frear

Συσκευασμένα κοτόπουλα – της Δέσποινας Καϊτατζή-Χουλιούμη

Τα παιδιά του κόσμου είναι και δικά μας παιδιά.

Βγήκαν με την κόρη της για τα τελευταία ψώνια των Χριστουγέννων. Τελειώνοντας πέρασαν βιαστικά από το σουπερμάρκετ. Έβαλαν στο καλάθι τα απαραίτητα ‒με αρκετά περιττά‒ και κατευθύνθηκαν προς το ταμείο. Είδαν το αγόρι να πλησιάζει. Κρατούσε δυο συσκευασμένα κοτόπουλα στα χέρια, μπροστά, στο ύψος του στήθους. Σαν να μετέφερε πολύτιμα αναθήματα. Στο ένα χέρι είχε κρεμασμένο πλαστικό πορτοφόλι, λευκό γυναικείο. Να ήταν στα δώδεκα περίπου. Μελαχρινό, απολλώνιο. Φεγγοβολούσε. Τα μάτια, γελαστά παιχνιδίσματα. Το πρόσωπο, απέραντο χαμόγελο. Ομολογούσε χαρά που τη διέχεε στο περιβάλλον. Έκανε και τις ίδιες να χαμογελούν, ενώ το παρατηρούσαν διακριτικά. Η έκφρασή του είχε κάτι το θριαμβευτικό σχεδόν. Λες και του αρκούσαν γι’ αυτό δυο συσκευασμένα κοτόπουλα. Ίσως να φανταζόταν κιόλας το τραπέζι στρωμένο. Ποιος ξέρει, ίσως να ένιωθε μελλοντικός κουβαλητής. Φαινόταν βιαστικό. Μπορεί οι δικοί του να περίμεναν νηστικοί.

Του είπαν να περάσει μπροστά. Δεν κατάλαβε στην αρχή και άφησε τις συσκευασίες πίσω από το βουνό με τα ψώνια τους. Επανέλαβαν δείχνοντας με νεύματα πως του παραχωρούσαν τη σειρά τους. Πέρασε μπροστά. Το ρώτησαν πώς τον λένε. «Ιβάν», απάντησε με το πρόσωπο να λάμπει. Η ταμίας πήρε τις συσκευασίες και χτύπησε την τιμή. Η απόδειξη εκτυπώθηκε. Δέκα ευρώ και σαράντα πέντε λεπτά. Το αγόρι άνοιξε το πλαστικό πορτοφόλι. Άδειασε όλα τα κέρματα στη χούφτα. Χαρούμενο έτεινε με βεβαιότητα την παλάμη προς την ταμία, που μέτρησε βιαστικά. Όλα μαζί δύο ευρώ και κάτι λεπτά. Μόρφασε δυσαρεστημένη. «Δεν φτάνουν», του είπε. Το αγόρι της χαμογέλασε με απορία και της έτεινε πάλι την παλάμη με τα κέρματα. Η ταμίας ενοχλημένη έριξε μια ματιά προς την ουρά των πελατών, που άρχισε να μεγαλώνει. Του επανέλαβε με δυσφορία υψώνοντας ελαφρώς τον τόνο της φωνής πως τα λεφτά που της έδινε ήταν λίγα. Το χαμόγελο του αγοριού άρχισε να σβήνει. Το πρόσωπο πήρε να σκοτεινιάζει. Η χαρά και η ομορφιά που αντανακλούσε χάθηκαν.

Την κυρίευσε ανησυχία. Δεν ήξερε πώς να αντιδράσει. Πάντα ένιωθε κάτι σαν ντροπή σε τέτοιες καταστάσεις. Λες και έφταιγε η ίδια. Αμήχανη, ήθελε να το βάλει στα πόδια. Ευτυχώς αντέδρασε η κόρη της λέγοντάς της να πληρώσει τα κοτόπουλα με την κάρτα της. Το αγόρι πήρε τα κοτόπουλα με τα μάτια χαμηλωμένα. Βιάστηκε να βγει έξω. Κρατώντας τα παραμάσχαλα με τους ώμους κυρτούς τράβηξε προς τον καταυλισμό. Τον περίμεναν οι δικοί του. Ζούσαν ο ένας πάνω στον άλλον σε προκάτ παράγκες στις παρυφές της πόλης. Συσκευασμένα κοτόπουλα κι αυτοί. Έτοιμα προς βρώση.

Πριν από μέρες στο σχολείο της περιοχής είχαν ξεσηκωθεί οι γονείς με έντονες διαμαρτυρίες. Η ψυχολόγος που κάλεσε ο Διευθυντής να συζητήσει μαζί τους είπε τελειώνοντας «Τα παιδιά του κόσμου είναι και δικά μας παιδιά, είναι παιδιά όλων μας». Αυτοί ανένδοτοι. Το είχαν κλείσει. Είχαν κάνει ασφαλιστικά μέτρα με απόφαση του Συλλόγου Γονέων. Αιτούνταν να φύγουν από το σχολείο τα προσφυγόπουλα. «Ας έκαναν μάθημα στον καταυλισμό», πρότειναν.

Πάει καιρός που σκεφτόταν τη συμμετοχή της σε κάποια εθελοντική οργάνωση. Ακόμη τίποτε. Υποσχέθηκε στον εαυτό να κάνει κάτι επιτέλους. Σκέψεις και λόγια απλώς για κατευνασμό της συνείδησης.

[Προδημοσίευση από τη συλλογή διηγημάτων Ο τόπος μέσα μας που θα κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Αρμός.]

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly