frear

Στο φανάρι – της Χριστίνας Ραφτοπούλου

Στέκεται στο πεζοδρόμιο απέναντι. Τη σταμάτησε το κόκκινο για τους πεζούς κι έχω τον χρόνο να τη χαζέψω.

Σήμερα φοράει ένα μαύρο κοντό φόρεμα με γκρι βούλες, μαύρο καλσόν, μαύρα μποτάκια, μαύρο δερμάτινο και από τον ώμο της κρέμεται μία κόκκινη τσάντα. Με παραξενεύει αυτή η μαυρίλα, την έχω συνηθίσει με χαρούμενα χρώματα. Τις προάλλες είχε τυλιγμένο στους ώμους της ένα φουλάρι στις αποχρώσεις που παίρνει ο ουρανός κατά τη δύση του ήλιου. Της φώτιζε το πρόσωπο και την έκανε ακόμα πιο όμορφη.

Κρατάει ως συνήθως στο ένα χέρι το κινητό της και στο άλλο το θερμός με τον καφέ της. Τα μαλλιά της καστανόξανθα μακριά και ελαφρώς σπαστά σκεπάζουν την πλάτη της. Είναι πλούσια και πολλές φορές προσπαθεί να τα τιθασεύει πίσω από τα αυτιά της.

Είναι ελαφρώς βαμμένη. Τα μάγουλά της φαίνονται ζωντανά και υγιή, τα χείλη της έχουν ένα γλυκό ροζ χρώμα ενώ τα μάτια της μοιάζουν τελείως άβαφα κι έχουν μια ασυνήθιστη θλίψη.

Το φανάρι σήμερα αργεί πολύ και αυτό με γεμίζει χαρά, μου δίνει τη δυνατότητα να την παρατηρώ ώρα. Μάλλον ήμουν τυχερός και το πέτυχε ακριβώς τη στιγμή που είχε ανάψει το κόκκινο. Τις μέρες που περνάει αμέσως τον δρόμο και φεύγει σαν αερικό, λυπάμαι βαθιά που τη βλέπω ελάχιστα. Άλλοτε πάλι έχω κόσμο στο μαγαζί και δεν αντιλαμβάνομαι ότι πέρασε κι έτσι κυλάει η μέρα μου αναμένοντας μήπως ξανά περάσει.

Όση ώρα περιμένει στο φανάρι ρίχνει συνεχώς ματιές στο κινητό της. Το ανοίγει με λαχτάρα και το κλείνει με θλίψη. Κουνάει νευρικά το πόδι της και δαγκώνει τα χείλη της. Αυτό το κάνει συχνά, κάποιες μέρες μάλλον από συνήθεια κι άλλες από νευρικότητα που περιμένει στο φανάρι. Αυτή η κίνησή της με κάνει να θέλω να πάω να τη φιλήσω. Να βάλω το ένα χέρι μου στον λαιμό της, να της χαϊδέψω τα μαλλιά με το άλλο, να την κοιτάξω βαθιά στα μάτια, να πλησιάσω αργά και να ακουμπήσω τα χείλη μου στα δικά της. Κι εκεί να ζήσω το απόλυτο, αυτό που ονειρεύομαι εδώ και πέντε μήνες. Να την κάνω δικιά μου έστω και για λίγο.

Τώρα τη βλέπω που ισιώνει λίγο το φόρεμά της και τακτοποιεί καλύτερα την τσάντα στον ώμο της. Πίνει μια γουλιά από τον καφέ της και κοιτά πάλι το κινητό της, τσατισμένα αυτή τη φορά. Στρέφει το βλέμμα της στο φανάρι με αγανάκτηση.

Ανάβει το πράσινο για τους πεζούς και ξεκινά να διασχίζει τον δρόμο αργά και νωχελικά. Η καρδιά μου χτυπά δυνατά καθώς πλησιάζει την πόρτα του μαγαζιού για να ανέβει στο πεζοδρόμιο. Την βλέπω από πολύ κοντά κι είναι πάντα τα πιο σημαντικά δευτερόλεπτα της μέρας. Αμέσως γίνονται λεπτά, ώρες, αιώνες.

Τη στιγμή που είναι έτοιμη να ακουμπήσει το πόδι της στο πλακόστρωτο, ακριβώς μπροστά μου, σε απόσταση αναπνοής από την πόρτα μου, σε απόσταση αναπνοής από εμένα, σηκώνει για πρώτη φορά το κεφάλι της. Το βλέμμα της συναντάει το δικό μου και σπίθες πετάγονται από παντού. Σκάει ένα χαμόγελο.

Κι ο χρόνος παγώνει εκεί. Στο χαμόγελό της. Η καρδιά μου σταματάει.

Χαμηλώνει το βλέμμα της και κοιτάει το κινητό της. Χαμογελάει ακόμα πιο έντονα, με μια βαθιά ικανοποίηση. Η θλίψη από τα μάτια της εξαφανίζεται. Στρίβει προς τα κάτω και περπατάει ανάλαφρα και βιαστικά.

Κι ο χρόνος αρχίζει πάλι να κυλά. Η καρδιά μου βρίσκει ξανά τον ρυθμό της. Έναν ρυθμό αργό, θλιμμένο, βασανιστικό.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.]

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly