frear

Για το βιβλίο «Οι ψυχές φωνάζουν» της Λένας Λόππα – γράφει η Λίλια Τσούβα

Στον Πρωταγόρα του Πλάτωνα βρίσκεται ένας μύθος, που, όπως όλοι οι παλιοί μύθοι, που επέζησαν στους αιώνες, μπορεί να μας διαφωτίσει.

Λέει πως στην αρχή του κόσμου οι άνθρωποι είχαν λάβει τη φωτιά και την τεχνική από τον Προμηθέα. Όμως, ενώ κατείχαν τον λόγο, τη γλώσσα και τη λογική, δεν μπορούσαν να ζήσουν σαν άνθρωποι. Ή εξοντώνονταν από τα ζώα ή συγκεντρώνονταν σε πόλεις. Αλλά εκεί αλληλοσκοτώνονταν. Ο Δίας τους έβγαλε από αυτή την κατάσταση δίνοντάς τους την Αιδώ και τη Δίκη, αχώριστες μεταξύ τους, αφού η μία δημιουργούσε τον σεβασμό για την άλλη.

Η Αιδώς είναι η ενστικτώδης αίσθηση για το τι πρέπει να κάνουμε ώστε να φανούμε αντάξιοι του βλέμματος του άλλου. Είναι η ιδέα ότι κάθε ανθρώπινη ομάδα υφίσταται μόνον εάν αναγνωρίσει συνειδητά το χρέος της προς τη συλλογικότητα, αυτούς που υπήρξαν πριν από εμάς και αυτούς που θα έρθουν μετά.

Με αυτά τα λόγια η γαλλίδα εκπαιδευτικός και δημοσιογράφος Νατάσα Πολονύ, στο τολμηρό της δοκίμιο Τα χαμένα παιδιά, υποστηρίζει πως «οι πολιτικοί, με τον θαυμασμό στους νέους και την πίστη τους στο μοντέρνο, οδηγούν στη λατρεία του εφήμερου και υπηρετούν τη χρησιμοθηρική και οικονομίστικη ιδεολογία. Η ιδεολογία αυτή απομακρύνει τους νέους από την πολύτιμη κληρονομιά που συγκροτούσαν τα κλασικά γράμματα, από τη μέριμνα για τη λογική και τη γλώσσα, την επαφή με τα λογοτεχνικά κείμενα και τις αφηγήσεις, τις αξίες, τους κώδικες που δημιούργησαν τον πολιτισμό και μεταδίδονταν από τις παλαιότερες γενιές. Το αποτέλεσμα είναι, υποστηρίζει, οι ελίτ να μην θίγονται, αλλά τα πιο αδύναμα κοινωνικά στρώματα να καταδικάζονται σε πολιτιστική υστέρηση που αποδυναμώνει τη δημοκρατίαi.

Η Ελένη Λόππα, στο βιβλίο Οι ψυχές φωνάζουν, από τις εκδόσεις Ρώμη (2019), αφηγείται μια ιστορία που χάρη στην υπόγεια ειρωνεία της αποτελεί αιχμηρό σχόλιο για την χωρίς Αιδώ και Δίκη εποχή μας. Το έργο αποτελεί πρόκληση για τον αιώνα μας. Έχουμε ένα μυθιστόρημα ιδεών με πρωταγωνιστές πλάσματα αγγελικά που βρίσκονται σε πλήρη αντίθεση με τη δυστοπία της εποχής μας.

Η ματιά είναι ποιητική και νατουραλιστική, ενώ η μεγάλη προσφορά του βιβλίου βρίσκεται στο ότι με τα υλικά της μυθοπλασίας αναζωπυρώνει την εμπιστοσύνη μας προς τον άνθρωπο. Από τη μια παρουσιάζει τη φθορά και την αποσύνθεση. Οι χαρακτήρες εδώ είναι τραγικοί με βασικό τους γνώρισμα την αποκτήνωση (στοιχείο νατουραλιστικό). Από την άλλη, παρουσιάζει την ομορφιά και την καλοσύνη, με χαρακτήρες αγγελικούς, τις μορφές των δύο γυναικών που παίζουν τους βασικούς ρόλους. Αυτές γεννούν αισθήματα ελπίδας για το μέλλον (στοιχείο ρομαντικό), σαν ταφή της άλλης τάξης πραγμάτων. Η αιώνια διαπάλη ανάμεσα στην ομορφιά και το αρχέγονο κακό, είτε αυτό λέγεται θάνατος, είτε πείνα, προδοσία ή φθορά.

Όπως συμβαίνει στην αρχαία τραγωδία, οι ήρωες της Ελένης Λόππα δέχονται την επιρροή του πεπρωμένου. Τυχαία περιστατικά τους χτυπούν και επηρεάζουν τις αποφάσεις τους. Προσπαθούν όμως να πετύχουν παρά τις αντιξοότητες. Οι στόχοι τους έρχονται σε ρήξη με τις πραγματικές τους ανάγκες: το want με το need. Οι πρωταγωνιστές όμως κατά τη διάρκεια της ιστορίας ωριμάζουν και γίνονται καλύτεροι, ενώ ευτυχούν μόνο με την ικανοποίηση των πραγματικών τους αναγκών.

Στο μυθιστόρημα Οι ψυχές φωνάζουν η σύγκρουση προέρχεται από την αντίθεση των πρωταγωνιστών με τις καταστάσεις. Η Ισιδώρα και η Ηλέκτρα, βασικές μορφές του έργου, είναι σπάνιοι χαρακτήρες. Συνδυάζουν εξωτερική και εσωτερική ομορφιά. Συσσωρεύουν καλοσύνη και ανδρεία. Απέναντί τους παρατάσσεται η ασχήμια. Η Ελένη Λόππα επιλέγει να θίξει ζητήματα που αποφεύγουμε να συζητάμε, γιατί ταράζουν τη νηφαλιότητά μας, όπως τα ασυνόδευτα παιδιά του πολέμου, οι άθλιες συνθήκες ζωής των μεταναστών, ο ρατσισμός που βιώνουν, οι εκβιασμοί. Η ανθρωπίστρια μυθιστοριογράφος τάσσεται με την πλευρά των φτωχών και των απόκληρων, όπως ακριβώς και στο προηγούμενο μυθιστόρημά της «Η ζωή είναι αλλού;» και προσπαθεί να ευαισθητοποιήσει, να αφυπνίσει.

Το έργο είναι γροθιά στο στομάχι. Για κεντρικό του θέμα έχει τους αζήτητους νεκρούς. Θέμα άγνωστο στους πολλούς. Και στην αρχή, έχουμε μια νέκυια. Γοητεύουν οι πρώτες σελίδες με τις ομολογίες των ψυχών που ζητούν δικαίωση. Στη συνέχεια, συνδυάζοντας τη λογοτεχνία και τη δημοσιογραφία, η Ελένη Λόππα γράφει ένα μυθιστόρημα – μελέτη για τον θάνατο και το φθαρτό, για τη ζωή και την ουσία. Υποστηρίζει το δικαίωμα των νεκρών στην αξιοπρεπή ταφή. Η Αντιγόνη, αιώνες πριν, διεκδίκησε το ίδιο δικαίωμα για τον αδελφό της, μέσω του τραγικού ποιητή Σοφοκλή.

Το έργο συνομιλεί με τη μουσική και τον κινηματογράφο, με την αρχιτεκτονική και το θέατρο. Άλλοτε προσεγγίζει τη μελέτη, το ρεπορτάζ και άλλοτε το ταξιδιωτικό δοκίμιο. Τα δημοσιογραφικά ντοκουμέντα, αλλά και οι διάσπαρτες πληροφορίες για τόπους, μουσεία, τέχνη, διεγείρουν το ενδιαφέρον του αναγνώστη, ο οποίος βγαίνει πιο πλούσιος πνευματικά μετά την ανάγνωση. Το κείμενο δεν πλατειάζει ούτε μια στιγμή. Αντίθετα· ο δέκτης εμπλέκεται συναισθηματικά. Η περιέργειά του εξάπτεται, ενώ ταυτόχρονα ενεργοποιείται το κέντρο του καλού. Δημιουργείται ενδιαφέρον για τις θετικές πλευρές της ζωής, τον πυρήνα του καλού.

Η Ελένη Λόππα χρησιμοποιεί πολλές τεχνικές. Χρησιμοποιεί την τεχνική της διακειμενικότητας και της αυτοαναφορικότητας, στοιχείο μεταμοντέρνο. Χρησιμοποιεί στοιχεία ρομαντικά, όπως τους αγγέλους και τη μεταφυσική. Αλλά χρησιμοποιεί και στοιχεία φροϋδικά, όπως είναι τα όνειρα.

Η σύγκρουση, κατά την πλοκή, έχει ως βάση της τη διαλεκτική, τον αρχαίο Ηρακλείτειο νόμο, «πόλεμος πατήρ πάντων εστίν», την αρχή του παντός. Συγκρούονται δύο αντίθετοι κόσμοι: ο θάνατος από τη μια και η ζωή από την άλλη. Τη ζωή η συγγραφέας τη συνοδεύει με τη γαστρονομία, την οινική απόλαυση, τη φύση, την αγάπη των ζώων, το ζείδωρο νεράκι του έρωτα.

Το έργο κατακλύζεται από ανθρωπιστικά ιδανικά. Η διαδικασία της λογοτεχνικής γραφής παραλληλίζεται με τη δημοσιογραφία, γραφή και αυτή. Υπό τους ήχους της κλασικής μουσικής ή της μουσικής μπαρόκ ο αναγνώστης βαδίζει στο κέντρο του Παρισιού και στο Λονδίνο, περπατάει στους δρόμους της Αθήνας.

Τα κεφάλαια δεν έχουν τίτλους. Εισάγονται με στίχους ποιητών, οι οποίοι συμβάλλουν στην πλοκή και προϊδεάζουν για την εξέλιξη. Μια ολόκληρη ποιητική ανθολογία ενσωματώνεται στο έργο.

Με αφορμή τον στίχο του Ελύτη, «Μόνο μια λάμψη ο άνθρωπος, κι αν είδες, είδες», και με τη φράση «Οι ψυχές φωνάζουν», από την Τρικυμία του Σαίξπηρ, η Ελένη Λόππα μας ξεναγεί στον μυθιστορηματικό της κόσμο που δεν είναι παρά αντανάκλαση της ιδεολογίας της. Η Λένα Λόππα διαθέτει καθολική παιδεία σπάνια στους καιρούς μας. Ανήκει στους πεπαιδευμένους μιας άλλης εποχής. Γι’ αυτό και οι ήρωές της έχουν αρχοντιά, έχουν φινέτσα. Αποτελούν αντανάκλαση της προσωπικότητάς της.

Οι βιβλικές περιγραφές, η εκκλησιαστική γλώσσα, η ηθογραφία, η λαογραφία, η άρρηκτη σχέση των ανθρώπων με το περιβάλλον, όλα ενσωματώνονται με την προσήκουσα κομψότητα και σοφία στο έργο, κατά το «εικός και το αναγκαίον». «Κάθε συναίσθημα, κάθε σκέψη, καθετί είναι κατάλληλο για μυθιστορία», γράφει η Βιρτζίνια Γούλφ. Και η Λένα Λόππα, που προτάσσει επίτηδες τα λόγια αυτά στην αρχή του έργου, τα εφαρμόζει στο έπακρο. Δημιουργεί μυθιστορία και σασπένς από τα πιο απλά στοιχεία. Αυτό είναι και το συγγραφικό της μεγαλείο.

Κρατώντας στα χέρια της τα χρώματα της συγγραφικής πένας, η Λένα Λόππα ζωγραφίζει με τα πινέλα της γενναιοδωρίας και της ανιδιοτέλειας, της ανθρωπιάς και της αγάπης, της αλληλεγγύης. «Την ευτυχία τη γνώρισα στο δόσιμο», έγραψε κάποτε ο Κώστας Βάρναλης. Γι΄ αυτό και το μυθιστόρημα της Λένας Λόππα, Οι ψυχές φωνάζουν, γίνεται ήλιος ικανός να ζεστάνει τη χειμωνιάτικη εποχή μας, την παγωμένη από τη βία και την αποξένωση, την εωσφορική – συχνά – απανθρωπιά και τους πολέμους. Ο ερωτισμός που το διαπνέει, έρχεται σαν το φρέσκο αεράκι να τινάξει απαλά από τις σελίδες τη σκόνη του θανάτου, που αποτελεί και την κεντρική του θεματική.

Το τέλος αφήνεται ανοιχτό. Απόρροια της ρευστότητας της μετανεωτερικής εποχής στην πεζογραφία το ανοιχτό τέλος. Χρησιμοποιείται συνειδητά, προκειμένου να στρέψει το ενδιαφέρον σε ζητήματα θεματολογίας και πλοκής. Η ασαφής έκβαση ενσωματώνει το «πανταχόθεν τίποτε» της εποχής μας και προσεγγίζει την πραγματικότητα με βάση την αρχή της απροσδιοριστίας.

Όμως η συγγραφέας έχει ήδη αναδείξει στην πλοκή – και με πληρότητα – αυτά που επιθυμούσε. Ο αναγνώστης προβληματίστηκε για θέματα ανθρώπινα. Έζησε τις αγωνίες των πρωταγωνιστών. Περπάτησε μαζί τους στις πρωτεύουσες της Ευρώπης. Τελικά ξεκουράστηκε στην πλατεία του χωριού πίνοντας τον ελληνικό του καφέ.

Με τη συνοδεία ενός γλυκού του κουταλιού η Ελένη Λόππα, στο μυθιστόρημά της Οι ψυχές φωνάζουν πήρε με μαεστρία τον πόνο από τα τραγικά της ζωής και παρηγόρησε τον αναγνώστη γλυκά για τον έρωτα και τα πάθη του.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: Sabine Weiss. Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.]

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly