frear

Τα θρασίμια – του Γιάννη Πολυβώτη

Πρώτη του Αυγούστου σήμερα, ο ήλιος είναι ανελέητος, κάθε χρόνο και χειρότερα. Η Θάλεια ξεμπέρδεψε με τις παστρικές υποχρεώσεις του νοικοκυριού της και κάθεται κατάκοπη στη σκιά της λεμονιάς, δίπλα στoν παραφουσκωμένο βασιλικό. Περιμένει τη δροσιά του νυχτώματος για να πιει το καθιερωμένο ποτηράκι κρασί προς τιμήν των γενεθλίων της, αν και οι γιορτές σε αυτήν την ηλικία δεν «ταιριάζουν», αγγίζουν τα όρια της αμαρτίας, ειδικά για μια χήρα που ζει μόνη της.

Το βλέμμα της καταγράφει ερευνητικά τα ξέφτια του λευκού σοβά, διασκορπισμένα στην ξεθωριασμένη πρόσοψη του χωριάτικου σπιτιού. Ανάμεσά τους, ένα μαύρο όστρακο σαλιγκαριού στέκει ατάραχο, περιμένει τη νυχτερινή υγρασία για να συνεχίσει την απρόβλεπτη πορεία του. Η Θάλεια δεν ανησυχεί, ο ασπριτζής θα ασβεστώσει εγκαίρως ώστε όλα να είναι έτοιμα για την οικογενειακή μάζωξη του Δεκαπενταύγουστου.

Η μικρή εκκλησία, ακριβώς απέναντι από το σπίτι, έχει εγκαταλειφθεί εδώ και χρόνια. Ούτε η ίδια η Θάλεια θυμάται πότε σταμάτησε η λειτουργία της. Γύρω από τον ερημωμένο ναό, οι τάφοι του αυλόγυρου έχουν θαφτεί κάτω από μια νικηφόρα συμμαχία αγριόχορτων, τσουκνίδων και φασκομηλιών, ενώ ένα βλάσφημο τσούρμο από φραγκοσυκιές έχει αναστατώσει εκ βάθρων την περασμένη τάξη της μαρμαρένιας πολιτείας.

Στον δρόμο επικρατεί σιωπή. Όσο σκοτεινιάζει, το ασταμάτητο τιτίβισμα των πουλιών φθίνει μαζί με το φως της μέρας. Η Θάλεια, ακίνητη, αφουγκράζεται τη μνήμη της και φέρνει στα αυτιά της το αλλοτινό σούσουρο της παιδικής συμμορίας του χωριού. Οι συνωμοτικές φωνές των τεσσάρων αγοριών βγαίνουν από το κοιμητήριο, το ορμητήριο της αλητείας. Η μονάκριβη κόρη παρακολουθεί τα παιχνίδια των «θρασιμιών» –υποτιμητική προσφώνηση της Λευκαδίτισσας μητέρας της Θάλειας– στον απαγορευμένο κήπο των νεκρών: τις ανορθόγραφες φωνές που συλλαβίζουν τις ταφικές επιγραφές, τις «διαβολεμένες τρέλες» εις βάρος του παπά, το κρυφτό με τους αποθανόντες, την προσποιητή συμμετοχή στις αργόσυρτες μαυροφορεμένες πομπές. Ο Αλέξανδρος –ένα από τα «αθεόφοβα θρασίμια»– κλέβει τα ομορφότερα τριαντάφυλλα και τα αφήνει στο περβάζι του παραθύρου της. Η Θάλεια αποξηραίνει τα μισά για να φτιάξει φυλαχτό, ενώ μπλέκει, περήφανη, τα υπόλοιπα στα κατάξανθα μαλλιά της…

Η δροσιά της νύχτας είναι ευεργετική, καθώς σκορπάει το αψύ άρωμα των λεμονιών που αιωρούνται πάνω από το κεφάλι της μοναχικής γυναίκας. Το ξινισμένο κρασί δεν την ενοχλεί. Της αρκούν το μέταλλο της βέρας που έχει σμίξει με το γέρικο δέρμα, η συντροφιά του έναστρου ουρανού –ουδείς αψεγάδιαστος– και η εποχή της συμμορίας του Αλέξανδρου.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: Κωνσταντίνος Μάνος. Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.]

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly