frear

Μια επιστροφή – της Δήμητρας Σταύρου


Ο άντρας, σιωπηλός, με τα χέρια στις τσέπες, κατηφορίζει προς τη θάλασσα. Πίσω του αφήνει τα κάστρα, την παλιά πόλη, τη μεγάλη εκκλησία με τα τουριστικά λεωφορεία στο απέναντι πεζοδρόμιο να ξαποσταίνουν δύσκολα μέσα στον θόρυβο, τις ψηλόλιγνες προσόψεις γερασμένων πολυκατοικιών. Προσπερνά την αρχαία αγορά και αυτή τη φορά δεν κλείνει τα αυτιά του. Θέλει, θέλει κατάβαθα τώρα να ακούσει όλες τις φωνές, όλα τα βήματα, όλες τις ανάσες των αρχαίων λίθων, όλα πάνω του, στους ώμους του, να τα φορτωθεί, να τα κατεβάσει μαζί του προς τον πλατύ δρόμο που οδηγεί στη θάλασσα. Τον προσπερνούν χωρίς να τον κοιτούν πολυάσχολοι άνθρωποι, άντρες, γυναίκες, κάθε ηλικίας, κάθε ράτσας. Φορτώνεται τις φευγαλέες εικόνες τους, τις κινήσεις, τα χρώματά τους, τα στριμώχνει μαζί με τους ψιθύρους των αρχαίων χρόνων. Φοβάται λίγο προς στιγμήν, περνάει από το μυαλό του πως ίσως δεν θα καταφέρει να σηκώσει τόσο βάρος, αλλά παλεύει να μη δώσει σημασία στη σκέψη αυτή.

Κάνει μια μικρή παράκαμψη. Κατεβαίνει τα σκαλιά να αγγίξει τον κεντητό τοίχο της Παναγίας Χαλκέων. Πέτρα και πλίνθος, πέτρα και πλίνθος, τα ακουμπά μυστικά κι αυτά σαν να του ψιθυρίζουν, να του μιλούν, να του δίνουν θάρρος. Μοιάζει χιλιάδες μνήμες άξαφνα να λαμποκοπούν μες στα δυο του χέρια, χιλιάδες, μυριάδες σταλαγματιές, πολύχρωμη άμμος.

Ανεβαίνει τη σκάλα από την άλλη μεριά και συνεχίζει τον δρόμο του. Η πολύτιμη άμμος, συνοδοιπόρος, τριζοβολά στις χούφτες του. Κόκκο τον κόκκο τα βήματά του αρχίζουν να ανεβαίνουν, σαν να ‘τανε κι αυτά σκαλιά, στον αέρα. Όχι πολύ ψηλά, μην φανταστείτε, πάλι τους γύρω του ανθρώπους στο ύψος των ματιών τους βλέπει. Όμως μια λεπτή στρώση από άνεμο φυσάει ολόδροση κάτω από τα πόδια του. Κοιτά προς τα κάτω με δέος και βεβαιώνεται.

Προσπερνά τα δικαστήρια και τα εμπορικά των ανθρώπων, μπαίνει στον φαρδύ, πολυσύχναστο δρόμο συνεχίζοντας να φορτώνεται εικόνες και πρόσωπα, φωνές και σιωπές. Τώρα πια όμως με έναν τρόπο άλλον, ολότελα φυσικό. Το νιώθει κιόλας μέσα του πως κάτι αλλάζει. Ούτε που είχε φανταστεί πόσο ανάλαφρα γίνονται σιγά-σιγά πια όσα σηκώνει, μιλιές και σιωπές κι ανάσες από την αγορά, από τα αρχαία λουτρά, από την κρύπτη, από τους τοίχους, τα πρόσωπα, τα βλέμματα, τα χρώματα. Κατηφορίζει όλο και πιο χαρούμενος, όλο και πιο βιαστικός, με την ακριβή του, ψιλόκοκκη άμμο στα δυο χέρια, με την ανάσα του να συνοδεύει την καρδιά, με την καρδιά να βιάζεται κι αυτή όλο και πιο πολύ, βήμα το βήμα, σκέψη τη σκέψη, μνήμη τη μνήμη, κατ’ ευθείαν προς τη θάλασσα. Κι η άμμος να βιάζεται κι εκείνη.

Ευτυχώς έφτασε εγκαίρως. Το πρώτο βήμα πάνω στα θαλασσινά νερά τόσο απαλό. Ίσα καναδυό σταγόνες, σαν δάκρυα που ξεπετάγονται από τα κλειστά του βλέφαρα, νότισαν το πρόσωπό του.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: Evgenia Arbugaeva. Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.]

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly