frear

Για τη «Στάση Λυσσιατρείου» του Αντώνη Ζέρβα – γράφει ο Κωνσταντίνος Λερούνης

Περί εκδιαιτήσεως, ξεριζώματος και άλλων τινών: Σκέψεις για τη Στάση Λυσσιατρείου του Αντώνη Ζέρβα
(Ήτοι
Ο Αντώνης Ζέρβας ως μήνσωρ και μητάτωρ)

Ένα από τα σοβαρότερα είδη άσκησης για έναν άνθρωπο που προσπαθεί να στοχάζεται είναι να γράφει για έργα με τις αισθητικές, ιδεολογικές και λοιπές επιλογές των οποίων αδυνατεί να συμφωνήσει. Αυτή είναι η περίπτωση της ποιητικής αφήγησης του Αντώνη Ζέρβα Στάσις Λυσσιατρείου, ενός έργου του οποίου η αυθεντικότητα έγκειται, μεταξύ άλλων, στο γεγονός ότι δεν διευκολύνει ούτε τον διάλογο για χάρη του διαλόγου αλλά ούτε, με το ηθελημένα, επιδεικτικά και αιματηρά ανοίκειο ποιητικό του ύφος, δίνει εύκολες ανταμοιβές στον αναγνώστη.

Ξεκινώντας από τις ενδείξεις που δίνει ο ίδιος ο ποιητής, όχι βέβαια ο κατά τα άλλα συμπαθής συνταξιούχος με την ιδιόρρυθμη φυσική παρουσία του, αλλά το εντελώς ανοικονόμητο ποιητικό υποκείμενο της Στάσης Λυσσιατρείου, ο υπότιτλος δίνει την πρώτη ώθηση στην ανάγνωση. Εκδιαίτησις σημαίνει βέβαια την τρυφή (κατά το σχετικό λήμμα του Σουίδα), αλλά κυρίως τη μεταβολή των έξεων (κατά το σχετικό λήμμα του Liddell-Scott) και το εξέρχεσθαι ενός συγκεκριμένου τρόπου βίου. Επομένως, με συγκεκριμένες προϋποθέσεις η εκδιαίτηση μπορεί να γίνει αληθινό ξερίζωμα αλλά και ‘εκδιαίτημα’, δηλαδή οίκος και οικητήριος τόπος. Κάθε αληθινός οίκος είναι ένας τόπος στον οποίο εκτυλίσσεται η σχέση θαλπωρής με τα πράγματα, με δεδομένη όμως την ζέρβεια ποιητική, ακόμη και να βρεθεί αυτός ο οίκος της θαλπωρής θα είναι μια ανοίκεια θαλπωρή που με θαλπωρή δεν θα μοιάζει. Διακηρύξεις τέτοιων ξεριζωμάτων και ριζικών αναμοχλεύσεων της αλήθειας υπάρχουν κάποιες στην νεοελληνική και παγκόσμια λογοτεχνία, αλλά συνήθως παραμένουν απλώς αυτό, διακηρύξεις χωρίς πραγματικό αντίκρισμα. Αυτό που διαφοροποιεί τον Ζέρβα έτι περαιτέρω είναι ότι ματώνει να κάνει το ξερίζωμά του ποιητική πράξη («Εξαλλαγή, δηλ. ξεφώτισμα, δηλ. πώς να ξερριζώσεις από μόνος σου το φως σου. Εκδιαίτηση.» σελ. 12).

Ήδη στις πρώτες σελίδες του ποιήματος ο Ζέρβας αναδεικνύει τον αυτο-εκτοπισμό ως τη θεμελιώδη προϋπόθεση αναζήτησης της αλήθειας. Με διαφορετικές μορφές αρθρώνεται με αποκλίνοντες τρόπους σε πλειάδα σημαντικών έργων της Ευρωπαϊκής παράδοσης: αναζήτηση στη μεσαιωνική μυθιστορία, ερριμμενότητα στον Heidegger. Ο Ζέρβας ξεκινά ως σώγαμπρος της Αλήθειας («…πάσκιζα να’ μαι το πρότυπο του σώγαμπρου της αλήθειας…» σελ. 19).

Το εγχείρημα της Στάσης Λυσσιατρείου έγκειται σε μια ριζική αντιστροφή των αξιών και ένα διαζύγιο ζευγών εννοιών υπό την απειλή μαχαίρας: η ελπίδα παίρνει διαζύγιο από την γενναιοδωρία και η σοφία δεν χρειάζεται την υγεία, αντίθετα την φθονεί, μοιάζει να προτείνει ο Ζέρβας:

«Η Σοφία δεν επιθυμεί τίποτε. Τι να την κάνει την υγεία;» (σελ. 28). Αν η εξύβριση μπορεί να είναι γενναιοδωρία («Για ποιο λόγο τούτη η υβριστική πράξη να μη λέγεται γενναιοδωρία, αφού προσφέρει το πολύτιμο;» σελ. 23) ακριβώς διότι αντλεί από ένα ακοίταχτο πλεόνασμα, τότε τί μένει από τις καθιερωμένες αντιλήψεις; Μήπως, όμως, με αυτό τον τρόπο το ‘οίκημα’ στο οποίο ο ΑΖ είναι σώγαμπρος της αλήθειας, παραδίδεται σε κάποιες δυναμικές που απειλούν να το ξεθεμελιώσουν; Και μήπως αυτή είναι, εν τέλει, η επιδίωξη του ΑΖ; Ο Ζέρβας πηγαίνει πέρα από την νιτσεϊκή εχθρότητα εναντίον των σωκρατικών διαλόγων και βρίσκει στον Αλκιβιάδη μια διαφορετική διάσταση του ελληνικού πνεύματος, η οποία είναι εξίσου ουσιαστική και, το κυριότερο, πολύ πιο επιθυμητή. Θα την έλεγα εναλλακτική, αν ο Ζέρβας δεν επεδίωκε καταφανώς την επικράτησή της με ρώμη προφητική, κάτι που εκ προοιμίου χλευάζει την οποιαδήποτε ταξινόμησή της ως εναλλακτική.

Στο ερώτημα «Τί χρειάζονται οι άρχοντες;» προφανώς τίποτε, μοιάζει απαντά ο ΑΖ, αφού όλοι έχουμε γίνει πια αυτονόητοι και ως εκ τούτου αυτονόητα υποτακτικοί της ζωής («Καλό τέλος έχουν μόνο οι υποτακτικοί τη ζωής» σελ. 20). Στην παράδοση του Ζέρβα, ευγενής είναι εκείνος ο οποίος ορθώνεται προκλητικά απέναντι στην ζωή, την αψηφά, την χλευάζει. Και είναι προφανές ότι αυτού του είδους η ευγένεια, ακόμη και για όσους στέκονται απέναντί της στην σφαίρα των ιδεών, μόνον αναποδιές μπορεί να φέρει στον εύτακτο ανθρώπινο βίο.

Ταυτόχρονα ο Ζέρβας προσπαθεί να λυτρώσει, δηλαδή να φέρει στο φως, μια ελληνική παράδοση που δεν είναι η αστάλαγη παράδοση των κολοβών –εν μέρει σχολικών– αναμνήσεων των υπομετρίων.

Η –ποιητική– σμίλευση της μορφής του Αλκιβιάδη υποσκάπτει μεγάλο μέρος του Ευρωπαϊκού και αναμφίβολα ολόκληρο το Νεοελληνικό πολιτιστικό και εκπαιδευτικό αφήγημα, ανασταίνοντας ταυτόχρονα τον μύθο ως Ασκληπιό της Ιστορίας (δική μου η παρομοίωση). Το ζήτημα που τίθεται είναι ότι, σε αντίθεση με το ψευδο-ευσεβές σύγχρονο αφήγημα , σε υψηλές μορφές όπως ο Αλκιβιάδης δεν υπάρχει καμιά προοδευτική προσπάθεια. Μονάχα ξεχύνεται παντού η θέληση και η φυσική αρετή του, απαστράπτουν οι ικανότητές του («Από μικρός με τις εταίρες το σώμα του άρδευε πνεύμα, το πνεύμα γεννούσε την αντιλαϊκή ομορφιά της Τύχης και της θέλησης» σελ. 29). Ο Αλκιβιάδης γίνεται ένας αναγεννησιακός άρχοντας της spezzatura ή, όπως θα έλεγαν οι Βρετανοί, της effortless conquest of difficulty, ήτοι της άκοπης υπερνίκησης της δυσκολίας, παραμένοντας βεβαίως, κατά τρόπο χαρακτηριστικό, Έλλην («Ο Αλκιβιάδης δεν διάλεξε το σκότος. Διάλεξε να ξεγεννήσει μόνος τον εαυτό του» σελ. 31). Η έκφραση αυτή του Ζέρβα αντιστοιχεί στη μεγάλη στροφή των πολιτισμικών σπουδών από τον Stephen Greenblatt και δώθε στην εξέταση των διαδικασιών με τις οποίες ο άνθρωπος, όταν φτάνει να είναι συνειδητό πολιτισμικό υποκείμενο, αυτοδιαμορφώνεται με τρόπο ηθελημένα σκληρό, θα έλεγε κάποιος, και σίγουρα αμφίσημο. Ο κατά Ζέρβα Αλκιβιάδης είναι η ριζικά τοποθετημένη εντός της ιστορίας άρνηση της ιστορίας και των περιορισμών του ορισμένου τόπου ή γεωγραφικού χώρου και ταυτόχρονα το ανοικονόμητο άνοιγμα στην αναιδή ποικιλομορφία του τόπου, Περσία, Σπάρτη, Αθήνα και Θράκη («Στην Σπάρτη αυστηρός, λιτός, γυμναστικός… Στην Θράκη αρχιπότης.» σελ. 29). Κατά ένα τρόπο πρόκειται για την άρνηση της ισχύος του κήτους μέσα στην κοιλιά του κήτους. Αυτή η εσωτερική διχοστασία μεταξύ ιστορίας και μη -ιστορίας, συμβολικά περιτριγυρισμένη και θεσπεσίως και εκκέντρως παρελκόμενη από τη μυθική τυπολογία ζωοποιεί το όραμα του Αντώνη Ζέρβα.

Ο ΑΖ βιώνει την Ιστορία αδηρίτως και ταυτόχρονα ηθελημένα ανταγωνιστικά («Η ζωή μου παραβγαίνει με την ιστορία και την προσπερνάει» σελ. 32). Η Ιστορία του αφαιρεί, ή, αν μη τι άλλο, πάει να του αφαιρέσει την αριστοκρατική του ιδιότητα· αριστοκρατική όχι φυσικά με κάποια οικονομική, κοινωνική ή εραλδική έννοια αλλά ακριβώς ως άμεση, απαράγραπτη και ανέκκλητη απαίτηση να αφίσταται του αφηγήματος των πολλών, ερωτοτροπώντας μάλιστα με μια συμβολική έξοδο από την Ιστορία. Επιχειρεί να αντιστρέψει, να ξεκάνει το κλείσιμο του πρώτου έπους που μας σώζεται, του Έπους του Γκιλγκαμές: η ανοικοδομηθείσα Νινευή συμβολίζει το πέρασμα από τον μύθο στην Ιστορία και τον Πολιτισμό.

Στο πεδίο της εκτύλιξης της εκδιαίτησης, ακόμη και η ανάγκη του για θαλπωρή, για ‘ζεστό νερό’, εγγράφεται ως ελάττωμα και τυφλό σημείο, ως απόρροια του Πατέρα τον οποίον οιδιποδείως απορρίπτει για να επανανακαλύψει την άθιγη πατρότητα του παππού του. Ο πατέρας του είναι «βέρο παιδί της ιστορίας» (σελ. 33) που γύρισε στο χωριό του μόνον όταν ηλεκτροδοτήθηκε, δηλαδή μόνον όταν ενσωματώθηκε πλήρως και ανεκκλήτως στον ιστορικό ρου.

Παρά την κατά μέτωπο επίθεσή του στην ελπίδα ο ΑΖ έχει μια κρυφή ελπίδα: πως αν όντως πάρει διαζύγιο με την αλήθεια –μια κάποια αλήθεια εν πάση περιπτώσει– θα πάψει να είναι υποζύγιο της Ιστορίας· το διαζύγιο θ’ αποτινάξει τον ζυγό. Η αλήθεια στο σώμα της ιστορίας είναι μια ανωμαλία («Άρα η αλήθεια μοιάζει με κάτι σαν ανωμαλία του οργανισμού» σελ. 35). Η πόλη πολλαπλασιάζει μνήμη και ιστορία («Πολλά βιβλία, πολλή μνήμη, πολλά πολύ,/ Μια πόλη πολλαπλασιάζουσα το πολύ.» σελ. 35). Η πόλη και η ιστορία εμποδίζουν με κάθε τρόπο την εκδιαίτηση και την αυτό-αναίρεση. Δεν μπορούμε να μην προσέξουμε μια ουσιώδη αντιστροφή. Από τόπος ξεριζώματος η πόλη έχει εξελιχθεί στο αντίθετό της, έχει γίνει εμπόδιο στο ξερίζωμα και φορέας μονοσήμαντου νοήματος. Ακόμη και έτσι, θα υπήρχε μια κάποια υποδόρια κοινοτοπία σε αυτές τις υπόνοιες αν έλειπαν οι πολλαπλές οργασμικές κορυφώσεις και φυσικά, το ‘ωραίο τίποτε’ του Αλκιβιάδη. Η μορφή είναι ταυτόχρονα και το κενό, το οποίο από μια αυστηρά εννοιολογική άποψη είναι αδύνατον. Στην ποιητική, όμως, του Αντώνη Ζέρβα αυτή η αντινομία περιφρουρεί έν τινι μέτρω την πορεία της εκδιαίτησης από τις επιδρομές μιας νέας ειδωλοποίησης.

Ιδιότυπη είναι και η αυτοπαθητικότητα της νοσταλγίας του ΑΖ. Νοσταλγεί την νοσταλγία. Νοσταλγεί το να νοσταλγεί ως ενέργημα του νου («Δεν νοσταλγώ από την Ευρώπη παρά μόνο την νοσταλγία που είχα για τον τόπο μου.» σελ. 34). Στην πραγματικότητα ο Ζέρβας, είτε στην Φλάνδρα («Πού είναι η γλυκειά Φλάνδρα με τα γεφύρια και τις δέστρες των καναλιών…» σελ. 34) είτε στην Αθήνα, νοσταλγεί την Ευρωπαϊκή γνώση, αυτήν που του έμαθε να στοχάζεται τον Αλκιβιάδη τόσο αιρετικά, αυτήν που του έμαθε το σεξουαλικό τρίγωνο από την αρχή. Κάπου ανάμεσα στον τόπο του παππού του, την Γαλλία, την Φλάνδρα και την Αθήνα ο ΑΖ παρ-εκ-τοπίζεται, δίδεται και αρνείται να δοθεί.

Όπως υπονοήσαμε, για τον Ζέρβα η Ιστορία είναι πάνω απ’ όλα η καταγραφή και μάλιστα η απογραφή της κτητικότητας των σχέσεων και των παραγομένων νοημάτων. Για αυτό και θέτει των εαυτό του εκτός ιστού προσπαθώντας να συμπαρασύρει –έστω και κατά τύχην– το αντικείμενο του πόθου του, το οποίο όμως αποκηρύσσει την εντιμότητα και ενδύεται την θεατρικότητα. Στο τέλος της παράστασης η γυναίκα γίνεται αρχαϊκός κούρος –μοσχοφόρος, το αντίθετό της και συνάμα αναγκαίο συμπλήρωμά της («Την έβλεπα νά’ ρχεται από μακριά προς το μέρος μου, / όλο μπούκλες με το χαρωπό μειδίαμα του αρχαίου νεανία που βαδίζει κατά πρόσωπο» σελ. 38). Ο μοσχοφόρος είναι και αυτός μια ετερότροπη έκφραση ή, ίσως, και γνωστική απορροή του αλκιβιαδικού ωραίου τίποτε, μορφή και έκφραση δίχως περιεχόμενο, ή τουλάχιστον με περιεχόμενο εύπλαστο και αείρροο. Ο Μοσχοφόρος αναιρεί τον ανοικονόμητο ύμνο της ζερβικής αντεστραμμένης νεο-κασσιανής σημαίνοντας την πραγματική διφυία του σαρκικού έρωτα και την αέναη εισχώρηση του θανάτου («κουβαλώντας στους ώμους το μοσχαράκι μια θανατερή αγωνία όλη η μούρη του» σελ. 38). Όμως, ο Μοσχοφόρος δεν “είναι” ο ίδιος θάνατος διότι ακριβώς αρνείται να είναι οτιδήποτε άλλο παρεκτός μειδίαμα και μορφή. Ταυτόχρονα –και τούτο τεκμαίρεται από τη Στάση Λυσσιατρείου δίχως ποτέ καν να υπονοείται– ο Μοσχοφόρος προοδοποιεί την έλευση του Αλκιβιάδη. Ο Μοσχοφόρος, ως ο πρώτος εικονογραφικός τύπος ο οποίος, καινοτομώντας σε σημαντικό βαθμό, αναδύεται απαλλαγμένος από πλειάδα ανατολικών επιρροών, συνιστά το σημείο της εκτύλιξης του Ελληνικού πνεύματος όπου το ελληνικό πνεύμα συνειδητοποιεί και εννοεί τον εαυτό του.

Ιστορία, νόημα, ποίηση του Αιγαίου («τους νέους τουριστικούς προορισμούς τύπου ‘Οξώπετρα’» σελ. 28) και καλόβολες μορφές διαλόγου οι εχθροί του Ζέρβα. Για τον Ζέρβα η ήττα είναι ανέκκλητη επειδή ακριβώς λύτρωση και ιστορία είναι ασύμβατες («Σκέπτομαι…τους λυρικούς οντολόγους των ηττημένων ξημερωμάτων» σελ. 28). Σε αυτό το σημείο ο λόγος του ΑΖ έχει, ίσως ανεπίγνωστα, κάτι από την μαχαίρα του Ευαγγελίου: γίνεται οικειοθελώς εκείνος ο άνθρωπος που δεν έχει που την κεφαλή κλίναι. Άλλοτε ληστής και άλλοτε Δον Κιχώτης, συχνά -απλά και μόνο- περιφρονητής τους. Δεν διστάζει μάλιστα να αντιγράψει το παιχνίδι τους και αλλάζοντας αδιάκοπα μάσκες να χρησιμοποιήσει παλαίσματα πονηρά και επιδέξια για να ξεφύγει από το παιχνίδι των ρόλων. Η λύτρωση, αν υπάρχει, και στον βαθμό που μπορεί να υπάρξει στην ενθαδικότητα, βρίσκεται στο σύμβολο.

Δεν προτίθεμαι να αποκαλύψω στον αναγνώστη πού βρίσκεται η παράλειψη, ποιο κρυφό τέχνασμα ή στρατήγημα αποτελεί την μεγάλη ποιητική οπτική απάτη στο έργο του ΑΖ. Έτσι, θα υποτιμούσα τον αναγνώστη. Θα μιλήσω όμως για τη μεγάλη εντιμότητα του έργου. Μόλις ξεμπερδέψει με το κομμάτιασμα του παρελθόντος κομματιάζει και το παρόν, με μια εικονοκλαστικότητα μανιασμένη.

Το τουφέκι του δίνει το έναυσμα για να στοχαστεί την χρήση και την αχρηστία της παράδοσης. Οι τυφεκιοφόροι πρόγονοί του τον ρίχνουν στην ηθελημένα χολερική μελαγχολία, την οποία μαστορικά παρ-ονομάζει θλίψη.

Παράλληλα με τον ιστορικό και προσωπικό του στοχασμό, ο Ζέρβας επιζητεί μανιωδώς να ξεθεμελιώσει το αφήγημα της προόδου, όχι ως συνειδητή φιλοσοφική επιλογή αλλά ως νανούρισμα που κοιμίζει τις αισθήσεις και την σκέψη, ως μονόδρομο σκέψης, ειδωλοποίηση και ύπουλη απολυτοποίηση του ευλόγου και του αυτονοήτου. Ο τρόπος τον οποίο επιλέγει ο ΑΖ για να αρθρώσει αυτή την –οιονεί δαιμονιώδη– του αντίθεση στο ψευδεπίγραφο αφήγημα της προόδου (υπό τις προϋποθέσεις που αναφέραμε), το οποίο δίχως να είναι χαϊντεγγεριανό καθ’ εαυτό έχει σαφείς χαϊντεγγεριανές καταβολές, είναι ο εξής: ο Λόγος υλοποιείται («Υγεία και αναπαραγωγή του υλοποιημένου Λόγου, η μόνη και μοναδική πραγματικότητα για όποιον είναι ρεαλιστής» σελ.55). Ο Λόγος, ως αρχή κίνησης, ως αρχή των πραγμάτων εν γένει και αναλογία, σε κάθε περίπτωση όχι ύλη, δεν είναι επιδεκτικός καμίας υλοποίησης ή άλλης μετα-ποίησης· δεν οικειώνεται πλήρως αλλά βέβαια αναγνωρίζει την βασιλεία της αναγκαιότητας. Κυρίως όμως, ο Λόγος δεν μπορεί να προσαρτηθεί από το αντικείμενό του ή στο αντικείμενό του, διότι τότε αυτοαναιρείται ως Λόγος. Ο Λόγος, ο οποίος στερείται υπερβατικότητας, γίνεται μια αντεστραμμένη θεολογία («Υλοποιούμε τον Λόγο που φέρνει την ανάπαυση του κόσμου μέσα στον κόσμο» σελ. 55). Η ανάπαυση του κόσμου από υπερβατική αρχή καμπυλώνεται και εγκλείεται μέσα στην Ιστορία και το νόημα.

Γνήσιος απόγονος μιας άλλης ανέστιας μορφής στην Ευρωπαϊκή λογοτεχνία, του Ernst Jünger, ο Ζέρβας εμμέσως αναγνωρίζει ότι η σύγχρονη πρόοδος βασίζεται στον αποκλεισμό του υλικού και του πνευματικού κινδύνου· το Ευαγγέλιο χωρίς την συμβολική του σπάθη είναι ένα ακίνδυνο ευαγγέλιο. Στην αρχή του ταξιδιού του ξεριζώματος από τόπο, χρόνο, Ιστορία –και πριν αυτό προσλάβει την ριζικότερη μορφή του– του μένουν οι λέξεις. Ο ΑΖ τους παραδίδεται και του παραδίδονται («Μάζευα λέξεις. Τις τόκιζα, τις έπαιζα, τις αντάλλαζα με την οπισθοβουλία του διάφορου. Σαν δαιμόνιος Ρωμαίος τραπεζίτης, ποσώς δεν μ’ ένοιαζε αν τσίριζαν» σελ. 59). Όπως ο πλούσιος φίλος του που ήξερε να είναι πλούσιος και πέθανε μεταξύ δύο καλλονών, έτσι και ο Ζέρβας μαθαίνει και φρονεί ότι γνωρίζει πώς να είναι ένας Ρωμαίος/Ρωμιός τραπεζίτης των λέξεων. Υποτάσσεται στις λέξεις όχι γιατί δεν έχει άλλη επιλογή αλλά γιατί του αποδίδουν, η οντολογική δεσποτεία της γλώσσας επί του ομιλητή αρχικά του διαφεύγει εντελώς και φρονώ πώς αυτή είναι η κρυφή δύναμή που οδηγεί στο ξεκοίλιασμα του θησαυρού. Η αυθεντικότητα της γλώσσας η οποία δεν αποδέχεται την συσσώρευση που πάει να της επιβάλλει ο Ρωμαίος τραπεζίτης των λέξεων, ο Αντώνης Ζέρβας, ξεκοιλιάζει το «απαραμύθητο» μασούρι του. Τί πάει να πει όμως ότι το μασούρι του είναι «απαραμύθητο»; Ας αποτολμήσουμε ένα ερμηνευτικό άλμα. Το ίδιο έχει στερηθεί την παραμυθία αλλά ταυτόχρονα στερεί την ουσιαστικότερη παραμυθία από τον τραπεζίτη-συσσωρευτή του μασουριού, ο οποίος δεν έχει βρει ακόμη τον κατάλληλο μύθο και παραμένει, μάλλον ανεπίγνωστα στο συγκεκριμένο στάδιο, εντελώς έκθετος όχι μόνο στην αδήριτη –και εν τέλει ευεργετική– δεσποτεία της γλώσσας αλλά και στις ιδιοτροπίες και τα καπρίτσια των λέξεων.

Μέχρι που η έλευση της ιερο-συμβολικής Βγενουσάν να τον υποχρεώσει να το ξεμάθει και αυτό. Η Βγενουσάν προεικονίζεται και προτυπώνεται στην σαρκική αντι-Κασσιανή του ΑΖ και όμως την υπερβαίνει. Αγία και πόρνη η Βγενουσάν, αλλά όχι με τον οικείο τρόπου που ήδη γνωρίζουμε από την Ευαγγελική διήγηση, την θεολογία ή την θρησκειολογική έρευνα. Συνειδητά ο ΑΖ μάς αρνείται την άμοχθη οικειοποίηση του έργου του, την αυτόματη μετατροπή του σφριγηλού Ελληνικού του στίχου σε νόημα και Ιστορία. Η Βγενουσάν είναι η ιέρεια του ξεριζώματος και της Εξόδου. Είναι το βόλι και επομένως η αιτία της αρρώστιας όμως, μέσα από μία ακόμη παρ-ετυμολόγηση, είναι ταυτόχρονα η βολίδα της βολιδο-σκόπησης, η οποία οδηγεί στην γνώση. Και όμως, ως ‘ετοιμόσφαχτη’, είναι απολύτως και ριζικά αθώα («Ποικίλη σαν την αλήθεια. /Απαίσια, γυναίκα ιερή, αποτρόπαιη. Ετοιμόσφαχτη» σελ. 72).

Στο Δέκατο Τέταρτο [Λόγο;] η κριτική του του ΑΖ στον σύγχρονο πολιτισμό κορυφώνεται: δίχως χάρη ολισθαίνουν οι αξίες σε αξίες (εμπορικής μάλλον) τραπέζης («Αξίες, αξίες/ τί σχέση έχουν οι αξίες με την χάρη;/Πώς να σκεφθείς με τις αξίες στο στόμα; […] Αξίες ίσον περιουσία, ίσον ευμάρεια, ίσον αξία ζωής» σελ. 75). Δεν χρειάζεται να εννοήσουμε όρους όπως ‘περιουσία’ και ‘ευμάρεια’ με μία καθαρά υλική έννοια· πολύ πιο ‘επικίνδυνη’ –και επομένως ωφέλιμη– θα ήταν μια πνευματική τους ερμηνεία. Οι αξίες, ως εκφάνσεις και όψεις του αυτονοήτου, δημιουργούν μια ασφάλεια, μια περι-ουσία που καθιστά κάθε αυτό-ξερίζωμα εκ προοιμίου αδύνατον.

Ο ΑΖ συνταξιούχος πια επιστρέφει στον γενέθλιο τόπο, ξεριζωμένος και όμως όχι ξεριζωμένος. Όπως ο φον Άσενμπαχ στο Θάνατο στην Βενετία, ο Ζέρβας επιτρέπει στον εαυτό του μια τελευταία παραμυθία, την πεποίθηση ότι έχει εκπληρώσει τον αισθητικό του στόχο, όταν έχει πετύχει κάτι πολύ περισσότερο και συνάμα πολύ λιγότερο. Δεν είναι ξεκάθαρο αν ο ιδιόρρυθμος αυτός ξένος ριζώνει ακόμη σε κάποια αντίληψη της οικογένειας· το πιθανότερο είναι πώς όχι. Είναι όμως ξεκάθαρο ότι εκδιαιτώμενος, αλλάζοντας και εκβάλλοντας έξεις, έχει ρίξει τα θεμέλια ενός νέου εκδιαιτήματος, δηλαδή ενός νέου οίκου, οικητηρίου τόπου. Διπλά προδομένος ως προς τον σκοπό του –τόσο από την ακάθεκτη ενόρμηση της γλώσσας προς το οικοδομείν όσο και από την αέναα ιστο-πλόκο αλληγορία– αλλά δικαιωμένος ως auctor (δηλαδή ως αυξητής), ο ΑΖ γίνεται ενάντια στην θέλησή του ένας μητάτωρ και μήνσωρ –στρατιωτικός δηλαδή χωρομέτρης που χαράσσει όρια του ‘απλήκτου’, ήτοι του στρατιωτικού καταλύματος εν εκστρατεία– ενός νέου χώρου, μιας νέας οικίας.

Το νέο εκδιαίτημα ορίζεται από τη μία πλευρά από τον Αλκιβιάδη και το ωραίο του τίποτε, όπως αυτό προεικονίζεται στο μειδίαμα του Μοσχοφόρου. Και από την άλλη, από την ετοιμόσφαχτη Βγενουσάν που πληροί και κορυφώνει την προεικόνισή της στη μορφή της Αντι-Κασιανής. Έτσι, ο Ζέρβας, ως μήνσωρ και μητάτωρ προετοιμάζει το έδαφος για την οικοδόμηση ενός νέου εκδιαιτήματος που θεμελιώνεται στην λοξή ματιά στην παράδοση. Αυτή ακριβώς η λοξή ματιά στην παράδοση είναι το υψηλότερο επίτευγμα της Στάσης Λυσσιατρείου.

Είναι αδύνατον να κατανοήσουμε την πρόσφατη εξέλιξη της ποιητικής του Αντώνη Ζέρβα χωρίς να λάβουμε υπόψη την θεατρικότητά του. Σε αντίθεση με τους Διαλόγους με τον Αρχίλοχο, οι οποίοι διαπνέονται από μια τω όντι διαλογική αρχή, η Στάση Λυσσιατρείου είναι –μεταξύ άλλων– ένας δραματικός μονόλογος. Η θεατρικότητα είναι μια τροπικότητα που επιτρέπει στον ΑΖ να εκτίθεται στο βλέμμα του κοινού του, δίχως όμως να επιτρέπει την οικείωσή του από αυτό. Αν θα επιθυμούσαμε να κατατάξουμε ειδολογικά με κάποια τόλμη το παρόν έργο του Ζέρβα θα λέγαμε ότι είναι μια σύγχρονη λυρική μυθιστορία. Οι όροι αυτοί, όμως, δεν λένε τίποτε το αξιόλογο χωρίς διευκρινίσεις. Σύγχρονη όχι διότι γράφτηκε πρόσφατα, αλλά επειδή ενσωματώνει την ύστερη νεωτερικότητα, δηλαδή και τον προμνημονευθέντα παρ-εκ-τοπισμό, ως δημιουργική αρχή και ενεργό στοιχείο, το οποίο μανιωδώς αντιπαλεύει. Λυρική όχι μόνο διότι αναπτύσσει το λυρικό εγώ αλλά κυρίως διότι πάει να οικοδομήσει ένα νέο ποιητικό ιδίωμα για να ‘στεγάσει’ τις ανάγκες του. Και μυθιστορία, διότι επιτρέπει στον ήρωα, ο οποίος αφήνοντας πίσω την πνευματική του εστία ξεριζώνεται και εκτοπίζεται από δυνάμεις ασύλληπτες, να επιστρέψει σε μια νέα εστία, σε ένα νέο εκδιαίτημα, στην έγερση του οποίου είχε πρωτεύοντα ρόλο το ‘εγώ’ του λυρικού λόγου.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφίες:  Ken Schles. Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.] 

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly