frear

Ποιήματα – του David Rokeah

Μετάφραση: Γιώργος Καρτάκης

Paul Celan

Όταν ο Πάουλ Τσέλαν ήρθε στην Ιερουσαλήμ
διασκορπίστηκαν οι λέξεις κλειδιά των ποιημάτων του
ανάμεσα στην Πύλη του Ελέους
και σ’ αυτήν των Λεόντων
και δεν επέστρεψαν σ’ εκείνον πια
μέχρι τη μέρα του θανάτου του

Κάποιες φορές στην Ιερουσαλήμ
τον βλέπω να χαϊδεύει
τα μαύρα μαλλιά ενός γεμενίτικου κοριτσιού
και τα μεγάλα μάτια του
εκπέμπουν το πένθος μιας αγάπης χαμένης

Οι λέξεις που συνάρμοσε
σαν σε Νοταρικό
οι θύελλες που προμηνύονταν
ανάμεσα στις λέξεις
και τα προειδοποιητικά σημάδια στον τοίχο
και ύστερα η σιωπή
και το ποίημα.
Ύστερα

*

Πότε

Τα υψώματα του Γκολάν
είναι η σκοτεινή πλευρά του καθρέφτη
που μέσα του σπάει η καμπύλη της οδύνης
του ειδώλου σου όπως ένας σουγιάς

Φως μες στα θραύσματα
λες κι έσπασε ένα σύνεργο της Δημιουργίας
και μια μενεξεδένια λάμψη
τέτοια που μόνο στα όνειρα υπάρχει

Πότε ονειρευόμουν και δε γνώριζα
πως χέρια που έπλασαν ένα κόσμο σιωπηλό,
ξεφεύγοντας από την ακαμψία τους,
ψάχνουν τη ζεστασιά των δικών μου;
Πότε ξεράθηκαν τʼ αγκάθια
που άνοιγαν βράχια από βασάλτη
στον οργασμό της ανθοφορίας τους
στην πλαγιά του Αρμπέλ
και δεν ήξερα
πως έφυγα μαζί τους κι εγώ

*

Αλμυρός άνεμος

Ο αλμυρός αέρας συγκρατεί τους γρήγορους παλμούς
των πηγών του Άιν-Γιεντί,
συνδέει τη φωνή των συνόρων από την κοιλάδα της Ιεριχούς
με το κόχλασμα του ασβέστη στους λάκκους του Μπεθ-Σεμές,
μαζεύει τις ελιές που ωρίμασαν
στο δρόμο προς τη Νεκρά Θάλασσα,
καψαλίζει
το χέρι σου που τρέμει στο ανέμισμα απʼ των ελάτων τα κλαδιά,
τους κόκκους του καφέ στη λεκάνη της προφητείας,
τις αγριομυρσίνες του έρωτα
ανάμεσα στα βράχια της πλαγιάς του Έι-Καρέμ

*

Με τον εαυτό του

Αντίκρυ στον εαυτό του προβάλλει ένας άνθρωπος.
Ζει με τον εαυτό του,
τρώει τον ίδιο του τον εαυτό
κι ό,τι αγαπά.
Από της μάνας την κοιλιά φτάνει στο μνήμα: στον εαυτό του.
Διασχίζει το δάσος και ψάχνει έναν ίσκιο.
Προχωρά στην άκρη της θάλασσας,
βλέπει τoν ίσκιο του και τον ίσκιο του βράχου
στην άκρη της θάλασσας ενωμένους
διαρρέοντας προς την άλλη άκρη του πελάγου,
Βλέπει πράγματα στʼ όνειρο, βλέπει στον ξύπνιο:
στο χωράφι το χαμομήλι φθονεί .
Κι ο φθόνος στο χωράφι
και στο χωράφι ο ίσκιος σου κι ο ίσκιος των κυπαρισσιών
που φυλάγουν τον ίσκιο σου.

Μπροστά στον εαυτό του προβάλλει ένας άνθρωπος.
Το παρελθόν του,
ραγισμένο,
σαν το φλοιό μιας γέρικης ελιάς,
Καταιγίδες στα βουνά, καταιγίδες στην άκρη της θάλασσας,
Φεγγρίσματα καιρού:
αστραπές φωτίζουν πρόσωπα που έχουν γίνει ανάμνηση,
ποιήματα που απομένουν
μαρτυρία

*

Θρήνος

Κόπασε ο άνεμος
και δε χιμούν πια τα κύματα στον ακλόνητο σκόπελο.
Ατέλειωτη είναι η σιωπή όταν τα κάρβουνα της σβήσουν.
Καπνός ανεβαίνει από τη χέρσα γη
εκεί που καίγονται οι λόχμες με τʼαγκάθια.
Νωθρά κινούνται αμετάβλητοι ίσκιοι.
Ο ίσκιος σου κλαίει θρηνητικά μέσα απʼτου χωραφιού τα χριστάγκαθα

*

Το χέρι που γράφει

Η μοναξιά αποκλεισμένη μʼ ένα σύρτη.
Να μείνει ολομόναχη,
ώσπου να λιώσει η μοναξιά της!
Ύστερα θα ’ρθεις κρυμμένη στη μνήμη
σαν ένας τοίχος βροχής που με χωρίζει
από τα δέντρα που χάνουν τα φύλλα τους,
για νʼ αποσβέσεις αντιφάσεις..
Καθώς ο χρόνος διαιρείται,
αφήνει μια εγχάραξη στον κορμό της ελιάς:
ίσως τα αρχικά σου.

Όταν το ανάστημα σου ορθώνεται με τη δόνηση
μπουμπουκιών στον αέρα,
βλέπεις πληγωμένες ακτίνες της άνοιξης
ανάμεσα σε ράκη σκοταδιού:
σταλακτίτες μέσα σε μια σπηλιά.

Οδοιπόρος, γιος οδοιπόρου
που τα χέρια του μένουν πιστά
σʼ εκείνα
που κρατάνε την πίστη,
εξοφλεί χρόνια ζωής στο βιβλίο της ταυτότητας.

Το χέρι που γράφει, δεν καταγράφει τα πάντα

*
Όχι μέρα, όχι νύχτα

Δεν είναι πια το χέρι σου μες στο δικό μου:
λες κι είσαι τμήμα κάποιας άλλης ύπαρξης.
Ο χρόνος σβήνεται σε πολλές λέξεις για το χρόνο

Ακτίνες που περιεργάζονται το πρόσωπο σου,
εκπέμπονται όπως σχίζεται ο πυρόλιθος.
Τα άλλα είναι αναμνήσεις,
σταματημένες όπως ρολόι σε αποχωρισμό

Άργησα να σε δω
στο πορσελάνινο φως του χειμώνα στην Ιερουσαλήμ:
ένα Ισνταράκ στο σταυροδρόμι της μοίρας

Λόγια ανυπόμονα ειπωμένα
ανήκουν στο πένθος που διατρέχει τον κόσμο.
Φωνές διασταυρώνονται μες στο μυαλό μου:
η αγάπη είναι μια πράξη ακριβείας,
συνδιάζει την υπομονή με το θρήσκο Αμήν

Η σκοτεινιά δεν έχει μάτια
και οι πέτρες που παριστάνουν τα γλυπτά
δεν είναι αρχαιολογικά ευρήματα.
Το τοπίο αρχίζει με μας
και όλα τα σπαράγματα προτάσεων
είναι χαραμάδες ανάσας
στην επίπονη ανάβαση στη στέγη του σπιτιού σου

Στεκόμουν στο κλιμακοστάσιο,
πάνω από μένα φύτρωνε η σκάλα
όπως μια κάθετη λεωφόρος
κυκλωμένη από κυπαρίσσια

Είδα άλλους που ήταν αλλιώς,
φίλους μπροστά στο κατώφλι της πίκρας:
πενθούντες που ο φλοιός τους κοκκίνιζε

Όχι μέρα, όχι νύχτα.
Κι η νύχτα ένας διάδρομος
που οδηγεί στην προσμονή αναμνήσεων
εκεί που δεν υπάρχει ακόμη τίποτα να θυμηθείς

Με την ταχύτητα φωτός ενός ανώνυμου άστρου
σκαλίζω τη υπερφυσική φωτιά της θάλασσας:
λαχτάρα που δεν αλλάζει σε συνήθεια

Τραγούδι Χέρια Πέτρες. Χέρια μια Προσευχή

***

Σχόλιο και σύντομο βιογραφικό

Κατά κανόνα δεν ολοκληρώνονται με τελεία τα ποιήματα του Δαυίδ Ρόκεαχ. Μένουν έτσι ανοικτά απέναντι στο χώρο που δημιουργήθηκαν, ανοικτά απέναντι στο χρόνο που τα γέννησε. Μια και δεν επιχειρηματολογούν και δεν σκοπεύουν νʼαποδείξουν τίποτα, δεν χρειάζονται ένα ξεκάθαρο τέλος. Έχουν αρχή, αλλά δεν έχουν τέλος.

Μια τέτοια ποίηση θα μπορούσε να θέτει ερωτήματα κι ελπίζοντας μάταια να πάρει μια απάντηση να διεισδύει όλο και πιο βαθιά στα πράγματα, για να αναγνωρίσει εν τέλει, πως δεν υπάρχει απάντηση.

Αλλά ακόμη κι αυτό το τέλος, το οποίο δεν πρέπει να θεωρηθεί ως μηδενισμός, αλλά θα ήταν αποτέλεσμα πνευματικού κόπου, δεν επιτρέπεται να υπάρχει στον Ρόκεαχ: «Ερωτήσεις που άφησα νʼ απαντηθούν από φίλους», αναφέρει σε κάποιο ποίημα του – κι εμείς μπορούμε να προσθέσουμε: που άφησα συνειδητά.

Ο ίδιος δεν θέτει ερωτήματα που έχουν απάντηση, αφού κάθε πιθανή απάντηση θα απέτρεπε οριστικά τη γνώση της αλήθειας που επίμονα αρνιέται τον εαυτό της: «Η αλήθεια για την αλήθεια δεν αποκαλύπτεται».

Δεν υπάρχει, λοιπόν, ένα τέλος, μια ολοκλήρωση, μια σύνθεση΄ μόνο ένα διαρκές καθʼ οδόν: «Περιπλάνηση κι οδοιπορία στη βροχή. Ασταμάτητα». Η περιπλάνησή του δε γνωρίζει το δρόμο από το ένα σημείο στο άλλο, δεν έχει κάποια πρόθεση. Αυτό που γνωρίζει καλύτερα, είναι ό,τι περιβάλλει το δρόμο του: πεύκα και αγκάθια, ένα δέντρο Ίσνταρακ και ταμαρίσκες –όλʼ αυτά που με νηφάλια παρατηρητικότητα αποκαλεί με το όνομα τους σαν να επρόκειτο για σημαντικά σημεία μέσα στο τοπίο. Ακόμη κι εκείνος που δεν έχει επισκεφθεί ποτέ το Ισραήλ, έχει σχηματίσει στο μυαλό μια εικόνα της φύσης, αν διαβάσει τα ποιήματα του: Ένα τοπίο ανάμεσα σε δυο απεραντοσύνες, τη θάλασσα και την έρημο.

«Η άμμος πιο γέρικη από γέρικη», που συνεχίζεται μέσα στη θάλασσα, οι αμέτρητοι κόκκοι που σχηματίζουν μια γραφή που σβήνεται από τον άνεμο εκείνη ακριβώς τη στιγμή που αρχίζουμε να την κατανοούμε.

Ίσως θα πρέπει να έχει κανείς γεννηθεί και μεγαλώσει, όπως ο Ρόκεαχ, σε μια κωμόπολη στα νοτιοανατολικά της Πολωνίας, σε μια δασώδη περιοχή με σκούρους τόνους, ώστε να γίνει ένας τόσο αξιόπιστος τοπογράφος του Ισραήλ.

Μα εκτός από τη θάλασσα και την έρημο, είναι ακόμη το φως ό,τι στο πρόσωπο του Δαυίδ Ρόκεαχ έχει βρει ένα θαυμαστή του: «Το φως, πιότερο είναι κι από φως», γράφει σʼ ένα του ποίημα. Ο Ρόκεαχ διαβάζει το τοπίο λες κι είναι μια αρχαία γραφή, αποκωδικοποιεί και ερμηνεύει τα στοιχεία σαν ένας θρήσκος λόγιος.

Γιατί υπάρχει ένας τόπος, ένας στόχος γιʼ αυτόν τον περιηγητή της απεραντοσύνης, όπως λέει για τον εαυτό του και τους όμοιους του: «Γεννηθήκαμε σʼέναν ανήσυχο τόπο, μια ανήσυχη χρονιά». Αυτός ο τόπος είναι η Ιερουσαλήμ. «Ατέλειωτη προσμονή για ένα θαύμα καθʼοδόν, στο δρόμο προς την Ιερουσαλήμ». Το πραγματικό και το μυθικό συνθέτουν στην ποίηση του ένα σύμβολο ελπίδας:

«Αν ο εύθραυστος χρόνος, ο χρόνος που είναι ά-χρονος» μπορεί να βιωθεί ξανά σαν ανθρώπινος,τότε αυτό είναι δυνατόν μόνο στην Ιερουσαλήμ. Αν υπάρχει μια λύτρωση σʼ αυτόν τον κόσμο που «γνωρίζει πολλές κρυψώνες και μόνο μια λύτρωση»,τότε αυτή βρίσκεται στην Ιερουσαλήμ. Επειδή στο τέλος της αχανούς έκτασης, που ο άνθρωπος πρέπει να διανύσει, υψώνεται εκείνη.

***

Ο Δαυίδ Ρόκεαχ γεννήθηκε το έτος 1916 στην πόλη Λέμπεργκ της Πολωνίας και έζησε μετά το 1934 στην Ιερουσαλήμ και το Τελ Αβίβ. Σπούδασε Εβραϊκή Φιλολογία, Νομικές Επιστήμες και, αργότερα, Ηλεκτρολογία. Μετά το 1939 έγραψε ποιήματα στα Εβραϊκά. Ασχολήθηκε επίσης με τη ζωγραφική και τη μετάφραση. Ταξίδεψε πολύ. Ο Δαυίδ Ρόκεαχ πέθανε στις 29 Μαϊου 1985 κατά την διάρκεια ενός ταξιδιού του στη Γερμανία, όπου είχε μεταβεί για την παρουσίαση ενός βιβλίου του.

***

Η μετάφραση των ποιημάτων του Δαυίδ Ρόκεαχ έγινε από τα Γερμανικά. Την επιμέλεια της γερμανικής μετάφρασης είχε ο ίδιος ο ποιητής σε συνεργασία με τους Χανς Μάγκνους Έντσενςμπεργκερ, Πάουλ Τσέλαν, Φρίντριχ Ντύρρενματτ, Νέλλυ Ζαξ και άλλους.

[Πρώτη δημοσίευση των μεταφράσεων στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.]

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly