frear

Ο Αρχιμάστορας Σόλνες του Ίψεν στο Θέατρο Ιλίσσια – γράφει η Ανθούλα Δανιήλ Στο θέατρο Ιλίσσια

Ο Ίψεν γεννήθηκε στο Σην της Νορβηγίας το 1828 και πέθανε στο Όσλο το 1906. Η παιδική του ηλικία σημαδεύτηκε από οικονομική καταστροφή του πατέρα του, γεγονός που υποχρέωσε την οικογένεια να φύγει από το Σην και να αναζητήσει καλύτερη τύχη σε άλλη πόλη. Το γεγονός αυτό έκανε τον εσωστρεφή νεαρό να κλειστεί ακόμα περισσότερο στον εαυτό του λόγω της νοσταλγίας που είχε για το σπίτι των παιδικών του χρόνων. Το 1889 γνώρισε μια νεαρή κοπέλα από το Μόναχο, η οποία ερχόταν συχνά στο σπίτι του, πράγμα που ενοχλούσε τη σύζυγό και έπειτα μια δεκαοχτάχρονη από τη Βιέννη, την οποία αποκαλούσε «μαγιάτικο ήλιο στον Σεπτέμβρη της ζωής του». Από μία υπηρέτρια απέκτησε ένα εξώγαμο παιδί το οποίο αναγνώρισε αλλά ποτέ δεν γνώρισε.

Ο Ίψεν έγινε γνωστός για τον «ιψενισμό» του, όπως αποκάλεσε ο Μπέρναρντ Σόου την κοινωνική κριτική που άσκησε με τα έργα του. Ωστόσο, αναγνωρίστηκε ως ο δημιουργός του σύγχρονου δραματικού θεάτρου πρόζας και επαινέθηκε για την ψυχολογική διείσδυση στον ανθρώπινο χαρακτήρα και την ποιητική γλώσσα του.

Από τα παραπάνω βιογραφικά στοιχεία, η απώλεια του σπιτιού και οι σχέσεις με τις νεαρές κοπέλες που εμφανίζονται στον Αρχιμάστορα Σόλνες, έργο του 1892, δικαιολογούν τον χαρακτηρισμό του έργου ως αυτοβιογραφικού. Κοντά σ’ αυτά, στο έργο διαγράφεται καθαρά ο αυταρχισμός του αλλά και η εσωτερική του πάλη με την προσκόλληση στην κορυφή και την ακόρεστη επιθυμία για δόξα.

Ο Σόλνες είναι καταξιωμένος Αρχιμάστορας, χωρίς ειδικό πτυχίο, έχει κάνει πολλά ψηλά κτήρια, έχει φτάσει στον Θεό, αλλά λόγω υψοφοβίας φτιάχνει πλέον σπίτια για κανονικούς ανθρώπους. Τελευταία φορά που ανέβηκε ψηλά να κρεμάσει στον πύργο το στεφάνι, όπως είναι το έθιμο, ήταν πριν πολλά χρόνια.

Στο γραφείο του έχει έναν νεαρό αρχιτέκτονα, πολύ άξιο και ταλαντούχο, ο οποίος κάνει όλη τη δύσκολη και απαραίτητη δουλειά. Η μνηστή του νεαρού, η Κάγια είναι γραμματέας του, με τη οποία όμως ερωτοτροπεί, λέγοντας σε εκείνην πως δεν θέλει ο μνηστήρας της να φύγει από τη δουλειά του για να μην πάρει και εκείνη μαζί του, σε εκείνον λέει πως τον θέλει κοντά του επειδή έχει ανάγκη τις υπηρεσίες του. Ποια είναι η αλήθεια κανείς δεν ξέρει και η Κυρία Σόλνες ενοχλείται και το δείχνει. Έτσι, ο Σολνες κρατάει δέσμιο τον νεαρό αρχιτέκτονα κάτω από τη βαριά σκιά του και τον εμποδίζει να αναδείξει την αξία του, τελείως εγωιστικά. Ξαφνικά εισβάλλει στη ζωή του μια άλλη νεαρή, την οποία είχε φιλήσει όταν ήταν δεκατριών ετών και της είχε υποσχεθεί ότι θα είναι η πριγκίπισσά του και θα της χτίσει έναν πύργο. Εκείνη, σαν σταλμένη από τη μοίρα, θα λειτουργήσει ως καταλύτης για την ανάδειξη του νεαρού, η μνηστή όμως θα τον εγκαταλείψει κι εκείνος κυνικά θα ερωτροπήσει με τη μικρή. Ο Σόλνες τους βλέπει, δεν λέει τίποτα, δείχνει να συμμερίζεται τον ενθουσιασμό της μικρής, για ό,τι της έχει υποσχεθεί, δίνει επαινετική επιστολή για τον νεαρό βοηθό, ανοίγοντάς του, επιτέλους, τον δρόμο για την επιτυχία, και αποφασίζει να ανεβεί να κρεμάσει στο ψηλό πύργο ο ίδιος το στεφάνι παρά τις απαγορεύσεις του γιατρού και τις ικεσίες της συζύγου του. Ανεβαίνει, εισπράττει όλο τον θαυμασμό και πέφτει και γκρεμίζεται.

Ο Ίψεν σ’ αυτό το έργο θέτει πολλά θέματα όπως: Είναι δυνατόν όταν κάτι το επιθυμείς πολύ να προκαλέσεις τη δημιουργία του; Είναι ένοχος επειδή είχε δει τη ρωγμή στο τζάκι του πατρικού σπιτιού της συζύγου του αλλά δεν έκανε τίποτα και το σπίτι κάηκε ολοσχερώς. Εκεί που κάηκε το σπίτι φύτρωσαν τα σπίτια που έχτισε. Έχει τύψεις γι’ αυτό το ανομολόγητο αμάρτημα;

Η σύζυγός του δεν θα παρηγορηθεί ποτέ από την απώλεια του πατρικού σπιτιού. Την απώλεια των παιδιών την αποδίδει στο «θέλημα του Θεού». Θρηνεί όμως για τα πορτρέτα των προγόνων της, τα μεταξωτά φορέματα και τα κοσμήματα της μητέρας της και τις δικές της κούκλες που ήταν «ζωντανές» και μιλούσε μαζί τους. Στο ζήτημα τι αξιολογείται ως σπουδαιότερο, το σπίτι ή τα παιδιά, μια απάντηση ίσως είναι ότι για να ξεχάσει μια μεγάλη απώλεια δίνει σημασία σε άλλες μικρότερες, ή ότι θρηνεί για σπίτι και τα τιμαλφή του γιατί αυτά συνιστούν την ιστορία της οικογένειας που χάνεται, μαζί με τα δικά της παιδικά χρόνια, τις ρίζες της και το μέλλον της οικογένειάς. Η κυρία Σόλνες βλέπει καλά τι γίνεται γύρω από τον σύζυγό της, αλλά αυτή κάνει πάντα το καθήκον της. Ποτέ όμως από αγάπηˑ μόνο από καθήκον. Οπότε ο Σόλνες διοχετεύει αλλού τη ζωτική του θαλερότητα. Και όταν πλέον, με τα ίδια του τα μάτια βλέπει τη μικρή να ερωτροπεί με τον νεαρό αρχιτέκτονα, τότε αποφασίζει να κρεμάσει το στεφάνι ο ίδιος, ξέροντας ότι θα πέσει και θα σκοτωθεί.

Ο Φρόιντ, με το παράδειγμα του Οιδίποδα που σκότωσε τον πατέρα και ανέβηκε στο θρόνο, έθεσε το μέγα πρόβλημα της διαδοχής. Την πατροκτονία.

Ο Σόλνες φεύγει από τη ζωή εν πλήρει δόξη, αλλά έχοντας χάσει τη μοναδικότητα και στο επάγγελμα και στον έρωτα.

Ο Γρηγόρης Βαλτινός είναι πάντα γοητευτικός ηθοποιός, έχει σε απόλυτο έλεγχο τα εκφραστικά του μέσα και παίζει τον ρόλο του αξιοποιώντας όλες τις διαβαθμίσεις των ψυχικών εντάσεων, αποδίδοντας την απόχρωση που η κάθε στιγμή απαιτεί. Μεταφορικώς θα λέγαμε κεντάει τον ρόλο του πόντο πόντο. Φωνή, παράστημα, κίνηση, ύφος και ήθος, απαιτούμενος ναρκισσισμός. Ο Σόλνες διαπράττει ύβρι σε κάθε βήμα που κάνει. Το ξέρει αλλά δεν μπορεί να κάνει αλλιώς. Δεν μπορεί να απαλλαγεί από το σύνδρομο της κορυφής. Δεν μπορεί να παραχωρήσει τίποτα σε κανέναν νεότερο. Τα θέλει όλα δικά του.

Η Κατερίνα Λέχου, με την ψιλόλιγνη κορμοστασιά της και το εκφραστικό της πρόσωπο, μια Καρυάτιδα με την ωριμότητα, την ευγένεια και την αυτοσυγκράτηση που απαιτεί ο ρόλος της, υποστήριξε με αυτοκυριαρχία το μεγάλο πένθος της και το ενδιαφέρον για τον «ασθενή» σύζυγό της, χωρίς στιγμή να ξεχάσει τον ρόλο της κυρίας που δεν κατεβαίνει από το επίπεδό της. Ιδεώδης εν τη λύπη της, θα έλεγε ο Καβάφης.

Ο Αντίνοος Αλμπάνης, ως Ράγκνερ, ο αρχιτέκτων βοηθός, απέδωσε σωστά τον κατ’ ανάγκην ταπεινό που καταπίνει αδιαμαρτύρητα τη διπλή αδικία που υφίσταται. Όταν, τελικά, ελευθερώνεται από δεσμά του Σόλνες, χάνει την αρραβωνιαστικιά, αλλά κερδίζει από τη μοίρα τη δόξα που δικαιούται. Μπορεί και αυτός τώρα να ερωτοτροπεί.

Η Κατερίνα Κρέπη ως Κάγια έπαιξε με όλο το πάθος την κοπέλα που ζει μόνο για τον σπουδαίο άντρα, θυσιάζοντας τη ζωή της.

Η Ιώβη Φραγκάτου ως Χίλντα, που το νεανικό σφρίγος τής στερεί μια καθημερινή συμπεριφορά, αποδίδει με δύναμη το διαβολάκι με την όψη αγγέλου που χωρίς κανέναν ηθικό φραγμό ή αναστολή κάνει τον Σόλνες να πιστέψει το όνειρο αφενός, βοηθώντας τον να επιχειρήσει την ηρωική του έξοδο από τη ζωή αφετέρου.

Οι άλλοι αντρικοί ρόλοι, ο Μιχάλης Αεράκης πατέρας και ο Κώστας Καστανάς γιατρός εύστοχοι και οι δύο στα μέτρα του ρόλου τους.

Η σκηνοθέτις Αθανασία Καραγιαννοπούλου καθοδήγησε καλά την ομάδα των ηθοποιών για να στηθεί η ωραία αυτή παράσταση. Η ίδια συνόψισε την ουσία και διατύπωσε τρία θεμελιώδη ερωτήματα: «Ένας ώριμος και φημισμένος αρχιτέκτονας παλεύει με την τρέλα των τύψεων που έχει για το παρελθόν και τη γυναίκα του. Αρνείται πως κάποιος νεώτερος θα τον αντικαταστήσει. Ο παθιασμένος, ξαφνικός έρωτας για ένα κορίτσι θα τον οδηγήσει να αντιμετωπίσει τον φόβο του για τα νιάτα. Με καταιγιστικούς ρυθμούς η εξέλιξη της ιστορίας θα φωτίσει την αλήθεια. Έγινε ένα έγκλημα στο παρελθόν; Ποια είναι η νεαρή Χίλντα που εισβάλλει στη ζωή του Σόλνες και των ανθρώπων του; Είναι ο έρωτας η κινητήρια δύναμη για το αδύνατο;»

Τα σκηνικά λειτουργικά, τα κοστούμια ανάλογα με την περίσταση, οι φωτισμοί άλλαζαν ανάλογα με τις ψυχικές εντάσεις. Η μεταλλική κατασκευή του χώρου με τα εντυπωσιακά τριγωνικά σχήματα (ιψενικά;), τα οποία στην τελευταία σκηνή γίνονται ένα τεράστιο τρίγωνο ή Λ κεφαλαίο, σαν το φονικό Λ της Ιλιάδας.

Η μουσική από τον Πέερ Γκυντ, του Γκρηγκ, στην αρχή κανονικά και αργότερα σε ροκ διασκευή, συνιστά μια άλλη εκδοχή του ιδανικού που αναζητά ο Σόλνες.

Συντελεστές
Μετάφραση/Διασκευή/Σκηνοθεσία: Αθανασία Καραγιαννοπούλου:
Φωτισμοί: Λευτέρης Παυλόπουλος, Σκηνικά: Γιάννης Μουρίκης
Κοστούμια: Γιώργος Σεγρεδάκης

Αρχιμάστορας Σόλνες, ο Γρηγόρης Βαλτινός, σύζυγος η Κατερίνα Λέχου, βοηθός αρχιτέκτων ο Αντίνοος Αλμπάνης, γραμματέας η Κατερίνα Κρέπη, πατέρας ο Μιχάλης Αεράκης, Χίλντα η Ιώβη Φραγκάτου και γιατρός ο Κώστας Καστανάς.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.]

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly