frear

Ξέχασε τώρα το Καπέσοβο – του Ευθύμιου Λέντζα

«Είκοσι ευρώ παππού∙ τι λες; Θα σε κάνω ευτυχισμένο. Να, εδώ θα γίνει η δουλειά», κι έδειξε με το χέρι τις τουαλέτες έξω απ’ το σταθμό.

Ο γέρος δεν έριξε το βλέμμα του, μονάχα χάζευε τον πίνακα με τα δρομολόγια. Έβρεχε.

Ένας μαύρος άντρας γεμάτος σκοτάδι κι ο σκύλος του σ’ ένα κρεβάτι από χαρτόνια, κουλουριασμένοι κάτω απ’ το υπόστεγο. Ο τύπος με τη στολή και το ραμμένο όνομα στο πέτο: «Φύγε από δω βρομιάρη». Ο μαύρος δίπλωσε ευλαβικά τα χαρτόνια, σκεπάζοντας τον σκύλο που ακολουθούσε. Ο γέρος έκανε νεύμα στον άνθρωπο με το σκύλο. Ο τύπος με τη στολή έπινε ζεστό καφέ.

Τα μπούτια της γυναίκας άστραφταν κάτω απ’ το φθηνό καλσόν -το έλεγε ακόμα το σώμα της.

Είχε κόκκινα σαρκώδη χείλια, όχι ψεύτικα φουσκωμένα, μα τραγανά σαν κεράσια. Οι μπότες γδαρμένες, λασπωμένες, μυρωδιά από λάσπη. Κλειστός λαιμός, ψηλός σαν από κύκνο. Στα στήθη της σκόρπιες ελιές. Ένα ψεύτικο στολίδι κρεμασμένο –το γράμμα Ρ σαν εκκρεμές– δεμένη με τη Ρουμανία, να μη ξεχάσει, μη χάσει το δρόμο για την επιστροφή. Ο χειμώνας πέφτει βαρύς στην Κλουζ Ναπόκα. Η Tarnita λες και θα σε καταπιεί στα γυάλινα σπλάχνα της. Τα κύτταρα γίνονται ένα με το νερό καθώς η λίμνη χύνεται απ’ τις άκρες των ματιών.

«Άντε παππού και θα σε κάνω ευτυχισμένο», επανέλαβε δυο-τρεις φορές.

Ο γέρος, άλλο δεν έκανε από το να κοιτάει τα δρομολόγια: Αθήνα, Λάρισα, Παλαιοφάρσαλα, Θεσσαλονίκη, Αλεξανδρούπολη, οι τόποι άνοιγαν, στρογγύλευαν, γίνονταν τόποι-τόπι. Ο άντρας με τη στολή κάπνιζε κι έφτυνε στο διάκενο. Κάπου –κάπου ακούγονταν ο σκύλος– το γάβγισμα μπερδεύονταν στον άνεμο.

Κόσμος μπαινόβγαινε με τις βαλίτσες στα χέρια. Μετρούσε τις αγκαλιές, μετρούσε τα φιλιά, μετρούσε τα δάκρυα. Κοντά στο ύψος της καρδιάς τον χτύπαγαν τα μάτια. Έπαιζε το πόδι στο πάτωμα∙ βαριά και με ρυθμό. Το στήθος γέμιζε βουνό.

«Ω, ρε, στο Κάιρο αρρώστησα, στα Γιάννενα θα γιάνω…», οι λέξεις έβγαιναν σαν πεύκα- χορεύανε στα δόντια. Όλο το στόμα μια πλαγιά: δάση, νερά, κουκουνάρια, πέτρα και μέλισσες. Το τσίπουρο στα Κάτω Πεδινά, το καφενείο στην πλατεία κι η Βαγγελιώ είκοσι χρόνια φευγάτη. Να καίει το λάδι στο τηγάνι, να σπάνε καρύδια και να μοιράζουν αγγίγματα.

«Έχεις πάει στο Καπέσοβο;». Τώρα την κάρφωνε στα μάτια. Οι ρυτίδες στο μέτωπο άνοιγαν σαν πεταλούδες κι έκλειναν όπως τα νυχτολούλουδα.

«Ξέχασε τώρα το Καπέσοβο. Θες να σε κάνω ευτυχισμένο; Είκοσι ευρώ παππού». Έδειξε με το κεφάλι πάλι τις τουαλέτες. Να γίνει η λεκάνη σταυρός∙ σταυρός και δρόμος.

Πρώτη σηκώθηκε η γυναίκα. Δύο λεπτά αργότερα ακολούθησε κι ο γέρος. Ο σταθμός άδειαζε. Ο καθαριστής σφουγγάριζε το πάτωμα. Λιγοστοί ταξιτζήδες, λουφασμένοι στα καθίσματά τους. Τώρα το χώμα ξέρναγε την ανάσα του, γεμάτη κουτσουλιά.

Στο πάρκο, την περίμενε ένα πεντάχρονο κορίτσι. Αγοράσανε γαριδάκια και μια μεγάλη σοκολάτα με αμύγδαλα. Η μικρή έγλειφε αλουμινόχαρτο και δάχτυλα. Η γυναίκα έδειχνε τόσο ευτυχισμένη. «Λίγο ακόμα κι επιστρέφουμε», συλλογιόταν. Ο σκύλος εμφανίστηκε πίσω απ’ τους θάμνους. Η μικρή τον πήρε στην αγκαλιά της. Κούφια βήματα∙ ο μαύρος έστριψε στο πρώτο στενό με τα χαρτόνια παραμάσχαλα.

Όταν ο γέρος επέστρεψε στο σπίτι, γέμισε ένα ποτήρι τσίπουρο κι έβαλε τέρμα το κλαρίνο. Έκλαψε, έκλαψε τόσο βαθιά, λες κι άνοιγαν στο στήθος του χαράδρες. Ο Βίκος, ο Βοϊδομάτης, το μπαλκόνι στο Βραδέτο. «Μπελόη… Μπελόη… σ’ αγναντέω…».

Έτσι πέθανε στην καρέκλα ευτυχισμένος.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: Eric Castanet από την έκθεση Invisibles – Les clochards célestes. Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.] 

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly