frear

Για το «Αμείλικτο νερό» της Φωτεινής Βασιλοπούλου – γράφει η Αλεξάνδρα Ζαμπά

H Φωτεινή Βασιλοπούλου ζει και εργάζεται στη Νότια Ελλάδα, στην Καλαμάτα, και γράφει ποιήματα. Η ζωή της, όπως πολλών άλλων εκπαιδευτικών χαρακτηρίζεται από το κουδούνι της σχολικής ημέρας. Η καθημερινότητα και το σύνηθες της πορείας της σηματοδοτούνται από το σχολικό ηχοτοπίο, τον αντίλαλο κραυγών, ήχων λεκτικών, μουσικών κ.ά. Παίρνει λοιπόν την ανηφόρα, όπως κάθε ποιητής, και ανοίγει δρόμο ανάμεσα σε οδυνηρές περιπέτειες του παρόντος, γκραφίτι στο πανό του παρελθόντος και ανεβαίνοντας γυρεύει τον κρυψώνα, όπου βρίσκονται τα όνειρα των ποιητών. Τα έσω και τα γύρω της σφυρηλατούν τις λέξεις των ποιημάτων της, που μας μιλούν με αξιοθαύμαστη ελαφρότητα και χάρη για την ευθραυστότητα της ανθρώπινης ζωής.

«Το ερημωμένο σώμα ξεκλειδώνω / διασχίζω τη σκοτεινή ουσία / παραπατώ σε ξεχαρβαλωμένα σανίδια / τα φρέσκα περιποιούμαι τραύματα. // Προσποιούμαι πως ζώ

Το χιούμορ της αναμειγνύεται σε μωσαϊκό πόνου και με το πέρασμα του χρόνου δημιουργούνται με νεωτεριστικά στοιχεία, ποιήματα με υπόσταση τραγική, υπερρεαλιστική. Πάει βαθιά στην προσωπική της ιστορία και βρίσκει τον τρόπο να μετουσιωθούν τραύματα, χαρές και λύπες σε ποίηση-λειτουργία του πνεύματος, ποίηση-ζωή. Γνωρίζοντάς την απο κοντά αντιλαμβάνεσαι αμέσως τη συγκίνηση των κινήσεών της, που προδίδει ένα κόσμο βαθιά κρυμμένο. Σε ένα ποίημα η Βασιλοπούλου γράφει: «Πάμε, μην στέκεις, θα πουντιάσεις. / Δεν κρυώνουν οι νεκροί.» Σε αλλο ποίημα (…) «Αφαιρεί με ξύστρα το ξεραμένο χώμα. / Σε κανέναν δεν αρέσει η γεύση χώματος στο στόμα. / Ειδικά όταν πέφτει η νύχτα

Μια τραγική αίσθηση της ζωής αυτή της Βασιλοπούλου, μέθεξη πάνω από τα συνήθη δεσμά της ανθρώπινης υπόστασης. Για να γίνουν εύκολα κατανοητοί και αποδεκτοί ρυθμοί και θεματικές διαδρομές, η ποιήτρια φτάνει με τη σκαπάνη αρχαιολόγου και το μέτρο του γεωπόνου, επειδή η ποίηση αναμειγνύεται με το χώμα, τα τοπία, τις θερμοκρασίες, με τις βόλτες που πρήζουν τα πόδια και τη δίψα που καίει τον λάρυγγα. Έτσι λοιπόν και η ποιήτρια ζει στην ανηφόρα, με βήμα σταθερό προχωρεί και αισθάνεται πάνω της το άγνωστο, δεν βιάζεται, ανεβαίνει αργά ώσπου το σώμα πλησιάζει την ψυχή, αποφεύγει δογματικά, ηθικά, και αγιογραφικά έργα, αλλά όπως ο Βιργίλιος στο Καθαρτήριο προχωρεί αβίαστα με τη χάρη και την αξιοπρέπεια που της χαρίζει το απλό και χαλαρό περπάτημα. Η φιγούρα της μαλακή πλαστελίνη καλυμμένη προσεκτικά απο παύσεις σιγής, απορροφά τις αιχμηρές κονταριές που ρίχνει η ζωή. Είναι αξιοσημείωτο το ότι η ποιήτρια εντάσσει με λειτουργικό τρόπο γνωρίσματα της νεωτερικής έκφρασης και οδηγεί το ποιητικό υλικό να επεκτείνεται συνειρμικά κι αισθητικά σ’ έναν απροσδιόριστο χρόνο.

«Όλα τελείωσαν.// Τώρα // μονάχα η μνήμη απομένει / και μια οσμή ταριχευμένων λουλουδιών / μοναδικό αποτύπωμα ζωής. // Ενδεικτικό το ότι υπήρξες

Η Φωτεινή Βασιλοπούλου κρατάει τα μάτια ανοιχτά μέρα νύχτα σε αναζήτηση. Τι αναζητά; Ούτε η ίδια ξέρει. Συνεχώς τα ίδια ερωτήματα ανακύπτουν και την ταλανίζουν, ο θάνατος, η περατότητα της ζωής και το απροσδιόριστο του χρόνου. Η ίδια στο Αμείλικτο νερό μένει σε οξύμωρο πεδίον, ελεύθερη πολιορκημένη με τα δώρα άδωρα της ζωής.

Αφιερωμένο στη μνήμη τεσσάρων γυναικών η ποιήτρια εκφράζει την απουσία χωρίς φιοριτούρες και σκεπάσματα. Το κενό πάντα χαίνει! Το κάθε τι, είναι η αφορμή και η έμπνευση όπως το μελαγχολικό όλο απορία βλέμμα των γυναικών του βιβλίου. Όπως το βλέμμα της Φωτεινής Χαμιδιελή, εικαστικού με ανησυχίες και πόνο τυπωμένο στις γυναικείες φιγούρες της που παρατίθενται στο εξώφυλλο και ανάμεσα στα ποιήματα του βιβλίου. Η ποιήτρια με την εικονογράφηση προσπαθεί να δημιουργήσει γενικά ένα πλήρες λογοτεχνικό και εικονιστικό πάντρεμα, με εικονιστική επαύξηση να σφραγίζει εμβληματικά την ποιητικήν αντίληψη.

Ακολουθεί μετάφρασή μου στα ιταλικά ποιήματος από την ποιητική συλλογή.

Γενέθλια

Έξω έχει πίκρα, είπε με
δύναμη κι έκλεισε την πόρτα.
Μέσα χιόνιζε.
Κάθισε κάτω από το πιο παγωμένο δοκάρι
εκλιπαρώντας τον ουρανό του ταβανιού
για μια θανατηφόρα χιονοθύελλα.
Η θερμοκρασία ψυχρό άζωτο.
Σε παγωμένους χανόταν λαβυρίνθους.
Μόνο η σκέψη του ανάσαινε ακόμη.
Βαριά.
Στην τούρτα σαρανταπέντε κεράκια.
Το τελευταίο που σκέφτηκε πριν φυσήξει ήταν
μπαμ.
Ένα σαρανταπεντάρι εκπυρσοκρότησε.
Τώρα νεκρός, παγωμένος ολόκληρος.

Anniversario (trd dal greco Alexandra Zambà)

Fuori resta l’amarezza, disse con
forza e chiuse la porta.
Dentro nevicava.
Si sedette sotto la più gelata trave
pregando il celo del soffitto
per una mortale tormenta di neve.
La temperatura era azoto freddo.
Si perdeva in labirinti di gelo.
Solo il suo pensiero respirava ancora.
Pesantemente.
Sulla torta quarantacinque candeline.
L’ultima cosa che ha pensato prima di soffiare era
bum.
Un quarantacinquenne scoppiò.
Ora morto, gelato del tutto.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.]

Photo by Orlando/Getty Images

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly