frear

Τρία γράμματα – του Μπίλη Μητσικάκου

[Ε]ίδηση

Τι είδες, τι είδες; Σεληνιασμένη Ελένη κι επι-
θυμούσα κι ειδεχής κι έκλειψη στην εγκατάλειψη
της Μήδειας – είδηση ενθαδικότερη δεν έλειψε στην
εγκατάσταση του νέου κόσμου. Εγκυμοσύνη

εικόνων κι εικονίσματα κι εικονίδια στο έγκλημα
εθιμικό και (δι)εθνικό, στην ιερά σινδόνη έκχυση–
το είδος, πάνε οι τόποι και οι ήλιοι, να μείνει εν
γένει και να καίει ευλαβικά γραμμένο πέρασμα.

Παρεπιδημεί η έξαλλη απεικόνιση κι εκ νέου έμβλημα
κι εγκλιματεί και την βλέπουν, την βλέπουν επί πίνακι
εστεμμένη ξανά την θεμελιώδη εκτέλεση κι ευαρεστούσε

κρεμασμένη δίχως πια στεναγμό, δίχως πια εκφώνημα
στην εφόρμηση της κεφαλής του έαρος ανατιναγμένης,
στην έκρηξη, στην έκκριση, στην εκκένωση κάθε εκκλησιάσματος

που επεξεράζεται κι εμποτίζει, έστω ένα ιστέον
έχεις να πεις; Δε θέλω να μου εξιστορήσεις για να δω
το τρέμουλο της φωνής· έψιλον εντυπωσιακό, στην

επιδερμίδα έξη, εύφορη εικόνα του τρελού καιρού γεωργεί
την ασθενική γενιά μου, πάσα την εκμηδένιση ανηλεώς

ερά και βλέπει. Γράψον οὖν ἃ εἶδες, μικρέ, τα εἰσὶν
και τα μέλλει, ὃπως ἄν ὁ δαίμων διδῷ, πάρεισι.

Θήτα [Θωμάς/ Άπιστος]

Πιστεύω στα θαύματα των θέλω κάθε Θωμά,
στις τρήσεις και τους τύπους πάνω πάνω αριστερά,
δεν θα, δεν θα, δεν θα, να κλείσουνε δεν θέλω,
αν κλείσουνε τα δάχτυλα μας πού θα μπούνε;

Τι απιστείς, τι απιστείς; Το θαύμα μας θαμπώνει
δίχως άλφα στην αρχή κι ανάμεσα στο μη μου
άπτου και στο φέρε το δάκτυλο και την χείρα
θείο και θαυματουργό το άγγιγμα που θρυμματίζει.

Εάν και αν καμιά φορά με βρεις να αντιφάσκω
αντί στο αντίθετα κι αναστροφή τανάπαλιν,
πάρε το δάχυλο, πάρε την χείρα και θάψε στο
στέρνο έναν κύκλο θερισμένο αθέργιευτα από
χαρακιάς θηκάρι στη μέση, θύμισέ μου να θυμηθώ,

πάρε το δάχτυλο, πάρε την χείρα, θύμισε, θύμισε
στο σώμα μου πού πέθανες για μένα.

[Μι]

Supermelancholic, I have nothing left
I have nothing left, feeling so neurotic
Hyperbole, « Supermelancholic»

Μηρύκασμα μαντατοφόρο και μάγο μάγκωμα στα μάτια
της πόρνης του Μανέ, όλες μας μαγάρισε η Μελαγχολία
του Ντύρερ, μέλαινα Μαγδαληνή στη μάταιη μελέτη,
δεν μεριάζουν τα νερά, δεν μοιράζονται οι μέρες.

Ματόκλαδα να προσκυνούν και μήτρες να βαθαίνουν,
Μαρίνες με μαργαριτάρια και Μεσσαλίνες με μπιζού,
ένας μεροκαματιάρης Μάρκος κι ένας μπουρζουά Mathieu,
μέσα μου μαζεύονται ημεροδείχτες του Μπωντλαίρ.

Μήπως μυροβόλο, μετά την ματαιότητα ποια μετατόπιση
για τον ήλιο; Εμείς μετά το μήπως μπρούμυτα, μια μάχαιρα
κι ένα μήνυμα σ’ένα μπουκάλι μπύρας: μη, μη, μη, μ’ακούς;

Μη μου τη μάστιγα τάραττε, μόνο μείνε μαύρο μετάξι
στο μανίκι μου, στης αμνησίας μου το μέτρημα μπιλιέτο,
μη, μη, μη, στα μάγια άσε με και μάκρυνε να μελαγχολήσω

(κι ύστερα εγώ κι ύστερα εγώ θα συνεχίσω).

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: Raghu Rai. Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.]

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly