας φτιάξει.

***

Στοιχειώδες

Αν ήμουν πανθεϊστής, θα έλεγες εσύ,
θα επέλεγα να λατρεύω τους εγχώριους θεούς,
αυτούς του σπιτιού, τους μικρούς και απλούς,
που κρύβονται πίσω από ένα φυτό στον κήπο,
στην ταπετσαρία ενός ξύλινου επίπλου
ή μέσα σε ένα πήλινο βάζο
που κάποτε κουβαλούσε στο κεφάλι της μια ιθαγενής,
με τη μέση βυθισμένη για ισορροπία, τα μαλλιά της κατάμαυρα.

Τους μικροσκοπικούς και σκανταλιάρηδες θεούς
της θερινής βροχής ή του νερού που πέφτει από ένα ποτιστήρι,
τη θεά στο αυλάκι ενός παλιού οπωρώνα
που η παιδική μου ηλικία ακόμα επισκέπτεται,
τις θεές της λιμνούλας ή της πισίνας,
—πάντα υπάρχει κάτι θεϊκό μέσα στα νερά—
τον θεό της πόρτας, τον θεό των μαξιλαριών, των σαπουνιών,
τον θεό των παραθύρων,
την ταραγμένη θεότητα της χύτρας που βράζει,
τον παλαιότερο θεό του σπιτιού, που κρύβεται (και φανερώνεται) στη φωτιά.

Αν ήμουν πανθεϊστής, θα μου έλεγες, θα πίστευα σε όλους αυτούς τους θεούς.
Ή σε εκείνο το κρυφό κομμάτι Θεού που υπάρχει στα πάντα,
απάντησα.

Κι ενώ μιλούσαμε, στο ηλιοβασίλεμα,
παρατηρούσα με καχυποψία και τρυφερότητα συνάμα
στη σκιά αλλά με μια αύρα καινούριου φωτός,
όλα τα πράγματα στο σπίτι.

*****

O Γκαμπριέλ Τσάβες Κασασόλα (1972) είναι Βολιβιανός ποιητής και θεωρείται από τις «σημαντικές φωνές της σύγχρονης βολιβιανής και λατινοαμερικανικής ποίησης». Τα βιβλία του έχουν εκδοθεί σε 12 χώρες: Ισπανία, Γαλλία, Ιταλία, ΗΠΑ, Μεξικό, Κόστα Ρίκα, Κούβα, Κολομβία Εκουαδόρ, Αργεντινή, Χιλή και Βολιβία. Η ποίησή του έχει μεταφραστεί σε 9 γλώσσες.

Έλαβε το Μετάλλιο Πολιτισμικής Αξίας της Βολιβίας και το Βραβείο Εκδοτών για το Καλύτερο Βιβλίο της Χρονιάς, ανάμεσα σε άλλα, και ήταν φιναλίστ για το Παγκόσμιο Βραβείο για Μυστικιστική Ποίηση «Φερνάντο Ριέλο». Συντονίζει τη Διεθνή Συνάντηση Ποίησης της Έκθεσης Βιβλίου στη Σάντα Κρους, διδάσκει Δημιουργική Γραφή στο UPSA και διευθύνει το ποιητικό εργαστήρι «Πράσινη Φωτιά» στη Βολιβία. Τον Σεπτέμβριο του 2019 συμμετείχε στο 5ο Διεθνές Φεστιβάλ Ποίησης Αθηνών που διοργανώνει ο Κύκλος Ποιητών.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.] 

Σούνιο, 2019. Φωτο: Δ. Αγγελής

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly