frear

Από «Το χώμα των λέξεων» – ποιήματα του Βάλτερ Πούχνερ (προδημοσίευση)

Γράφω μέσα στον ύπνο μου

Γράφω μέσα στον ύπνο μου
με το μελάνι τ’ ονείρου
μέσα στη ζάλη των συγκινήσεων
των εικόνων τη ρύμη τη μυστηριώδη
παιδί με κάνει που τα δέχεται όλα
κοιτάζει και θαυμάζει, όλα τα ζει.

Με το φως ύστερα φτωχαίνουν οι λέξεις
χάνουν τη λάμψη, το μαγικό μυστικό
μόλις στεγνώσουν στου χαρτιού τη ράχη
ψυχροί γρίφοι γίνονται αδιάφοροι
που ένα κείμενο κάνουν τίποτε άλλο.
Κι όμως κάτι κρατούν μέσα τους ακόμα
από της νύχτας τον υπέροχο χορό
από το ένδυμα της έκστασης
από το ρίγος του όλου.

Άλαλη κείται στα έσχατα

Άλαλη κείται στα έσχατα
δίχως στόμα, δίχως φως, όλο πέτρα
και κέρδισε τη μάχη με το χρόνο
δε θα την πειράξει άλλο πια.
Αόρατη έχει γίνει στου ουρανού
τα άδεια παλάτια στου καιρού το τέρμα.

Οι κοτσίδες του μόχθου ώς τη μέση φτάνουν
και απασχολούν τα χέρια του καιρού
έρχονται οι μέρες, έρχονται και φεύγουν
κι εμείς θεατές στις πληρωμένες θέσεις.

Ναυτιλία

Μαύρα νερά.
Σκοτάδι το φως της νύχτας
μόνο καταμεσίς του Ειρηνικού
εκτυφλωτικά φωτισμένο
ένα ελληνικό περίπτερο
με τα αγαθά όλου του κόσμου.

Ξημερώνει

Ξημερώνει. Χλωμό το σκοτάδι
χαλαρώνει την αγκαλιά του
τα κρυφά της νύχτας μυστικά
αχνοφαίνονται στην οικουμένη.

Ξημερώνει. Πρώτα οι μέλισσες
ύστερα τα πουλιά πιάνουν δουλειά
ουβερτούρα και τα τζιτζίκια
η δροσιά ακόμα όνειρα στάζει.

Ξημερώνει. Οι πρώτες φανφάρες
της ανάστασης σκίζουν τα πέπλα
η φωτεινή παλάμη δείχνει τον κόσμο
η μέρα ανοίγει τα μάτια του ήλιου.

Μυθολογίες του τέλους

Θα έρθει ο φωτεινός άγγελος
με τα φτερά του θα μας σκεπάσει
να μην τυφλωθούμε απ’ την όψη του
θα μας κλείσει τα ματόκλαδα
και τη μηχανή θα σταματήσει
στο στήθος θα ανατείλει ήλιος
και φως στις φλέβες θα ρέει
η φθαρτή ύλη ενέργεια γίνεται
άλλο ένα άστρο ανάβει στον ουρανό.

Κουρσάρος θα φανεί στον ορίζοντα
ψυχές αραδιασμένες στη σέλα
μαύρος κι άγριος με το γιαταγάνι
παίρνει κεφάλια μικρά, χιονισμένα
και να κρυφτείς δεν έχει μέρος
και τρόπος να ξεφύγεις δεν υπάρχει
από παρακάλια δεν καταλαβαίνει
αίμα διψά ο σκοτεινός, σκιές μαζεύει
με κόκκαλα πύργο χτίζει στον Άδη.

Ο μέγας ήλιος θα κατεβεί στη γη
θα λιώσει τις σάρκες θα λιώσει τις σκιές
τη νύχτα θα κάνει φως, αβάστακτο φως
και φωτιά δίχως στάχτη θα καίει για πάντα
δίχως καπνό δίχως καμμένα φλόγα πνευματική
διυλίζει την ύλη τη μετατρέπει σε πυρ
και πύρινη η ψυχή στον ουρανό ανεβαίνει
σπίθα κι αυτή του φωτός που τον κόσμο φωτίζει
αυτό το τέλος τελικά τέλος δεν έχει.

Το δράμα του συνεσταλμένου εραστή

Ανάμεσα σε σκέψεις και λέξεις ρέει λάβα
σπινθήρες βγάζουν γράμμα και γραμμή
κάθε βλέμμα του πόθου κάπου καρφώνει
και πάντα γυρίζει πίσω: ποιος είσαι εσύ;

Ένα νησί που από την ανασφάλεια τρέμει
μεταξύ της μοναξιάς και της προσπάθειας
με φαντασιώσεις υφαίνει πραγματικότητα
στις πλάκες της αυλής αύριο-χθες μοιάζουν.

Και η φύση σε σπρώχνει, υπέρτατη δύναμη
από κάθε ναυάγιο ένας πόνος ανασταίνεται
πάλι στο μαρτύριο του αλύτρωτου κορμιού
τον αέρα αγκαλιάζει και όνειρα ερωτεύεται.

Άνοιξε ο ήλιος τα φτερά του

Άνοιξε ο ήλιος τα φτερά του
μοίρασε χρυσές λίρες παντού
ταχυδρόμος έφερε ζεστά γράμματα
φωτεινές επιστολές από το υπερπέραν.

Έκλεισε ο βοριάς τα κρύα κιτάπια
μάζεψε τα χιόνια έφυγε με βουή
τώρα πονούν τα κορίτσια οι νέοι ποθούν
στεναγμοί στάζουν απ’ όλα τα χείλη.

Ξύπνησαν και οι νεκροί, ήρθαν
κάθησαν στα κλαδιά τα χλωρά
κι άρχισαν μ’ ένα βαθύ ισοκράτημα
να ψάλλουν τον ύμνο της ημέρας.

Έλα Χάρε, πάρε με

Έλα Χάρε, πάρε με, βάλε μου την πλάκα
τον κόσμο δεν τον θέλω πια, τα όσα είδα φτάνουν
φέρε και κρασί, το ρούσσο, να μεθύσουμε μαζί
μαζί να τραγουδήσουμε, να φύγουμε παρέα
οι σκιές μάς περιμένουνε με τα άδεια μάτια
με τα άσπρα κόκαλα, τα μαύρα κυπαρίσσια.

Της θάλασσας βασιλιάς

Της θάλασσας βασιλιάς ο γλάρος
μέσα στα κύματα βλέπει το μέλλον
ακίνητος στον βράχο άγαλμα
μετράει του χρόνου το βάθος·
δεν τον αγγίζουν οι αφροί
κι όταν έρθει το τσουνάμι
απλώς ανοίγει τα λευκά φτερά
και πετά ψηλά στον ήλιο.

Όταν το πηγάδι μιλά

Όταν το πηγάδι μιλά δεν φεύγεις
συνήθως δεν μιλάει· το άνοιγμα
στόμα βουβό σιωπηλά σε κοιτάζει
σε έλκει σε μαγνητίζει να κατεβείς
στης μύησης τα μυστήρια στον πάτο.

Όταν το πηγάδι μιλά, εσύ ακούς
και προσπαθείς να καταλάβεις
είναι λόγια βαθιά απ’ τον βυθό παρμένα
αφηγήσεις από τα έγκατα, παραμύθια
ξένα παράξενα και τόσο γοητευτικά.

Όταν το πηγάδι μιλά, εσύ γράφεις
ευαγγελιστής τον λόγο μαρτυράς
στην επιφάνεια βγήκε από το στόμιο
τον σιγανό, έκανε δρόμο μεγάλο
και τον διασώζεις για το μέλλον.

Όταν το πηγάδι μιλά, σιωπά η κτίση
οι φωνές της γης το δοξαστικό λένε
και την αρχή και το τέλος, το νόημα
το γιατί και το πώς, το άλφα ωμέγα
και οι ουρανοί αφουγκράζονται.

Όταν το πηγάδι σταματήσει να μιλά
η μαγεία χάνεται ο μαγνητισμός
ξεχνάει ο κόσμος πάλι και τρέχει
σαν τα νερά απ’ την πηγή στο αλάτι
κ’ εσύ στο μαγγανοπήγαδο της ζήσης.

Ο ειδικός

Μελέτη θανάτου η αρχή της ζωής
κάποτε ξυπνήσαμε από το παραμύθι
και διαβάσαμε το συμβόλαιο
που είναι γραμμένο στην πλάτη μας
να το δεις χρειάζονται δύο καθρέφτες
κ’ είχε, ώ του θαύματος, τη δική μας υπογραφή.
Στην πλάτη δεν μπορείς να το σβήσεις μόνος σου
γι’ αυτό θα χρειαστεί άλλος· υπάρχει, ειδικός.

Αν είχα μάτια εκατό

Αν είχα μάτια εκατό
βιβλίο δε θα είχε μείνει
αδιάβαστο, ανέγγιχτο
σελίδα δε θα είχα αφήσει
αγράμματη, παρθένα
θέματα θα είχα εξαντλήσει
προβλήματα θα είχα λύσει
μα έτσι με τα δυο στραβός
προχωρώ σαν τη χελώνα
τώρα πάλι κουράστηκαν
και κλείνω το κιτάπι.

Μαχαίρι μαυρομάνικο

Μαχαίρι μαυρομάνικο καρφώνεται
η νύχτα στην καρδιά του φωτός
χάνει ο ήλιος το χρώμα του
τα αίματά του βάφουν τα βουνά
στην κόκκινη θάλασσα βυθίζεται
ο βασιλιάς της ημέρας νικημένος·
μαύρο μαχαίρι με αργυρή λαβή
η νύχτα ανοίγει τις φλέβες της
μαύρο το αίμα στα όνειρα
μαζί με μικρά διαμάντια.

Μητέρες

Η επανάληψη είναι η μέθοδος της εμπέδωσης
και η εμπέδωση η αρχή της μάθησης
και η μάθηση είναι η μητέρα της γνώσης
και η γνώση η μητέρα των αποφάσεων
η απόφαση είναι η μητέρα της πράξης
και η πράξη η μητέρα των έργων
και τα έργα δοξάζουν τον άνθρωπο.

Τραγωδία

Δεν είχε η Ταυρίδα άγαλμα ούτε η Τροία Ελένη
δεν είχε άρμα ο ήλιος μήτε κεραυνό ο Δίας
οι ουρανοί ήταν άδειοι ανόητος ο χρησμός
και ήταν ο κύκλος κενός, το μηδέν ολοστρόγγυλο.
Λόγια τα παραμύθια, άνθρακας ο θησαυρός
η μελωδία που ψάχναμε, χάθηκε στη σιωπή
τυφλά ορφανά από το τίποτε στο τίποτε
βαδίζουμε, στο πρόσωπο τον άνεμο του χρόνου.

Ο πόνος και ο χρόνος

Γύρω από τη δίνη η τύρβη στροβιλίζει
κι ο πόνος ο μόνος νόμος πάντα σε ισχύ
στο σκλαβοπάζαρο του χρόνου μέγας αγοραστής
που ξέρει να διαλέγει τα εκλεκτά θύματά του
ξέρει το μείγμα το σωστό από δάκρυ και αίμα
ώσπου να τον παρακαλούν για τον θάνατό τους
βρίθουν τα γεγονότα γύρω από τις πληγές
που δεν προλαβαίνουν κάκαδο να κάνουν
πόσο αίμα έχει ο άνθρωπος και πόσο η ιστορία
πόσο χώρο πιάνει ο πόνος στο σώμα της ψυχής
τι θα καταλάβουμε απ’ τη ζωή μέσα στο άλγος;

Γύρω από τη δίνη η τύρβη στροβιλίζει
αλλά η κραυγή δεν είναι κενή, είναι ήχος ζωής
μέσα στη σιωπή κυλούν τα άδεια βαρέλια
σε βουβή ταινία ακούγεται καθαρά η φωνή
του πόνου το ισοκράτημα από πολλά λαρύγγια
και ο ρόγχος του χρόνου δίνει το ρυθμό.

Η ώρα η αγία

Είναι η ώρα η αγία
που ο θεός κατεβάζει τα γυαλιά
ακουμπάει το χέρι του στον ήλιο
και το φως της ημέρας γίνεται κερί
και μέσα στη σκοτεινή εκκλησία
γυαλίζουν τα μάτια των νεκρών.

Τα στενά

Το εγώ με στενεύει, το εγώ με στενοχωρεί
σπίτι μεγάλο το έκανα, σωστό παλάτι
αλλά δεν με χωράει, δεν μου αρκεί
οροφή θέλω τον ουρανό, ρίζα το μάγμα
πλανήτες στα μάτια, όλο τον άνεμο στο κορμί
το πιο μεγάλο το είναι μου, θάλασσα η ψυχή
με τα δάκρυα της ιστορίας, του έρωτα τους αφρούς
το βλέμμα του πνεύματος το τίποτε να αντέχει
και το κάτι που πάει να γίνει να το συμπαθεί.

Η σαρκοφάγος της σάρκας με στενεύει
στο αίμα κυλούν τα όνειρα για κάτι μεγάλο
το μυαλό σκέφτεται πέρα από το κεφάλι
κι ο έρωτας δεν σταματά στην ένωση
μιας στιγμής τη λάμψη, κι ας είναι έκρηξη
που τινάζει τη βιογραφία στον αέρα.
Ξέρει η φύση τι κάνει· τη νέα ζωή έχει κατά νουν
τη νέα φθορά, το νέο ψόφο, κι άλλα οστά
ο νόστος του πνεύματος το άπειρο αναζητά.

Ώρα των ωρών

Η ώρα των ωρών, των στιγμών
η πιο πορφυρή, της μέρας η κορώνα
που την πτήση μετατρέπει σε πτώση
που χρυσώνει τα πράγματα με το μάλαμα
μεγαλώνει τις σκιές στην πλάτη των όντων
οι καθρέφτες γυαλίζουν για το φινάλε
τα πηγάδια ετοιμάζονται για την αφήγηση
των θυσιαστικών ανεβαίνουν δείπνων οι καπνοί
οι στέγες γονατίζουν για την προσευχή: τώρα
τώρα περνά ο άγγελος, παίρνει τον πολυέλαιο
και τα κεράκια ανάβει στην εικόνα της μαύρης Παναγιάς.
Ώρα των ωρών, των στιγμών κορυφαία
της ημέρας φωτοστέφανο, φινάλε του φωτός.

Η θάλασσα είναι εκεί

Η θάλασσα είναι εκεί, ακίνητη
εν τη κινήσει της κυματισμένη
καθρέφτης του ουρανού που ζει
και έχει και βάθος, όχι το τίποτε.

Η θάλασσα είναι εκεί· ανίκητη
τη στεριά κερδίζει, το βράχο πολεμά
στις αμμουδιές λέει ιστορίες
η άμμος, άγονη και βουβή, σιωπά.

Η θάλασσα είναι εκεί· άπειρη
έχει τη σοφία του βυθού
και την πείρα της επιφάνειας
ανεξάντλητη κρύβει το βάθος.

Η θάλασσα εκεί είναι· ανώνυμη
και άμορφη και άστατη
με την αλμύρα της κι άγονη
κι όμως η αρχή των πάντων.

Χρόνος και αχρονία

Όταν γυρίζουν οι τροχοί ο χρόνος κοιμάται
του αρέσει αυτός της προόδου ο θόρυβος
ονειρεύεται πως έργα κάνει όχι καταστροφές
και μελαγχολεί πως απ’ όλα αυτά θα επιζήσει.

Όταν οι κύκλοι κυλούν ο χρόνος αναπαύεται
στροβιλίζουν οι στιγμές και το θέαμα χαίρεται
ταξιδεύει και αυτός ο οποίος παντού έχει πάει
όλα τα έχει ζήσει και τίποτε δεν είναι νέο γι’ αυτόν.

Όταν τρέχει το νερό η πέτρα το ζηλεύει
το χάδι της σταγόνας για την αβάστακτη
παρηγορεί αιωνιότητα, η αφή της στιγμής
μεθάει, ζωή που κι αυτή θα πάει στο αλάτι.

Άχρονη η θάλασσα με τα κύματα παίζει ρυθμούς
και με τους αφρούς ξεχνά πως είναι καθρέφτης
προσποιείται τη μάταια με το φλοίσβο των ακτών
κι όμως η αλμύρα είναι η γεύση της αιωνιότητας.

Ο ιερατικός λόγος

Ο ιερατικός λόγος τελετουργία
δεν κατανοείται πλήρως ποτέ
γιορτή της γλώσσας, χοροστατούν
ο ρυθμός το χρώμα ο ήχος
τα σκοτεινά νοήματα φωτίζονται
αφουγκράζεται το ποίμνιο το πιστό.

Ο ιερατικός λόγος μυσταγωγία
τα αινίγματα πάντα μαγνητίζουν
ποίηση του ιερού είναι δύναμη
σηκώνει τους ταπεινούς της ημέρας
σε ύψη φανταστικά με θέα μεγάλη
βλέπουν αυτά που δεν μπόρεσαν να δουν.

Ο ιερατικός λόγος κατάνυξη
επιβάλλεται σε σώμα και ψυχή
μυεί στην αρμονία του όλου
δίχως να μηδενίσει το εγώ
ο καθένας ναός ο καθένας εικόνα
ο καθένας κερί και φως που καίει.

Ο ήλιος των νεκρών

Κλειστά τα μάτια με το χώμα
με άδεια πνοή ανοιχτό το στόμα
δίχως σάρκα λευκή ψυχή και σώμα
βλέπουν το φως του άπειρου μέσα τους.
Κάτω στη γη θαμμένος υπάρχει ήλιος
που τρέφει όλες τις ρίζες με ζωή
οδηγεί τα νερά σε πηγές και πηγάδια
κρατάει ζεστό το φλοιό του πλανήτη
ο ήλιος των νεκρών βλέπει όλο το μέλλον.

Ουρανέ εσύ

Ουρανέ εσύ
που στα φαράγγια του μπετόν στολίδι έγινες
στους καταρράκτες της ασφάλτου μια πινελιά
στους εφιάλτες των κυβιστών μια μουντζούρα
μια άπνοια της φαντασίας, το τέλειο να αποφευχθεί
εσύ, ο πατέρας των όλων, χτίστηκες
στο σκυρόδεμα και το τσιμέντο
εσύ, το απρόσβατο κέντρο της ζωής των θνητών
το τέρμα της δίνης, του ελέους αρχή·
εξόρισαν τους θεούς της Ηλέκτρας τα μάγια
στο βάθος του φωταγωγού κανείς θεός
να μας κοιτάξει από την πολεμίστρα.

Χωνί

Αν η στήλη είναι στενή
σύντομοι οι στίχοι
κοντός ο ψαλμός
πυκνός ο λόγος
η πεμπτουσία
η φόρμουλα
που όλα
λέει
ή
ό
χ
ι

Τα μικρά

Τα μικρά ποδαράκια
κερδίζουνε τον κόσμο
τα μεγάλα βήματα
έχουν πολύ κενό.

Τα μικρά χεράκια
την ελπίδα κρατούν
οι μεγάλες χειρονομίες
τον χώρο σπαταλούν.

Με μικρές ερωτήσεις
η γνώση προχωρά
τα μεγάλα ερωτήματα
μένουν διά βίου.

[Προδημοσίευση από «Το χώμα των λέξεων» που θα εκδοθεί από τον Αρμό, Αθήνα 2019. Φωτογραφίες: Floriane De Lassée. Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.]

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly