frear

Ο Τύπος, το Γλωσσικό Ζήτημα κι η «Δούκισσα των Αθηνών» – γράφει η Κατερίνα Λυμπεροπούλου

Διονύσης Ν. Μουσμούτης, Ο Διονύσιος Ταβουλάρης, η Ευαγγελία Παρασκευοπούλου και η «Δούκισσα των Αθηνών», εκδ. Πλέσσα, 2018.

«Μετά την πρώτην παράστασιν και θριαμβευτικήν, της Δουκίσσης, δι’ όλα ταύτα το ενδιαφέρον του κόσμου ευθύς ως εκ μαγείας ανεκόπη […]. Την πρώτην εσπέραν, πλήρης αριστοκρατία φλεγομένη εκ του Τύπου περί του έργου υμών, και ενταύθα, αλλ’ ιδία εν Ευρώπη θορύβου, όπως το ίδη και το χειροκροτήση. Αι προσδοκίαι της, ως αντελήφθην, ικανοποιήθησαν πλήρως. Χειροκροτήματα, θρίαμβος τέλειος. Αλλά την δευτέραν εσπέραν η αριστοκρατία μας είχεν εξαντληθή. Το κοινόν, από τη στάση του Τύπου εξ’ άλλου –το πολύ, εννοώ, κοινόν– […] μόλις δι’ εκατόν – διακοσίων ίσως ατόμων αντιπροσωπεύθη. Οι λάβρακες της δημοσιογραφίας κατόρθωσαν να το ψυχράνωσι… Η δευτέρα αναβίβασις του έργου παρήλθεν σχεδόν απαρατήρητος…».

Κάπως έτσι ο δημοσιογράφος Δημήτριος Αναστασόπουλος μέσα από τρεις πολυσέλιδες επιστολές ενημερώνει τον φίλο του, συγγραφέα και διπλωμάτη, Κλέωνα Ραγκαβή, για τα τεκταινόμενα των πρώτων παραστάσεων του βραβευμένου έργου του Η Δούκισσα των Αθηνών, που παρουσιάστηκε στις 27 Οκτωβρίου 1896 από τον θίασο της Ευαγγελίας Παρασκευοπούλου στο Μέγα Θέατρο Αθηνών με πρωτοφανή μεγαλοπρέπεια για τα ελληνικά δεδομένα.

Ο Τύπος, λοιπόν, ήταν εκείνος που συνέβαλε στο να μη περάσουν στην ιστορία ως επιτυχείς οι παραστάσεις της Δούκισσας που αποτελούν το θέμα του νέου βιβλίου του συγγραφέα, κριτικού, εκδότη – διευθυντή του περιοδικού Ιστορία, Διονύση Ν. Μουσμούτη, Ο Διονύσιος Ταβουλάρης, η Ευαγγελία Παρασκευοπούλου και η Δούκισσα των Αθηνών, απ’ όπου και το παραπάνω απόσπασμα.

Είχε, αλήθεια, τόση δύναμη ο Τύπος (σημειωτέον μιλάμε έντυπο Τύπο όπου η είδηση χρειάζεται περίπου ένα 24ωρο για να διαχυθεί) στα τέλη του 19ου αιώνα ώστε να περνά, με τόση ταχύτητα και με τόση επιτυχία, τα μηνύματά του; Απολύτως, όπως προκύπτει από τα τεκμήρια που μας παρουσιάζει ο συγγραφέας στο νέο βιβλίο του. Τα περισσότερα σχόλια που δημοσιεύτηκαν ήταν αρνητικά. Οι θετικές κρίσεις ήταν ελάχιστες και κατά κύριο λόγο προέρχονταν από φίλους και υποστηρικτές του Ραγκαβή, όπως ο προαναφερθείς, Αναστασόπουλος, που φρόντιζε κιόλας να ενημερώνει τον Ραγκαβή για τα όσα διημείφθησαν. Αποτέλεσμα, από 2-3 χιλιάδες δραχμές που ήταν οι εισπράξεις της πρώτης ημέρας, τη δεύτερη να κατρακυλήσουν στις 500 δραχμές. Εντυπωσιακή, λοιπόν, η επιρροή του Τύπου. Ακόμα εντυπωσιακότερο, ωστόσο, το γεγονός ότι μια θεατρική παράσταση –ακόμα και συνδεδεμένη με τους πρώτους σύγχρονους Ολυμπιακούς Αγώνες, κι ας μην έγινε τελικά εκείνη την περίοδο– ήταν από τα μείζονα θέματα των ημερών. Πότε θα μπορούσε να γίνει σήμερα πρωτοσέλιδο κάποια πρεμιέρα του Εθνικού Θεάτρου; Ίσως μόνο αν… έσπαγε το πόδι της η πρωταγωνίστρια – και πάλι αμφιβάλλω.

Όχι μόνο, λοιπόν, η πρεμιέρα της Παρασκευοπούλου ήταν μείζον θέμα των εφημερίδων της εποχής, αλλά άναψε και φιλολογικό καυγά μεταξύ των Δημητρίου Καμπούρογλου και Δημητρίου Κορομηλά μέσα από τις στήλες της Εστίας. Ο πρώτος, βεβαίως, δεν ήταν ένας απλός διευθυντής εφημερίδας αλλά ιστοριοδίφης, λογοτέχνης, ακαδημαϊκός, δικηγόρος, ποιητής και μέλος της Ακαδημίας Αθηνών. Κι όσο για τον Κορομηλά, δεν υπήρξε μόνο δημοσιογράφος και εκδότης αλλά και συγγραφέας πάνω από πενήντα θεατρικών έργων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα δημοσιογράφου της εποχής είναι και του Νικόλαου Επισκοπόπουλου στο Άστυ, ο οποίος, αν και Ζακυνθινής καταγωγής, όπως η Παρασκευοπούλου, «θάβει» με …το γάντι την παράστασή της. Ο νεαρός της εποχής υπό την προστασία του συμπατριώτη του, αγαπημένου μου Γρηγορίου Ξενόπουλου, θα σταδιοδρομήσει ως λογοτέχνης και στη Γαλλία με το ψευδώνυμο Νικολά Σεγκύρ. Ο δε, Ξενόπουλος, παραδίδει ότι απίστευτα λεπτομερείς και απόλυτα έγκυρες συνεντεύξεις του έχουν γίνει αποκλειστικά και μόνο από μνήμης. ́Αραγε, σήμερα, με τα τόσα ψηφιακά μέσα στη διάθεσή του ο δημοσιογράφος έχει εγκυρότητα; Στην κρίση σας το ερώτημα.

Η εποχή του λόγιου δημοσιογράφου φαντάζει τόσο μακρινή από τη σημερινή του πανελίστα δημοσιογράφου που με κάνει σχεδόν να ανατριχιάζω κι ας μην μου αρέσει να «αγιοποιώ» το παρελθόν. Πρέπει να παραδεχτούμε, ωστόσο, πως άλλο ήταν το προφίλ των δημόσιων λειτουργών της εποχής, άλλα ήταν τα ήθη κι άλλες οι προτεραιότητές τους. Μα πέντε χρόνια αργότερα, το 1901 στην αυγή του 20ού αιώνα, δεν θα χυνόταν αίμα στα περίφημα «Ευαγγελικά» για τη δημοσίευση από την εφημερίδα Ακρόπολις των Ευαγγελίων μεταφρασμένων στη δημοτική; Κάτι αδιανόητο σήμερα.

Ένας από τους λόγους, άλλωστε, που ο Τύπος γύρισε την πλάτη του στην Παρασκευοπούλου και στον Ραγκαβή ήταν το γλωσσικό ζήτημα. Οπαδός της άκρας καθαρεύουσας ο Ραγκαβής είχε τεθεί απέναντι από τον Γιάννη Ψυχάρη που την είχε απορρίψει με το έργο του Το ταξίδι μου και γνώριζε, μάλιστα, μεγάλη αποδοχή από τον Τύπο. «Είχομεν γελοίον αληθώς πόλεμον από τίνας γελοίους Ψυχαριστάς…» γράφει ο Δημήτριος Καλογερόπουλος στον Ραγκαβή, όπως μας παραδίδει ο Μουσμούτης. «Είναι φανερό ότι το έργο δε ανταποκρίθηκε στις προσδοκίες του κοινού, το ίδιο και η ερμηνεία της Παρασκευοπούλου. Ως φαίνεται οι εκφάνσεις της σκηνικής τέχνης της είχαν ξεπεραστεί από την εποχή», γράφει ο ίδιος ο συγγραφέας. Δεν ήταν, όμως, παρά ο μόνο προαναφερθείς πόλεμος των Ψυχαριστών που… αποτελείωσε τη Δούκισσα.

«Άστυ, Εστία, τα ψυχαρικά, Ακρόπολις η συντασσόμενη το πλείστον από δημοτικιστάς … Σκριπ αντιπαρασκευοπουλικόν… ήσαν πάντα κατά του έργου υμών προδιατεθειμένα», γράφει επίσης μεταξύ άλλων στον Ραγκαβή ο Αναστασόπουλος, σύμφωνα με τις επιστολές που παραδίδει το βιβλίο. «Δεν έμενον λοιπόν, εις ημάς ή η Νέα Εφημερίς, η Παλιγγενεσία και η Πρωία…».

Ναι, λοιπόν, ο Τύπος της εποχής είχε φατρίες και τηρούσε μεροληπτική στάση. Κατακριτέο; ́Ίσως. Υποκινούμενος, όμως, όχι από οικονομικά συμφέροντα αλλά από θέσεις και στάσεις απέναντι σε μεγάλα ζητήματα όπως η Γλώσσα. Αυτή, λοιπόν, κατά τη δημοσιογραφική μου ματιά, είναι μια πτυχή που – από κοινού με πολλές άλλες – εγώ τουλάχιστον μπορώ να βεβαιώσω, ότι δίνει αξία στο καινούργιο βιβλίο του Διονύση Ν. Μουσμούτη. ́Έχουμε μια καθαρή εικόνα των ΜΜΕ της εποχής που ξετυλίγεται μπροστά μας και μας καλεί για προβληματισμό, αξιολόγηση κι ίσως επαναπροσδιορισμούς.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.] 

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly