frear

Ένα εκκλησίασμα από φαντάσματα του μικρού τόπου – του Μιχάλη Μακρόπουλου

Τα διηγήματα στη συλλογή Κόμπο τον κόμπο της Δήμητρας Λουκά είναι πρωτοπρόσωπα τα πιο πολλά. Δίνουν, ας πούμε, την αίσθηση μαρτυρίας: πως στέκεται αντίκρυ στη συγγραφέα ένα διαφορετικό πρόσωπο κάθε φορά, και της διηγείται με συγκρατημένη φωνή τα δεινά του, την πολύπαθη ζωή του. Είναι όμως πράγματι διηγήματα σε πρώτο πρόσωπο; – αυτό αναρωτιόμουν καθώς τα διάβαζα.

Υπάρχουν ιστορίες αφηγημένες σε τρίτο πρόσωπο, που στην πραγματικότητα είναι γραμμένες, κρυφά, σε πρώτο: το «αυτός» ή «αυτή», κρύβει πίσω του ένα «εγώ». Νιώθω πως οι ιστορίες της Λουκά είναι το αντίθετο: διηγήματα σε τρίτο πρόσωπο, που φορούν το προσωπείο της μαρτυρίας, του ανθρώπου που μιλά για τον εαυτό του.

Θα ’χετε δει εκείνες τις παλιές φωτογραφίες, όπου ο φωτογράφος έστηνε μπροστά στο φακό αυτούς που φωτογραφίζονταν: ένα αντρόγυνο, μια οικογένεια, έναν άνθρωπο μόνο του, κι όλοι ανεξαιρέτως είχαν στην όψη και τη στάση τους μια σοβαρότητα, μιαν επισημότητα, γιατί δεν έπρεπε να αποτυπωθεί στη φωτογραφία μία στιγμή, όπως κυνηγούμε τώρα από πίσω στιγμές που μολοντούτο διαρκώς ξεγλιστρούν, φωτογραφίζοντάς τες με τα ψηφιακά μας μαραφέτια. Τότε, η φωτογραφία ήταν πορτρέτο, που έπρεπε να κλείσει μέσα του όχι απλώς μια φευγαλέα διάθεση, αλλά το πρόσωπο στο σύνολό του, όπως γινόταν πιο παλιά με τα ζωγραφικά πορτρέτα.

Ε λοιπόν, τα διηγήματα της Λουκά μου δίνουν τέτοια εντύπωση, όμοια μ’ εκείνων των φωτογραφιών. Μπορεί κάθε φορά ένα πρόσωπο να αφηγείται την ιστορία του: η κόρη που ξαναβρίσκει τη μάνα της στη «Συχώρεση», ο φίλος του Εβραίου στο «Βάστα, Ραχάμ», η αδερφή που ο πατέρας της φόνευσε τον αδερφό της στις «Αράχνες», η μάνα που της πήραν τον γιο στο «Κόμπο τον κόμπο», η Τσάμισσα στο «Δεν ξέρω», το παιδί του φονιά στις «Ρίζες», η βιασμένη από τον πατέρα της στο «Το αίμα σπαράζει», η χήρα που με μάγια νεκρανασταίνει τον άντρα της στον «Γυρισμό», το ένα από τα τέσσερα αφηγήματα με νεκραναστημένους κι αλλόκοσμα πλάσματα του θρύλου – μα στην πραγματικότητα τούτο το πρόσωπο, το «εγώ» της διήγησης, κι όλα τ’ άλλα πρόσωπα, στήνονται μπροστά στη Λουκά και λένε την ιστορία τους σύντομα, από την αρχή έως το τέλος, χωρίς κενά, χωρίς κομπιάσματα, χωρίς συναισθηματικές εξάρσεις, γιατί πρέπει το πορτρέτο να αποτυπώνει κάθε πρόσωπο στο σύνολό του, κι ο φωτογράφος είναι κάθε φορά η Λουκά η ίδια· η ματιά της είναι αυτή που στήνει τα πρόσωπα και τα φωτίζει μ’ έναν τρόπο.

Και τα επίσημα ρούχα αυτών των προσώπων, τα «κυριακάτικά» τους για τη φωτογραφία, είναι η γλώσσα στα διηγήματα στον Κόμπο τον κόμπο. Είναι παράξενο να το λέω αυτό για μια γλώσσα χωριάτικη, των απλών ανθρώπων. Τι επισημότητα μπορεί να ’χουν όλες αυτές οι εκθλίψεις και οι αποκοπές, τα «ερχούνταν» και τα «έκαμε» και τα «δώκει» και τα «μπόρεγε», και δεν ξέρω τι άλλο;

Κι όμως, με την έγνοια της Λουκά να ’ναι όπως ήταν, να είναι σωστά, τα πρόσωπα στέκονται μπροστά στο φακό της αγέλαστα, σοβαρά· ένα εκκλησίασμα από φαντάσματα που φορούν σαν κυριακάτικο ρούχο τις λέξεις τους, σ’ αυτή την εκκλησία ζώντων και τεθνεώτων που είναι η ιστορία κάθε μικρού τόπου.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: Κωνσταντίνος Μάνος. Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.]

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly