frear

Το έπος του Ελ Σιντ – γράφει ο Χοσέ Αντόνιο Μορένο Χουράδο


Το έπος του Ελ Σιντ, εισαγωγή, πρωτότυπο κείμενο, μετάφραση, σχόλια του Ιωάννη Κιορίδη, του Στεργίου Ντέρτσα και του Αλμπέρτο Μοντανέρ, Εκδόσεις Ρώμη, Θεσσαλονίκη 2019.

Δεν αμφιβάλλω καθόλου ότι με την ελληνική έκδοση του Έπους του Ελ Σιντ βρισκόμαστε με βεβαιότητα μπρος σε μια από τις σημαντικότερες εκδοτικές πράξεις του έτους, τόσο από την άποψη εκείνων που αγαπάμε τη συγκριτική λογοτεχνία όσο και από την ακαδημαϊκή άποψη της έρευνας. Αυτή η έκδοση έρχεται να φωτίσει ένα κενό, βαθύ και οδυνηρό, που εμπόδισε στην Ελλάδα, εδώ και χρόνια και αιώνες, την αληθινή γνώση των αρχών της Καστεγιάνικης λογοτεχνίας, ένα κενό, λέω, τόσο βαθύ που δεν επέτρεψε στον Έλληνα αναγνώστη και στους Έλληνες διανοούμενους να ατενίσουν προσεκτικά την εξέλιξη μιας λογοτεχνίας πάρα πολύ όμορφης και πρωτότυπης.

Είναι γεγονός ότι, από το 2009 έως το 2011, ο Δημήτρης Γ. Πεταλάς δημοσίευσε στην Αθήνα (Εκδόσεις Στοχαστής), ένα σημαντικό μέρος των ευρωπαϊκών επών (Το τραγούδι των Νιμπελούνγκεν και Βάλτερ ο Χεροδύναμος, αυτό το τελευταίο από τα Λατινικά), μέσα στα οποία βρίσκουμε το Γαλλικό έπος που ονομάζουμε Το Τραγούδι του Ρολάντ, και που επηρέασε, κατά τη γνώμη ορισμένων μελετητών, το δικό μας έπος. Έτσι ο Πεταλάς, όπως είναι φυσικό, κάνει μια συγκριτική μελέτη μεταξύ του γαλλικού έπους και του γερμανικού, αλλά δεν αναφέρεται καθόλου στο δικό μας έπος. Κι έτσι, όπως έλεγα, η έκδοση του Ελ Σιντ έρχεται να καλύψει ένα κενό, βαθύ και διαρκές, τόσο για τη συγκριτική λογοτεχνία όσο και για τους αναγνώτες γενικά.

Αλλά, πριν μιλήσουμε πιο συγκεκριμένα για τον Ελ Σιντ, πρέπει να αναφερθούμε λιγάκι στις αρχές της Ισπανικής Λογοτεχνίας. Οι πρώτες εμφανίσεις της δίδονται μέσα σε ένα κίνημα που ονομάζεται Mester de Juglaría. Η λέξη μεστέρ προέρχεται από τη λατινική λέξη ministerium, δηλαδή, ministerium > menester > mester που σημαίνει επάγγελμα, τέχνη, αφιέρωση. Η λέξη όμως juglaría αναφέρεται στους ζογκλέρ, έτσι που η έκφραση Mester de Juglaría μπορεί να μεταφραστεί σαν Επάγγελμα των ζογκλέρ.

Τα κυριότερα χαρακτηριστικά του είναι η προφορική μετάδοση των ποιημάτων, η ανωνυμία του συγγραφέα, η χρήση μιας γλώσσας καθομιλουμένης, απλής, για μια μεγαλύτερη κατανόηση του κοινού, μια στιχοποίηση ανώμαλη από δέκα έως δεκαοκτώ συλλαβές στην οποία ο κάθε στίχος διαιρείται σε δυο ημιστίχια με μία παύση, λεγομένη cesura, και, τελικά, ο καθένας στίχος φέρει μια ρίμα παρόμοια, μοναδική (μονόριμα) που επαναλαμβάνει μόνο τα φωνηέντα.

Μέσα στο κίνημα αυτό, το Mester de Juglaría, υπάρχουνε διαφορετικοί κύκλοι αφιερωμένοι στις προσωπικότητες της εποχής: Το Έπος του Ελ Σιντ, Το Τραγούδι των Επτά Πριγκίπων της Λάρα, Το Τραγούδι του Μπερνάρδο του Κάρπιο, Το Τραγούδι του Φερνάν Γονθάλεθ, Το Tραγούδι του Σάντζο Β´, Το Τραγούδι της πολιορκίας της Θαμόρα κ.ά. Όλως περιέργως, εκτός από το ποίημα του Μιο Σιντ, όλοι οι άλλοι κύκλοι ποιημάτων είναι ανολοκλήρωτοι ή έχουν ολοκληρωθεί τελικά σε πρόζα με το πέρασμα των χρόνων.

Όταν αναφέρθηκα σε μια γλώσσα καθομιλουμένη και απλή, πρέπει να κατανοήσουμε ότι αυτή η γλώσσα απαντά ακριβώς τη στιγμή της διάλυσης της λατινικής γλώσσας και, συνάμα, του σχηματισμού μιας νέας γλώσσας. Έτσι, τα καστεγιανικά θα έχουν την οριστική μορφή τους μετά από τις αρχές του XV αιώνα, με τη βοήθεια ενός άλλου κινήματος που ονομάζεται Mester de Clerecía, όπου η λέξη clerecía προέρχεται από τη λέξη κλήρος > clero > clérigo > clerecía, δηλαδή, σύνολο των ιερέων. Γι’ αυτό, το Mester de Clerecía σημαίνει Επάγγελμα των ιερέων κι εκπροσωπεί την άλλη πλευρά της λογοτεχνίας της εποχής. Την άλλη όψη. Και χρησιμοποιεί επιπλέον μια γλώσσα καλλιεργημένη, όχι καθομιλουμένη και απλή, με μια ξεκάθαρη μορφωτική πρόθεση.

Το Mester de Juglaría εκτείνεται από το ΧΙ αιώνα έως τον ΧV με διαφορετικούς κύκλους και πρόσωπα όπως είπαμε παραπάνω. Ο πιο μεγάλος ερευνητής της περιόδου, ο Ραμόν Μενένδεζ Πιδάλ βεβαίωνε ότι το έπος του Ελ Σιντ σχηματίζεται γύρω στα 1145, δηλαδή, σαράντα έξι χρόνια μετά από τον θάνατο του Σιντ. Αντίθετα, ο Αντώνιο Ουμπιέτο διόρθωσε αυτή την αρχική υπόθεση και χρονολόγησε τη σύνθεση του έργου γύρω στα 1207. Δεν ξέρουμε φυσικά το όνομα του συγγραφέα, αν και είναι πιθανό ότι έπρεπε να είχε μερικές νομικές γνώσεις και σχέσεις με τον τάφο του Ελ Σιντ στο Μοναστήρι του Αγίου Πέτρου της Καρδένια. Ο Μενένδεθ Πιδάλ θεωρούσε πως, με βάση τα τοπωνύμια που διαβάζονται στο έργο, μπορεί να είναι δυο οι συγγραφείς του έπους, ένας από το Σαν Εστέμπαν δε Γορμάθ και άλλος από το Μεδιναθέλι. Είναι βέβαιο, όμως, πως ξέρουμε το όνομα του αντιγραφέα, κάποιου Περ Αββάτ ή Πέδρο Αβάδ.

Μὀνο μέσα σ’ αυτό το ιστορικό πλαίσιο, μόνο με όλα αυτά τα δεδομένα, μπορούμε να προσεγγίσουμε με δυνατά και πιο εύκολα βήματα τον μεγάλο σκόπο που παρακίνησε αυτήν την έκδοση του Ελ Σιντ. Μια πολύ δύσκολη εργασἰα σε δυο διαφορετικές κατευθύνσεις, δηλαδή, τόσο ερευνητική και ακαδημαϊκή όσο και εκλαϊκευτική.

Η πρώτη κατεύθυνση σχετίζεται με τη μελέτη και την αποκωδικοποίηση της γλώσσας, μιας γλώσσας που, όπως είπαμε πιο πάνω, εγκαταλείπει σιγά σιγά τις μορφές των λατινικών για να γίνει μία νέα γλώσσα, πλημμυρισμένη ακόμα από αναπόφευκτες αμφιβολίες στα ρήματα, στα επίθετα και στη σύνταξη γενικά. Κάθε λέξη, κάθε φράση, κάθε έκφραση του ποιήματος χρειάζονται μελέτη, προσοχή και σκέψη. Είναι σημαντική και αναγκαία, για μία εργασία αυτής της μορφής, η σωστή κατανόηση της κάθε λεπτομέρειας. Θέλω να πω ότι δεν αρκεί το να μιλήσεις και να καταλαβαίνεις τη σύγχρονη ισπανική γλώσσα. Θυμάμαι, σαν παράδειγμα, όταν οι φοιτητές του Πανεπιστημίου ήθελαν να αγοράσουν στο βιβλιοπωλείο ένα βιβλίο με τη μετάφραση του Ελ Σιντ. Δεν καταλάβαιναν το αρχικό κείμενο. Και τους έλεγα πάντα: “Δεν θα βρείτε μετάφραση, αφου πρόκειται για την ίδια γλώσσα, μόνο θα βρείτε ανασύνθεση ή απόδοση”. Θυμόμουν την περίπτωση του Ελύτη με τη δική του Σαπφώ.

Επιπλέον, πριν από όλα, έπρεπε οι τρεις συγγραφείς του βιβλίου να καθορίσουν το κείμενο και αποφάσισαν τελικά να το μεταφράσουν στη βάση της κριτικής έκδοσης του έργου που δημοσίευσε ο Αλμπέρτο Μοντάνερ, το 2016. Ίσως γιατί αυτή ήταν η τελευταία κριτική έκδοση και συμπλήρωνε ταυτόχρονα τις προηγούμενες κριτικές εκδόσεις.

Μέσα ακόμη σ’ αυτήν την πρώτη κατεύθυνση, την ακαδημαϊκή δηλαδή, θα πρέπει να τοποθετήσουμε την εξαίσια σχετική βιβλιογραφία που συνοδεύει τη μετάφραση και που είναι απαραίτητη στον Έλληνα αναγνώστη. Όπως είναι φυσικό, η βιβλιογραφία δεν εξαντλεί το θέμα και τα χίλια παρακλάδια του (πρόσωπα, ταξίδια, οικονομία, τοπία, ιστορία, μύθος, κοινωνικά προβλήματα και τα λοιπά), αφού θα ήταν αδύνατο οι συγγραφείς να τα συγκεντρώσουν όλα αυτά σε έναν μόνο τόμο.

Οι υποσημειώσεις, τελικά, συμμετέχουν στις δυο κατευθύνσεις στις οποίες αναφέρθηκα πιο πάνω και σχηματίζουν έναν στέρεο, λεπτομερή και ακριβή κορμό που συνοδεύει τους στίχους και έχει την αναμφίβολη πρόθεση να εξηγήσει και να διασαφηνίσει στον αναγνώστη όλες τις λεπτομέρειες του κειμένου. Τίποτα δεν αφήνεται στην τύχη.

Τελικά, οφείλω να ευχαριστήσω θερμά τον Ιωάννη Κιορίδη, τον Στέργιο Ντέρτσα και τον Αλμπέρτο Μοντάνερ όχι μόνο για τη μελέτη και τη μετάφραση του Ελ Σιντ, αλλά και για την προσφορά τους με την οποία στήνουν μια κολοσσιαία γέφυρα ανάμεσα στις δύο όχθες ενός και μόνου πολιτισμού.

Σεβίλλη, στις 5 του Σεπτεμβρίου του 2019.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Η φωτογραφία εξωφύλλου είναι από την ταινία του 1961 του Άντονυ Μαν, με πρωταγωνιστές τους Τσάρλτον Ήστον και Σοφία Λώρεν. Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.]

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly