frear

Και τα βιβλία λόγια είναι – του Θεόδωρου Ε. Παντούλα

λίγα ακόμη λόγια για το ολούθε ξένος

στον Χρήστο Μποκόρο που κατέχει τις στοιχειώδεις λέξεις

Η συλλογή διηγημάτων ολούθε ξένος είναι ένα εφταμηνίτικο, ένα πρόωρο, βιβλίο. Αλλιώς τα είχα λογαριασμένα κι αλλιώς μου ήρθαν πάλι. Τα έφεραν έτσι οι περιστάσεις κι εκδόθηκε πριν τον προγραμματισμό του. Γι’ αυτό και δεν χώρεσαν σ’ αυτό δυο-τρία ακόμη διηγήματα, που δεν είχα ούτε τον χρόνο ούτε το κουράγιο να τ’ αποσώσω.

Κι ας μη με δυσκόλεψε καθόλου η συγγραφή. Όλα τα κείμενα γράφτηκαν μονανεπνιάς. Μια κι έξω. Άλλωστε δεν υπάρχει και πολύ μυθοπλασία σ’ όλα αυτά. Οι ιστορίες μου ήταν δεδομένες. Εκείνο που με δυσκόλεψε είναι η έγνοια στα περισσότερο «ηπειρώτικα» από αυτά να μην τα βαρύνω με πραγματολογικά στοιχεία που ίσως να ήταν και χρήσιμα σε αρκετούς αλλά οπωσδήποτε θα υπονόμευαν την αφήγηση με το πληροφοριακό περιεχόμενό τους και, κυρίως, ο μεγαλύτερος παιδεμός μου ήταν να μην προδώσω την φωνή εκείνων που μετέρχονται ένα ξεχωριστό ιδίωμα, ένα ιδίωμα όμως που δεν μου είναι τόσο οικείο όσο θα ήθελα.

Και δεν μου είναι οικείο, διότι τα «ηπειρώτικα» δεν η μητρική μου λαλιά. Στις γειτονιές της Αθήνας μεγάλωσα και σ’ ένα περιβάλλον που οι ντοπιολαλιές είχαν εξοβελιστεί από την καθημερινότητα. Οι άνθρωποι την δεκαετία του ’70 έκρυβαν την καταγωγή τους κι αλλοίωναν την φωνή τους. Λίγοι αυτοπροαίρετα και πολλοί αναγκασμένοι από τον κυρίαρχο πρωτευουσιάνικο νεοπλουτισμό. Ευτυχώς όμως οι Κυριακές κι οι σχόλες μας ήσαν γεμάτες από συγγενείς και φίλους που ξέδιναν την πίεση και την καταπίεση της εβδομάδας στα μωσαϊκά. Κι όλα αυτά πολλές φορές χωρίς πικάπ! Με το στόμα. Όχι με σπασμένες λέξεις αλλά με σπασμένες φωνές. Και κοντά σ’ αυτά κάθε τόσο πολυήμερες διακοπές στα χωριά. Χριστούγεννα, Πάσχα, καλοκαίρι. Τα έχω ξαναπεί αυτά και γίνομαι περίπου γραφικός αλλά –πώς να γίνει– πριν προκόψουμε τόσο πολύ υπήρχαν και γιορτές στις ζωές μας. Υπήρχαν επίσης παππούδες και γιαγιάδες που ή δυσπιστούσαν ή και διαισθάνονταν την καλπιά μιας ζωής που βιαζόταν να οχυρωθεί πίσω από τις ολοκαίνουργιες οικοσκευές της. Στενεύονταν πολύ οι γέροντες όταν τους φέρναμε στην Αθήνα. Σκόνταφταν σε ντουβάρια δίχως μνήμη και σε δωμάτια δίχως απόντες. Δυσκολεύονταν επιπλέον που δεν καλημερίζονταν οι άνθρωποι. Κυριολεκτικά δεν είχαν τόπο να σταθούν.

Δεν έδινα και πολύ σημασία στην στεναχώρια τους αλλά με κένταγαν τα κατάματα βλέμματά τους κι οι ανεπίδοτες χειρονομίες τους. Τα κουβαλούσα όλα αυτά, θέλοντας και μη, και για καιρό με βάραιναν κι ας τ’ αψηφούσα – όπως οι περισσότεροι της γενιάς μου. Κάποτε όμως δίψασα και με την σειρά μου παραξενεύτηκα που πουλάν νερά εμφιαλωμένα! Ξεδίψασα όμως εκεί που το νεράκι είναι ακόμη του Θεού – όπως και τα τραγούδια. Διότι αν κάποια στιγμή φίλιωσα μαζί τους το χρωστώ, νομίζω, στα τραγούδια. Το χρωστώ πρωτίστως σ’ εκείνους τους πατριώτες μου που, ξένοι μεταξύ ξένων, σε μια συνεστίαση αποδήμων Ελλήνων σηκώθηκαν από όλες τις μεριές της αίθουσας και δώσανε τα χέρια. Που ξεδιπλώσανε καημό χωρίς να χαζογελάνε. Το χρωστώ στα βουρκωμένα μάτια τους και στα σφιχτά τους χείλη. Το χρωστώ όμως και στην άλλη μου γιαγιά, την Καλαβρυτινή, τη Χριστίτσα, που έκλαιγε την αδικοθανατισμένη μάνα μου τραγουδώντας της: τι να σου στείλω Μάρω μου εκεί στα ξένα που είσαι;

Αυτός είναι ο τρόπος του τόπου μας.

Και σε αυτόν τον τρόπο είμαι ισοβίως οφειλέτης κι είμαι από χρόνια καλφάδι του. Μαθητεύω σ’ αυτόν στήνοντας αυτί και ξεκλέβοντας κουβέντες. Δεν ξέρω πώς αλλιώς μπορεί να γίνει, και για ν’ ακριβολογώ, δεν ξέρω αν γίνεται κι αλλιώς. Και τα λεξικά καλά είναι αλλά αφήνουνε τον πόνο απ’ έξω. Τα παραδείγματα περισσεύουν αλλά δυο, νομίζω, αρκούν. «Πονολίθι» δεν είναι απλώς ένα τοπωνύμιο. Είναι η πέτρα στο σύνορο του χωριού που χαιρετά η οικογένεια κι η κοινότητα όποιον φεύγει, όποιον ξενιτεύεται. Και «ασήμαντρος» δεν είναι απλώς ο τόπος που δεν έχει σήμαντρο, που δεν έχει δηλαδή εκκλησιά, είναι γενικότερα ο ξένος τόπος.

Αυτό που εμένα με «κόβει» σ’ αυτά που ανέφερα και στα πολλά που δεν ανέφερα είναι (εκτός από τον πόνο που έχουν πάντοτε τα «ξεχωρίσματα») ένα περιφρονημένο βάθος που δεν έχει η καθομιλουμένη μας, στην οποία εδώ και χρόνια πλεονάζει το «ρε μαλάκα». Και με κόβει γιατί πολύ φοβούμαι ότι με μαλάκες και μαλακίες όχι μόνο δεν πάμε πολύ μακριά αλλά ούτε στα κοντινά δεν τα καταφέρνουμε, ενώ οι άνθρωποι του τόπου μας (χωρίς στοιχειώδεις σπουδές οι περισσότεροι) και μακριά πήγαν και κοντά έμειναν. Δεν εξωραΐζω την αγραμματοσύνη. Υπενθυμίζω μόνο ότι οι άνθρωποι του τόπου μας οικονομούσαν τις ζωές τους έχοντας βωμούς κι εστίες, που τους επέτρεπαν κυριολεξία αισθημάτων κι αισθήσεων.

Όλα αυτά παλιότερα. Τώρα ο τόπος μας ερήμωσε. Σκορπίσαν κι οι δικοί μας και γινήκαν ξένοι. Αλλά απ’ την άλλη αυτός ήταν από παλιά ο τρόπος του τόπου μας: να φεύγουμε. Θεόφτωχοι αλλά ποτέ φιλιωμένοι με την κακομοιριά. Το ψωμί έλειψε πολλές φορές από τα τραπέζια μας αλλά ποτέ δεν απόλειψε η έγνοια να μην λερωθεί. Η αποδημία ανέκαθεν πληγή και περηφάνια της Ηπείρου. Τ’ αποδημητικά όμως επέστρεφαν. Άλλοι τα είχαν καταφέρει κι άλλοι όχι. Όσοι καζάντισαν γύρισαν πίσω και στεφάνωσαν αδερφές, γηροκόμησαν γονείς, στήσαν νέα σπιτικά. Κι όσοι πρόκοψαν πολύ, αυτοί θεμελίωσαν σχολεία, εκκλησίες και γηροκομεία. Και πολλές φορές πέθαναν, έχοντας προηγουμένως δωρίσει στην μικρή και στην μεγάλη πατρίδα τους κόπους και την τύχη τους. Έτσι είναι. Τ’ άλλο όνομα για την περιφρόνηση του συμφέροντος είναι αρχοντιά. Κι από φτωχούς αρχόντους έχουμε και περίσσευμα στα μέρη μας. Όσοι δεν τους έχουμε λησμονήσει, καμαρώνουμε γι’ αυτούς – κι ας ξεχνάμε πολλές φορές αυτούς που δεν τα καλοκατάφεραν ή αυτούς που ποτέ δεν γύρισαν.

Αυτά -είπαμε- τότε. Tώρα ερημώσαμε. Ούτε στα πανηγύρια δεν επιστρέφουμε. Ξεκορμίσαμε κι απ’ τον τόπο κι απ΄ τον τρόπο. Άλλοι παπάδες ήρθαν, άλλα βαγγέλια φέρανε. Εντελώς μουρλοθάμαχτοι. Σχεδόν λαθρεπιβάτες του βίου κρύβουμε πούθε κρατάει η σκούφια μας. Ξεσηκώνουμε σουσούμια και κουβέντες για να φαινόμαστε ίδιοι με τους άλλους εκριζωμένους.

Ακούω ήδη τις ενστάσεις όσων εντούτοις δεν μπορούν ν’ απαντήσουν πόσο καλύτερους ή πόσο πιο χαρούμενους μας έκανε η χρόνια έπαρση για το νέο μας εαυτό κι η εμμονική αυτοϋποτίμηση της ρίζας μας.

Τι νόημα έχει λοιπόν να παλεύεις με μια γλώσσα λησμονημένη; Τι νόημα έχει να διαβάζουμε μια γλώσσα που δεν λαλούμε; Τι νόημα έχει μια γλώσσα που η πραγματικότητα την έχει ξεπεράσει κι η ζωή μας την έχει περιφρονήσει;

Μπορεί και κανένα. Μπορεί να είναι μια ακόμη ανόητος χειρονομία από αυτές που ποτέ δεν μου έλειψαν. Μπορεί όμως κι όχι. Μπορεί οι σκόρπιες κουβέντες να είναι κάτι περισσότερο από τα περισσεύματα ενός διαμελισμένου σώματος. Μπορεί οι συναγμένες λέξεις μας να είναι, απλώς, αντίδωρα.

Λίγο πριν, είπα ότι έχει ερημώσει ο τόπος μας. Δεν ψευδομαρτυρώ. Αυτό δεν είναι ψέμα. Αλλά είναι μισή αλήθεια. Η άλλη μισή είναι ότι ο τόπος μας είναι γεμάτος, γεμάτος ισκιώματα, ισκιώματα όσων δεν κατάφεραν να επιστρέψουν. Όσων δεν ξαστόχησαν τα μονοπάτια αλλά χάθηκαν στις μεγάλες λεωφόρους του κόσμου. Γι’ αυτό αξίζει, όχι απλώς να διαβάζουμε αλλά και να μιλούμε την ξεχασμένη μας γλώσσα. Μήπως και μ’ αυτά τα στοιχειώδη, τις στοιχειώδεις λέξεις, απαντηθούμε κάποτε με τους οδίτες, να τους κρίνουμε στην γλώσσα τους κι αυτοί μας καλοδεχτούν στην απλωσιά της πατρίδας που ποτέ δεν αστόχησαν – κι ας τους αστόχησε εκείνη.

Κατά τα λοιπά έχω πλήρη επίγνωση ότι και τα βιβλία «λόγια είναι τα λεν οι πικραμένοι, πάσχουν να βγάλουν το πικρό μα το πικρό δεν βγαίνει».

[Διαβάστηκε στην παρουσίαση του βιβλίου ολούθε ξένος στο βιβλιοπωλείο άΠΕΙΡΟΣ χΩΡΑ, στις 5/7/2019. Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.]

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly