frear

Ιάσονας Νικητέας: «Χειμερινά σπαράγματα» – προδημοσίευση

Χριστούγεννα

Κομμένα έλατα ξεψυχούν
σε αυτοσχέδιο διάδρομο
φτύνοντας ότι οξυγόνο τους έχει απομείνει
από τις θύμησες του δάσους που κάποτε ζούσαν.
Ξαπλωμένα ή όρθια ακόμα καμαρώνουν
για το πέρας των δεκαετιών που χάρηκαν στο ψηλό όρος,
από σήμερα θα στολίζουν το σαλόνι σας
για μερικές μέρες
μέχρι να μαραθούν και να πεταχτούν σε κάποια γωνία.
Οι άκρες τους δεν είναι σκληρές μα σκληραίνουν με τον καιρό
ξεραίνονται όσο μένουν απότιστα και σε ζέστη.

Ανολοκλήρωτοι

Νιφάδες χιονιού στο μαύρο του ουρανού
φάνηκαν Οκτώβρη μήνα.
Μα είναι λάθος.
Είναι πολύ νωρίς.
Να πεις στους αστέγους της αγάπης να τρέξουν, να βρουν που θα διανυκτερεύσουν.
Όταν φωλιά δεν έχουν.

Η συνωμοσία της κουζίνας

Λυπημένες στάλες σιωπής κρέμονται στον φούρνο
λιπαρές από το ξόδεμα των αιώνων για να ζεστάνουν χοιρινά στη γάστρα
η κεφαλή όμως είναι η δική σου
με το κόκκινο μήλο στο στόμα
κάποιος πήρε την εκδίκηση του
και κάποιος άλλος είναι ανθρωποφάγος.
Το ψυγείο ίσως.

Δίποδα Εξελίσσημου Είδους

Η μετάβαση σου σε ένα άλλο σημείο συντελείται μέσω ενός τροχοφόρου.
Η εκγύμναση των μυών σου πραγματοποιείται μέσω της χρήσης ενός τροχήλατου.
Η πείνα σου καλύπτεται με δοκιμές χημείας.
Η τελευταία σου διαδρομή θα τελευτεί στον ενταφιασμό σου στο κρεματόριο.
Ο έρωτας μόνον, μέσω δύο ανθρωποειδών, εκείνος θα σε σώσει.
Σταμάτα να λαδώνεις την μηχανή, άσε τον συμπλέκτη ήσυχο, αρκετά συμπλέγματα δεν έχεις ήδη;
Ξεκαρφώνεις τον λεβιέ απορείς αν το φρένο λειτουργεί.
Το αμαξωτό συνεχίζει για την ευθεία του γκρεμού.
Μα δεν τρομάζεις.
Βυθίζεσαι στη θέση του οδηγού και περιμένεις υπομονετικά το τέλος.

Πότε θα σε ξαναδώ;
δεν μου ψιθύρισες στο αυτί.
Το διάβασα σε μια οθόνη μηχανοειδούς.
Τα πιξελς και η μνήμη με πληροφόρησαν πως με θες.
Σου απάντησα, βρεθήκαμε.
Ανεβήκαμε με το αμάξι σου πάνω στον λόφο.
Από εκεί αγναντεύσαμε το χάος.
Αυτή τη φορά, ανακάλεσα, δεν καιγόταν η πόλη, δεν γινόταν κάποια καταστροφή, όλα μοιάζαν ειρηνικά.
Πίσω μας περνούσαν ανθρωποειδή κάνοντας γυμναστική,
μην σκουριάσουν οι ιμάντες.
Ενώ εσύ με κοιτούσες και μαρτυρούσες τον ανομολόγητο έρωτα σου για μένα.
Που χρόνιασε.
Δέχθηκα τα λόγια σου.
Με δρόσισαν.
Σε κοίταξα.
Μα είχα γίνει πια μηχανή.

Λούνα Παρκ

Περίμενες εσύ στα έδρανα χαζεύοντας
την ύλη του μαυροπίνακα
που έμοιαζαν με ιερογλυφικά
κάποιος να σου πετάξει ένα ραβασάκι
που να γράφει «Φεύγουμε τώρα;».
Να μπείτε στο αμάξι για κάποια παραλία
που θα πλατσουρίζατε τα πόδια σας στο κρύο νερό,
ίσως ερωτοτροπούσατε λίγο μιας και η παραλία θα ήταν έρημη.
Αλλά το ραβασάκι δεν ήρθε,
μόνο βλέμματα,
κουβέντες, σκουντήματα,
ένα χάιδεμα στην πλάτη,
ένα μεσημέρι κοιμηθήκατε μαζί,
και ενώ έμοιαζε για μόνιμος κάτοικος,
ήταν ακόμα ένας περαστικός.

Άμλετ

Μια μέρα θα έρθω στα όνειρα σου.
Θα με δεις να σου χαμογελώ ξανά
κάτω από τις ομπρέλες.
Θα ξυπνήσεις παράξενα.
Θα βάλεις τον καφέ σου
και θα ανάψεις το πρώτο τσιγάρο της μέρας,
θα πάρεις μια τζούρα και θα ανοίξεις το κινητό σου,
να βάλεις μια πλεϊλιστ να παίζει.
Τότε θα δεις μια φωτογραφία που θα σου έχουν
κοινοποιήσει οι φίλες σου’
θα είμαι εγώ
να σε χαιρετώ
κουκουλωμένος μέσα σε ένα νάιλον
που θα μου έχουν βάλει οι αρχές.
Δεν θα κολυμπάω,
μήτε θα σου χαμογελάω,
μονάχα θα στέκομαι.
Δίχως αύριο
δίχως τώρα
δίχως χθες.


Προδημοσίευση από τη συλλογή Αστρικά Μικροκλίματα.

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly