frear

Για τα «Ίχνη μνήμης» των Αλεξάνδρα Ζαμπά και Ουμίτ Ινοτσί – γράφει η Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη


Αλεξάνδρα Ζαμπά – Ουμίτ Ινοτσί, Ίχνη Μνήμης (hafıza izleri), Αρμίδα, 2019, σελ.147

Πόσο θαρραλέο αλήθεια να εκθέτεις κομμάτια της ζωή σου, ν’ ανοίγεις ενδόμυχο τραύμα σου και να το μοιράζεσαι με τον αναγνώστη. Από που αντλείται αυτή η δύναμη; Ποιές εσωτερικές ανάγκες την ωθούν, ποιά η στόχευση;

Και η μνήμη; Ποιά η λειτουργία των αναμνήσεων; Τί θα κάναμε, πώς θα μπορούσαμε να πορευτούμε δίχως τη μνήμη και τις αναμνήσεις μας; «Και η Κύπρος έγινε αποθήκη πόνου! Από τότε γυρεύουμε αναμνήσεις, κάπου να στηριχτούμε. Κρατάμε σφιχτά κάποιο παλιό αντικείμενο που από μόνο του αποτελεί ένα ξεχωριστό σύμπαν.» («Λεμεσός Αρχαιολογία της ανάμνησης», σ. 74) γράφει η Αλεξάνδρα Ζαμπά.

Στο δίγλωσσο βιβλίο Ίχνη μνήμης (Χαφισά ιζλερί), των εκδόσεων Αρμίδα, 2019, οι δυο συγγραφείς, η Ελληνοκύπρια Αλεξάνδρα Ζαμπά και ο Τουρκοκύπριος Ουμίτ Ινατσί καταθέτουν εγχαραγμένα αποτυπώματα μνήμης που κατακάθισαν στην ψυχή τους.

Στο εξώφυλλο παιδικές φωτογραφίες δίπλα στο αλογάκι, πάνω στην κούνια. Σκηνές ανυποψίαστης και ανυπεράσπιστης παιδικής αθωότητας μπρος στα τραγικά της ζωής, την ασχήμια του πολέμου και της κατοχής.

Προμετωπίδα οι στίχοι του Τ. Λιβαδίτη «Αχ πώς να σωθείς από την πραγματικότητα / όταν δεν είσαι πια παιδί» μας εισαγάγουν στο κλίμα του περιεχομένου.

Κι οι δυο τους γράφουν στη μητρική γλώσσα. Στη γλώσσα που φέρει τις πολιτισμικές καταβολές και μέσα από την οποία εκφράζονται οι βαθύτερες συναισθηματικές αποχρώσεις του ψυχισμού του ατόμου. Στα ελληνικά η Αλεξάνδρα διανθισμένα με λέξεις και φράσεις από το κυπριακό ιδίωμα, στα τουρκικά ο Ουμίτ. Με την μεταφραστική συμβολή της Λάλε Αλατλί οι τριάντα αφηγήσεις δένουν σε μια δίγλωσση απόδοση και αποτελούν ενιαίο κορμό του βιβλίου. Μέσα από τις συγκλονιστικές αφηγήσεις των δυο συγγραφέων φανερώνονται σκηνές από τον προσωπικό βιωμένο πόνο πριν και μετά το 1974, από την αγγλική κατοχή και την εισβολή των Τούρκων, την διχοτόμηση και τον διαμελισμό της Κύπρου, σκηνές μαύρων σελίδων της ιστορίας του τόπου τους.

Ασκήσεις αναπνοής ονομάζει τις 15 αφηγήσεις της η Αλεξάνδρα. Δεκαπέντε στιγμιότυπα μνήμης τις ονομάζει ο Ουμίτ. Ναι, έχουν διαφορετική γλώσσα και πολιτισμικές καταβολές. Προέρχονται από “αντίπαλα στρατόπεδα”, όμως τους ενώνει η αγάπη τους για τον γενέθλιο τόπο, ο σπαραγμός για τα δεινά του, για το αιματοκύλισμα, τους ενώνουν ο ξεριζωμός, ο νόστος. Τους ενώνει η ανάγκη έκφρασης μέσω της γραφής, Να μιλήσουν γι’ αυτά που άφησαν στίγματα στις παιδικές και νεανικές ψυχές τους. Πρόκειται για βαθιές αυτοβιογραφικές ανάσες. Καταθέσεις ψυχής για δεινά που βίωσαν τόσο οι ίδιοι όσο και συμπατριώτες τους.

Η Αλεξάνδρα αναφερόμενη στην αγγλική κατοχή μιλά για λέξεις που ακόμη αντηχούν τον τρόμο μέσα της. «Φοβερή λέξη το κέρφιου που ακόμη αντηχεί μέσα μου. Γινόμασταν σκιές και ψίθυροι, τα λόγια έπεφταν κατευθείαν στην καρδιά χωρίς εξωτερικά να αφήνουν ίχνη.» («Αιμορραγία συλλαβών», σελ. 35).

Και στη συνέχεια μετά την τουρκική εισβολή και την διχοτόμηση καταθέτει την πικρή διαπίστωση: «Το παράδοξο είναι ότι χάσαμε τον τόπο μας μένοντας στην πατρίδα…» («Βλέπετε τίποτε εκεί κάτω;/Εγώ δεν βλέπω τίποτε», σελ. 57).

Συγκλονιστική η εικόνα που κατέγραψαν τα παιδικά μάτια του Ουμίτ και εγχαράχτηκε μέσα του πιέζοντας για εξωτερίκευση. Γράφει: «Ο αγαπημένος σύζυγός της με τα μακριά μαλλιά πάνω στο πρόσωπό του, κειτόταν εκεί δίχως αναπνοή. Έκοψε μια τούφα από τα μαλλιά του, τα μύρισε και τα τύλιξε στο μαντήλι της.» («Τα άψυχα κορμιά και ο πόνος»), σελ. 105.

Βιώματα που σκιαγραφούν εσωτερικευμένο ψυχικό πόνο των δυο συγγραφέων, στην προσπάθεια τους να αντέξουν να διαχειριστούν πράσινες γραμμές και οδοφράγματα, απώλειες και οδύνη. Να κρατήσουν και να κρατηθούν με το όραμα της αποκατάστασης, της ειρηνικής συνύπαρξης και γαλήνης στην ψυχή και στη χώρα τους.

Στην τελευταία του αφήγηση γράφει ο Ουμίτ Ινατσί «Κάποιοι μας παρακολουθούσαν. Κάποιοι μας πήραν από τους εαυτούς μας… Ολισθήσαμε στα σύνορα της διχοτόμησης. Παραπέσαμε ανάμεσα στο θάρρος και την σκλαβιά…» και συνεχίζει δείχνοντας ανθρωπινότητα και σοφία: «Προσπάθησα να μελετήσω την διχοτομική ταυτότητα που μου επέβαλαν και να της βάλω αγάπη αντί για μίσος» («Η ζωή στα σύνορα», σ. 137).

Κρίνοντας βεβαίως και από την εκπληκτική συνέργεια των δυο συγγραφέων, αντιλαμβανόμαστε ότι δεν τους πτόησαν σύνορα διχοτόμησης, κατοχικά συρματοπλέγματα. Αποφάσισαν να ενώσουν τις φωνές τους, να τις συστεγάσουν στο ίδιο βιβλίο. Μια προσπάθεια να μπουν ο ένας στη θέση του άλλου, μια κίνηση να συμβολίσουν τη σημαντικότητα της συνεργασίας, της κοινής στάσης και συστράτευσης απέναντι στον παραλογισμό της βιαιότητας, των ρηγμάτων και των πολέμων. Να παρακινήσουν τις δυο κοινότητες να κατανοήσουν η μια το τραύμα της άλλης και να παλέψουν για το όραμα ενός κοινού μέλλοντος εν ειρήνη και σε αγαστή συνύπαρξη.

Ένα βιβλίο μνήμης, συνέργειας και αντίστασης μπρος στη λαίλαπα της βίας και των πολεμικών κυριαρχικών συρράξεων που αξίζει να διαβαστεί και να διακτινιστεί το μήνυμά του.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: Sebastián Pachoud. Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.]

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly