frear

Οι τελευταίοι κουραμπιέδες – της Αναστασίας Κάτσικα

Κάθε μέρα λέει ότι κουράστηκε. Τριγυρίζει με την παλιά ρόμπα και πολλές φορές μπερδεύεται με τις ξεχειλωμένες παντόφλες, παραπατάει και κρατιέται από τα έπιπλα παίρνοντας μικρές, σφυριχτές ανάσες. Έχει πίεση, ζαλάδες, ημικρανίες. Τα αυτιά της βουίζουν, τα μάτια της θολώνουν. Την ταλαιπωρεί η αϋπνία κι όταν παίρνει το φάρμακο, αρχίζει η υπνηλία.

Τα χάπια στοιβάζονται πάνω στον απορροφητήρα. Προσπαθεί να διαβάσει τα χαρτάκια με τις οδηγίες αλλά τα μάτια της δεν την βοηθάνε. Μερικές φορές φωνάζει το Μιχάλη να τη βοηθήσει, όμως εκείνος σπάνια βγαίνει από το δωμάτιό του. Ακόμα κι όταν βγει, παίρνει το χαρτί με τα μικρά γράμματα, το σηκώνει ψηλά και το πλησιάζει στη γυμνή λάμπα που κρέμεται από το ταβάνι. Το κοιτάζει με προσοχή κάτω από το δυνατό φως, μουρμουρίζει κάτι κι ύστερα το αφήνει να πέσει στο τραπέζι, ανάμεσα στα άπλυτα πιάτα και τα ψίχουλα.

Δεν θέλει πια να μαγειρεύει. Κάθε μέρα φτιάχνει κάτι πρόχειρο και άνοστο. Η ίδια ίσα που το δοκιμάζει. Ο Μιχάλης καταπίνει βιαστικά μερικές μπουκιές κι ύστερα καρφώνει το κρέας ή το ψάρι με το πιρούνι και το σηκώνει ψηλά κάτω από τη γυμνή λάμπα, το περιεργάζεται και κάτι μουρμουρίζει.

Εκείνη το μόνο που απολαμβάνει είναι ο απογευματινός καφές. Τον ψήνει σε χαμηλή φωτιά, στο γκαζάκι, τον ανακατεύει αργά και τον σερβίρει στο άσπρο, χοντρό, πορσελάνινο φλιτζάνι με τον ξεθωριασμένο παπαγάλο.

Ύστερα σέρνει την ψάθινη πολυθρόνα με τη βουλιαγμένη πλάτη κοντά στο παράθυρο, τραβάει την κουρτίνα και χάνεται στη λουρίδα της θάλασσας που δεν φαίνεται πια. Πολλές φορές θυμάται τον πατέρα της να ρουφάει τον καφέ του δυνατά, καθισμένος στην ίδια πολυθρόνα, στην ίδια θέση. Τον έπινε ζεστό, καυτό σχεδόν κι αναποδογύριζε το φλιτζάνι στο άσπρο πιατάκι.

Όσο περίμενε το μαύρο κατακάθι να ζωγραφίσει την τύχη του σπιτιού του, έτρωγε τον κουραμπιέ με τα ολόκληρα αμύγδαλα και τα μουστάκια του άσπριζαν. Τα φρύδια του ζάρωναν.

Η μάνα έφτιαχνε τους κουραμπιέδες, όχι μόνο τα Χριστούγεννα αλλά δυο τρεις φορές το χρόνο. Όσο είχε αμύγδαλα. Και βούτυρο. Για να δουν μιαν άσπρη μέρα. Έτσι έλεγε.

Ο πατέρας μελετούσε τα σημάδια του καφέ σηκώνοντας ψηλά το φλιτζάνι, κάτω από το φως της γυμνής λάμπας. Ύστερα τα μάτια του γαντζώνονταν στο στήθος της που φούσκωνε, στις γάμπες της που γέμιζαν και στα μακριά μαλλιά της.

Κι ο άντρας της ρουφούσε τον καυτό καφέ στρίβοντας ένα χοντρό τσιγάρο. Δεν τον αναποδογύριζε. Δεν ήξερε να διαβάζει τα σημάδια. Εκείνη άρπαζε το φλιτζάνι κι έτρεχε στην κουζίνα. Εκείνος έτρωγε τον κουραμπιέ. Με τα άσπρα, μυτερά του δόντια θρυμμάτιζε τα αμύγδαλα. Εκείνη μελετούσε την τύχη του σπιτιού με ζαρωμένα φρύδια. Ύστερα τα μάτια της καρφώνονταν στον Μιχάλη που μπερδευόταν συνεχώς στα πόδια της, που δεν την κοίταζε ποτέ στα μάτια, που αργούσε να περπατήσει, που δυσκολευόταν να μιλήσει.

Ένα απόγευμα, όσο εκείνη έπινε τον καφέ της, ο Μιχάλης βγήκε αθόρυβα από το δωμάτιό του και ξάπλωσε στον καναπέ δίπλα στην πολυθρόνα της. Ακούμπησε το κεφάλι του στο πλεκτό μαξιλάρι, κουλουριάστηκε με το πρόσωπο προς τον τοίχο κι έκλεισε τα μάτια. Εκείνη είδε τα γκρίζα μαλλιά του. Εκείνος είδε επικίνδυνα όνειρα.

Τον είχε γεννήσει πριν κλείσει τα δεκαοχτώ. Δύσκολο παιδί. Κάτι το τρόμαξε στη γέννα. Ήσυχο, σιωπηλό, αποτραβηγμένο. Άργησε πολύ να μιλήσει. Δεν την κοίταζε ποτέ στα μάτια. Συχνά άρπαζε το κουτάλι που τον τάιζε, το σήκωνε ψηλά, το περιεργαζόταν, το πλησίαζε στο στόμα του κι ύστερα το άφηνε να πέσει.

Στο σχολείο δεν ήθελε να πάει. Έκλαιγε, φώναζε, κλοτσούσε. Άρχισε να πηγαίνει μόνο όταν το κορίτσι της γειτόνισσας του χάρισε έναν γυάλινο βόλο. Την άλλη μέρα το κορίτσι τον περίμενε στην πόρτα της αυλής. Ο Μιχάλης έχωσε τον βόλο στην τσέπη και την ακολούθησε. Δεν του μίλησε. Δεν την κοίταξε στα μάτια. Τον κάθισε δίπλα της στο θρανίο και του έβαλε στο χέρι ένα χρωματιστό μολύβι. Εκείνος το σήκωσε ψηλά, το στριφογύρισε, το πλησίασε στο φως: «Ε, Φρίντα, ε;» Η Φρίντα κούνησε πάνω κάτω το κεφάλι της και τα μαλλιά της απλώθηκαν μαύρα κύματα στην πλάτη της.

Έτσι πέρασαν τα σχολικά τους χρόνια. Εκείνος ρωτώντας κι εκείνη κουνώντας καταφατικά το κεφάλι. «Ε, Φρίντα, ε;»

Όταν μεγάλωσαν κι η Φρίντα έφυγε μακριά, ο Μιχάλης άρχισε να μαζεύει παλιά ραδιόφωνα, τρανζίστορ, κασετόφωνα, λάμπες, γρανάζια, βίδες, χαλασμένα ρολόγια. Ακόμα κι από την παλιά τηλεόραση έβγαλε τις λυχνίες και τις έκρυψε στο δωμάτιό του. Αγόρασε καλώδια, βίδες, καρφιά, κατσαβίδια, κόλλες και παράξενα εργαλεία.

Κρέμασε πολύπλοκα σχέδια στον τοίχο κι άρχισε να βιδώνει, να κολλάει, να σφίγγει, να συνδέει, να χαλάει και να ξαναφτιάχνει. Έμενε αξύριστος, νηστικός με μαύρους κύκλους κάτω από τα μάτια. Αργότερα, ανέβασε την ψηλή κεραία στην ταράτσα, την στερέωσε στα κάγκελα και κλείστηκε στο δωμάτιό του. Με τα ακουστικά στα αυτιά, γύριζε ασταμάτητα τα κουμπιά της μηχανής και σώπαινε μπροστά από το γκρίζο μικρόφωνο. Κανένας δεν κατάλαβε τι ήθελε να φτιάξει.

Τώρα που τα μαλλιά του έχουν γίνει γκρίζα, βγαίνει αργά το απόγευμα από το σπίτι κι ακολουθεί πάντα την ίδια διαδρομή. Κάθε μέρα ψάχνει να βρει ένα από τα κομμάτια της μηχανής που λείπουν. Αν βρει κάτι που ταιριάζει, το σηκώνει ψηλά, το πλησιάζει στη γυμνή λάμπα του δρόμου και μουρμουρίζει σιγανά.

Εκείνη τελείωσε τον καφέ της και χωρίς να κοιτάξει τον Μιχάλη που είχε μισανοίξει τα μάτια, σηκώθηκε με κόπο από την πολυθρόνα και πήγε στην κουζίνα. Άνοιξε το τσίγκινο κουτί με τα ελάφια κι έβγαλε τους τελευταίους κουραμπιέδες. Μύρισαν Χριστούγεννα, ψιθύρισε. Τους ακούμπησε στο πιάτο. Τα αμύγδαλα ολόκληρα. Κοσκίνισε πάνω τους την άχνη. Ακούμπησε το πιάτο στο χαμηλό τραπέζι, δίπλα στον καναπέ. Τα φρύδια του Μιχάλη ζάρωσαν. Τα βλέφαρά του τρεμόπαιξαν. Με το χέρι της που έτρεμε, σήκωσε έναν κουραμπιέ από το πιάτο. Τον πλησίασε στη γυμνή λάμπα. Τον στριφογύρισε. Άσπροι δρόμοι στη ρόμπα της. Τα αμύγδαλα γυάλισαν. «Ε, Φρίντα, ε;», μουρμούρισε.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.] 

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly