frear

Οι ανεπαίσθητες πτυχές των λέξεων – η Κούλα Αδαλόγλου γράφει για τον Σπύρο Κιοσσέ

Σπύρος Κιοσσές, Το κάτω κάτω της γραφής, εκδ. Μελάνι, Αθήνα 2018.

Ποιήματα για τις λέξεις, αποφαίνεσαι με την πρώτη ανάγνωση των πρώτων ποιημάτων, στη συλλογή Το κάτω κάτω της γραφής, του Σπύρου Κιοσσέ. Για να ανακαλύψεις γρήγορα πως πρόκειται -και- για ποίηση ερωτική. Από τους φθόγγους στις λέξεις, στο παιχνίδι των λέξεων. Και μετά στον έρωτα που ανιχνεύεται μέσα από το παιχνίδι των λέξεων. Οπότε, σταδιακά το κέντρο βάρους μετατοπίζεται στον έρωτα.

Η συλλογή ανοίγει και κλείνει με την αναφορά, και την επίκληση, στη γραφή.

Το πρώτο ποίημα, με πλάγια γραφή, διαφοροποιείται έτσι από τα υπόλοιπα, σαν εισαγωγή, (σαν) επίκληση του ποιητικού υποκειμένου στις μούσες-λέξεις.

Ελάτε λέξεις./ Συναχτείτε γύρω μου./ Ραμφίστε την τροφή σας./ Είμαι εγώ, που σας ταΐζω κάθε απόγευμα,/ μόνος σ’ ένα παγκάκι,/ της ύπαρξής μου το περίσσευμα,/ της μνήμης πολυκαιρισμένα ψίχουλα,/ μα πιο συχνά/ τον άφθαρτο/ του έρωτά μου/ σπόρο. (σ. 7)

Όμορφη, ήρεμη η εικόνα του μοναχικού υποκειμένου στο παγκάκι, η αναλογία με το τάισμα των πουλιών. Και η αναφορά στο ερωτικό συναίσθημα, που ήδη προαναφέρθηκε.

Το τελευταίο ποίημα της συλλογής έχει τον τίτλο «Η αγωνία της γραφής». Στην πρώτη στροφή γίνεται αναφορά στην πρώτη λέξη, αυτή που με δυσκολία πρέπει να βρεθεί, για να αρχίσει το ποίημα, η αρχέτυπη, που θα μαγνητίσει και θα συγκεντρώσει κι άλλες γύρω της, ενώ παράλληλα θα διώξει τις αταίριαστες. Με το κλείσιμο της καταληκτικής στροφής, το ποιητικό υποκείμενο, προφανώς ύστερα από την ένταση της δημιουργίας, αναπολεί την ηρεμία της αρχής, εκείνη της άγραφης σελίδας:

Η δυσκολία να βρεθεί/ η πρώτη λέξη./ Η αρχέτυπη./ Που σαν πυρήνας/ θα στοιβάξει/ κι άλλες γύρω της/ μαγνητισμένες από το γλωσσικό φορτίο/ κι άλλες, ανάρμοστες, θ’ απεμπολήσει./ […] Κι ύστερα/ η αναπόληση της ηρεμίας/ του λευκού./ Της άγραφης σελίδας. (σ. 51)

Ποιήματα ποιητικής, με τον ποιητή να βάζει το ποιητικό υποκείμενο να κινείται σε όλο το συνεχές της δημιουργίας, από την πρώτη σπίθα, την αναζήτηση, την ολοκλήρωση, μια ανάσα και πάλι απ’ την αρχή.

Στο ποίημα «A lingua condita», «από κτίσεως γλώσσας», το επίθετο στέκεται για πρώτη φορά δίπλα στο ουσιαστικό και το νοηματοδοτεί:

Προσφέροντάς του μ’ αυταπάρνηση/ την ιδιότητά του/ κι εκείνο ευγνώμον/ την αποδέχτηκε/ – γιατί ως τότε ήταν/ κοινό, αόριστο, αφηρημένο/ απροσδιόριστο σύμπλεγμα φθόγγων,/ μέρος του λόγου/ ασήμαντο. (σ. 9)

Το ασήμαντο δίσημο, όχι σημαντικά αλλά και αυτό που δεν σημαίνει κάτι.

Οι διακειμενικές αναφορές αρχίζουν νωρίς στην ποιητική συλλογή του Κιοσσέ, από την αρχή θα έλεγα. Με παιγνιώδη διάθεση συχνά. Στο «A lingua condita», για παράδειγμα, όπου το «ab urbe condita» (από κτίσεως πόλης δηλαδή, και «Ο χρόνος (Α)», σ. 16Ή στο επόμενο ποίημα «Η λέξη», που αρχίζει με τους στίχους Την γλώσσα μου έδωσαν/ πλούσια, σ. 10. Φράση που εύκολα φέρνει στον νου την αντίστοιχη του Οδυσσέα Ελύτη «Τη γλώσσα μου έδωσαν ελληνική».

Θέλω να επισημάνω ότι οι σπουδές του Σπύρου Κιοσσέ στην κλασική παιδεία μαζί με αυτές στη λογοτεχνία και στη γραφή δίνουν στην ποιητική του δημιουργία κάποια ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, όπως:

-βοηθούν στο εύρος των διακειμενικών αναφορών
-πλουτίζουν τις επιλογές των λέξεων
-στηρίζουν τη δημιουργία εικόνων, μεταφορών, εκφραστικών μέσων γενικότερα.

Οι διακειμενικές αναφορές μπορεί να είναι διαφόρων ειδών: αναφορές άμεσες ή έμμεσες σε φράσεις, σε στίχους-αποσπάσματα άλλων συγγραφέων, όπως προαναφέρθηκε, αλλά και:

Στο ποίημα «Ο χρόνος (Α)», σ. 16, συνομιλία με στίχους της Σαπφούς, στο ποίημα «Ο χρόνος (Β)», σ. 17,συνομιλία με στίχο του Κάτουλου. Στο ποίημα «Νέκυια», σ.24, συνομιλία με στίχους του Ομήρου, από την Οδύσσεια, με εκτεταμένο απόσπασμα να προτάσσεται ως μότο στο ποίημα.

Επίσης, μπορεί να είναι συνομιλία με κείμενα άλλων συγγραφέων, που ο ποιητής τούς αναφέρει ονομαστικά, τα οποία γίνονται η αφετηρία για τη δημιουργία του δικού του ποιήματος, σαν σχόλιο ποιητικό σε κάποιο γεγονός («Κωνσταντίνος Θεοτόκης», σ. 38. Ή στις «Τελετές ενηλικίωσης», σ. 33, συνομιλία με το βιβλίο του Κώστα Ακρίβου που φέρει τον τίτλο αυτό.

Εκτός από τη σύγχρονη λογοτεχνία, ο αρχαίος κόσμος και η ρωμαϊκή εποχή αποτελούν συχνά σκηνικό στα ποιήματα του Κιοσσέ.

Ο έρωτας μπορεί να είναι πόθος και ολοκληρωτικό δόσιμο:

και να, ξεπροβάλλει η μορφή σου,/ να συλλαβίζω αργά με κοιτάζει,/ να ιδρώνω στη δυσκολία μου να σε αναγνώσω/ να λαχταρώ το νόημά σου να συλλάβω/ πρωτοετής/ στη χρόνια μαθητεία σου («Άτιτλο», σ.23)

Αλλά και αίσθημα απομάκρυνσης του αντικείμενου του πόθου:

Το όνομά σου προσθαφαίρεσα,/ μα το πηλίκο/ ίδιο μονοψήφιο/ αμείλικτη τη στρογγυλάδα του/ ως αποτέλεσμα/ να μου προτείνει. («Αγεωμέτρητος μηδείς εισίτω», σ. 27)

Και βέβαια στέρησης: Δυο βήματα μακριά σου/ κι όλα παγώνουν γύρω μου/ και μέσα./ Γίνεται δύσκολη/ στα δύο κόβεται η ανάσα/ από το κρύο/ ε/ -σύ./ Κάτι σαν εκπνοή ζωής/ ακροτελεύτια/ κάτι σαν ύστατη του κόσμου/ αναπνοή. («Δυο βήματα», σ. 47)

Ας προσεχθεί στο ποίημα η οπτικοποίηση της κομμένης ανάσας, το πάγωμα, η εκπνοή. Γενικά, ένα εύρος εκφραστικών μέσων, απροσδόκητοι συνδυασμοί λέξεων και εννοιών με χρήση μεταφορική, παρηχήσεις, συνδηλώσεις και πολυσημίες αποτελούν την ιδιαιτερότητα του ύφους στα ποιήματα της συλλογής.

Ένα διαρκές λεκτικό παιχνίδι. Ο τίτλος ας πούμε, Το κάτω κάτω της γραφής, που στο ομώνυμο ποίημα αντιλαμβάνεται ο αναγνώστης ότι παραπέμπει στο ίζημα, στο ίζημα των λέξεων. Εκεί το ποιητικό υποκείμενο συναντά την αγαπημένη μορφή.

Στις ανεπαίσθητες πτυχές των λέξεων/ στο βάθος διπλωμένων νοημάτων/ διακρίνεται η μορφή σου./ Τόπος συνάντησής μας μόνιμος/ το ίζημα των λέξεων./ Το κάτω κάτω της γραφής. («Το κάτω κάτω της γραφής», σ. 12)

Και είναι τα «θορυβώδη πουλιά» που «τιτιβίζουν παρηχήσεις», και το ποιητικό υποκείμενο ηχομιμητικά παίζει με τη φωνή τους και παραδέχεται τη δυσκολία να τα γίνουν μέρος της έμπνευσής του και των στίχων του:

Τι τι τι θάρρησες, ποιητή;/ Πως οι λέξεις σου θα ’τανε/ ξώβεργες να μας πιάσουν; («Κοίτα!», σ. 15)

Χωρίς βάρος σκοτεινότητας η έκφραση, ένα τόνος ελαφράδας πάντα χαλαρώνει την ένταση. Είναι οι δόσεις στο γλωσσικό φορτίο των στίχων, ένας ανεπαίσθητος σαρκασμός, ένα κλείσιμο του ματιού. Σίγουρα βέβαια είναι και κάτι στην ιδιοσυγκρασία του συγγραφέα, που ρυθμίζει τον θερμοστάτη έτσι ώστε να ελέγχεται και η ένταση της χαράς αλλά και της μελαγχολίας και της δυσκολίας. Και, χωρίς να στεγνώνει το συναίσθημα, να αλαφραίνει η ατμόσφαιρα και να γίνεται ευκολότερα αποδεκτή από τον αναγνώστη, χωρίς να τον πιέζει.

Με γνώση και τεχνική γραμμένη, από την πρώτη συλλογή του Σπύρου Κιοσσέ, ποίηση με ιδιαίτερο ύφος, και προσωπική φωνή.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: Frank Horvat. Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.]

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly